Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ανήκει στα ιερά εκείνα πρόσωπα που αποτελούσαν το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Μάλιστα αναφέρεται ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23).
Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου. Η μητέρα τους ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη. Ο Ιωάννης, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, ζούσαν με την οικογένειά τους στην Γαλιλαία και διατηρούσαν επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20). Φαίνεται πως οι οικογένεια τους ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα τους, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40). Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1). Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του. Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση, διότι ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο (Ιωάν.18,15).
Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού. Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του. Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει στις μέρες του και να τον γνωρίσει. Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του, Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά. Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει. Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα. Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).
Ο Ιωάννης ανήκε, όπως προαναφέραμε, στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του, σχεδόν έφηβος. Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους. Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος. Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κάποια κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει. Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).
Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33). Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι ο υποψήφιος
προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25). Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (Ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά. Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26). Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).
Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).
Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’ αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9). Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3,7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).
Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου κήρυξε το ευαγγέλιο και έγινε επίσκοπος της Εφέσου. Το 95 μ. Χ. κατά τον άγριο και σκληρό διωγμό του ρωμαίου αυτοκράτορα Δομετιανού, εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως. Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση, όταν πραγματοποιήθηκε ανακομιδή δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο. Η Εκκλησία μας διδάσκει την πίστη ότι μετέστη ενσώματος στον ουρανό από τον Κύριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη, τα οποία είναι ενταγμένα στην Καινή Διαθήκη. Θεωρείται ο ευαγγελιστής του Θεού Λόγου, δηλαδή του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), προκειμένου να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό η Εκκλησία μας τον προσονόμασε Θεολόγο. Στα ιερά συγγράμματά του είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη στους ανθρώπους, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’ αυτό και αποκαλείται ο ευαγγελιστής της αγάπης. Τέλος ο Ιωάννης θεωρείται και προφήτης, διότι στο θαυμαστό βιβλίο του, την Αποκάλυψη, προλέγει την ολοκληρωτική συντριβή της δύναμης και της εξουσίας του διαβόλου και τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και των πιστών Του.
ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΚΥΛΙΝΑ: Η ΠΑΝΕΦΗΜΗ ΝΥΜΦΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια κατηγορία Νεομαρτύρων είναι και τα νεαρά κορίτσια, τα οποία, παρά το άωρο της ηλικίας τους, ομολόγησαν την σώζουσα πίστη τους στο Χριστό, βασανίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους, από την μανία των αλλόθρησκων και βαρβάρων τυράννων τούρκων. Μια από αυτές υπήρξε η αγία ένδοξος Νεομάρτυς Ακυλίνα από τη Θεσσαλονίκη. Μια πραγματικά πανέφημη νύμφη του Χριστού. Ένα εύοσμο άνθος του χριστιανικού λειμώνα.
Γεννήθηκε στο χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης, στην επαρχία Λαγκαδά, το 1745, όπου σώζεται ως τα σήμερα, το ερειπωμένο σπίτι της. Ο πατέρας της ονομαζόταν Γεώργιος, ενώ της μητέρας της αγνοούμε το όνομα. Ήταν χριστιανοί και ζούσαν μια συνηθισμένη αγροτική ζωή. Η Κόρη τους Ακυλίνα ζούσε μαζί τους και είχε ριζώσει στην παιδική ψυχή της την πίστη στο Χριστό. Είχε δε ασυνήθιστη σωματική ομορφιά.
Όταν η Ακυλίνα ήταν 19 χρονών συνέβη ένα τραγικό γεγονός. Ο πατέρας της μάλωσε με κάποιον τούρκο και πάνω στον καυγά τον σκότωσε. Μετά από αυτό αναστατώθηκε όλο το χωριό και οι κάτοικοι έτρεξαν να κρυφτούν, διότι τα αντίποινα από τους τούρκους αναμένονταν να είναι φοβερά. Σε τέτοιες περιπτώσεις οι βάρβαροι ασιάτες τύραννοι προέβαιναν σε μαζικές σφαγές αθώων, για παραδειγματισμό, να μην επαναληφθεί βιαιοπραγία εναντίον τούρκων.
Τουρκικά αποσπάσματα έψαχναν παντού το φονιά Γιώργη, ώσπου τον εντόπισαν, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στις τουρκικές αρχές. Το τοπικός κατής, ο οποίος ονομαζόταν και ιεροδικαστής, διότι δίκαζε σύμφωνα με τις διατάξεις του Κορανίου και της σαρία, δηλαδή του ισλαμικού νόμου, ανάκρινε το φονιά και μετά την ομολογία του, του γνωστοποίησε τις συνέπειες της πράξεις του, η οποία ήταν θάνατος δια απαγχονισμού. Τον ενημέρωσε όμως, ότι είχε τη δυνατότητα να γλυτώσει τη ζωή του αν ήθελε να εξισλαμισθεί. Ο ισλαμικός νόμος παρείχε αυτή τη δυνατότητα σε αλλοθρήσκους οι οποίοι είχαν διαπράξει εγκλήματα, να απαλλαγούν από τις συνέπειές τους, με την προσχώρηση στην μουσουλμανική θρησκεία. Και μάλιστα, όχι μόνον απαλλάσσονταν οι εξωμότες από τις συνέπειες των εγκληματικών τους πράξεων, αλλά και επιβραβεύονταν από το οθωμανικό κράτος, με φοροαπαλλαγές, κατάληψη υψηλών κυβερνητικών θέσεων και απόκτηση πλούτου.
Ο Γιώργης δείλιασε μπροστά στην απειλή του θανάτου και αποδέχτηκε να ασπασθεί το Ισλάμ, για να γλυτώσει τη ζωή του. Επίσης υποσχέθηκε στον κατή ότι με τον καιρό θα έπειθε και την οικογένειά του να αλλαξοπιστήσει. Αμέσως παραδόθηκε στους μουλάδες, οι οποίοι του έκαμαν περιτομή και του ζήτησαν να κάνει το λεγόμενο «σαλαβάτι», την «ομολογία πίστεως» του Ισλάμ. Έτσι αθωώθηκε από την κατηγορία του φόνου και αφέθηκε ελεύθερος. Μάλιστα του έδωσαν αρκετά χρήματα και του υποσχέθηκαν τιμές και αξιώματα.
Η φήμη ότι ο Γιώργης αλλαξοπίστησε και τούρκεψε έπεσε σαν κεραυνός στην ευσεβή σύζυγό του και στην αγνή και πιστή κόρη του την Ακυλίνα. Το ίδιο και στους συγχωριανούς του, οι οποίοι, με θυσίες και ταπεινώσεις κρατούσαν αιώνες την αληθινή πίστη στο Σωτήρα και Λυτρωτή Χριστό. Στεναχωρήθηκαν πολύ και επαναλάμβαναν όλοι, μικροί μεγάλοι, με ένα στόμα, διερωτώμενοι: «Είναι δυνατόν να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει την Πίστη του;»!
Η σύζυγός του και η κόρη του ήταν απαρηγόρητες για το κακό που μπήκε στο σπιτικό τους. Τον Γιώργη τον θεωρούσαν πλέον «ξένο σώμα» στην οικογένεια. Ντύθηκαν μαύρα ρούχα, κλείστηκαν στο σπίτι τους και έκλαιγαν απαρηγόρητα, μέρα και νύχτα για το κατάντημα του συζύγου και πατέρα, ο οποίος έγινε προδότης της
Πίστεως. Η καλή σύζυγος προσπαθούσε με καλοσύνη και αγάπη να τον πείσει να συνέλθει και να μεταστραφεί στην πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό, να μετανοήσει, να εξομολογηθεί, να χρισθεί με το Άγιο Μύρο και να ενταχθεί ξανά στην σωστική αγκαλιά της αγίας Εκκλησίας του Χριστού. Αλλά εκείνος, τυφλωμένος από τη δαιμονική ενέργεια, η οποία τον είχε καταλάβει και τα χρήματα και τα δώρα που του έδωσαν οι αλλόθρησκοι τύραννοι, δεν ήθελε να ακούσει για μεταστροφή. Δεν ήθελε να ακούει το όνομα του Χριστού! Άλλωστε σκεφτόταν πως, αν απαρνιόταν το Ισλάμ τον περίμενε βέβαιος θάνατος! Αντίθετα μάλιστα, προσπαθούσε να τις μεταστρέψει και αυτές στο Ισλάμ, όπως είχε υποσχεθεί στον τούρκο κατή. Ήταν ένας από τους όρους της αθώωσής του.
Βλέποντας η ευσεβής σύζυγός του ότι ήταν μάταιο να τον μεταπείσει, έπαψε να ασχολείται μαζί του και άρχισε να φροντίζει την αγαπημένη της κορούλα. Της μιλούσε για το Χριστό και την νουθετούσε να μην απαρνηθεί ποτέ και για καμιά αιτία την πίστη της. Της έλεγε πως ο μεγάλος μας θησαυρός ημών των Χριστιανών είναι η ορθόδοξη πίστη μας. Η συνετή εκείνη γυναίκα ήξερε πως οι τούρκοι κάποια στιγμή θα απαιτούσαν και τον δικό τους εξισλαμισμό. Διαισθάνονταν και το δικό τους επερχόμενο μαρτύριο.
Το κακό δεν άργησε να έρθει. Το έτος 1764 ο γιός του πασά της Θεσσαλονίκης είδε την Ακυλίνα στη βρύση του χωριού, η οποία έπαιρνε νερό και θαμπώθηκε από την ομορφιά της. Ζήτησε να μάθει πια ήταν και ανήγγειλε στον πατέρα του, ότι θέλει να κάνει σύζυγό του την όμορφη ρωμιά. Εκείνος έστειλε διαταγή στον εξισλαμισμένο Γιώργη να δώσε την κόρη του στο γιό του, αφού πρώτα την πείσει να εξισλαμισθεί και γίνει τουρκάλα. Ο εξωμότης πατέρας θεώρησε μεγάλη τιμή του να συμπεθερέψει με τον πασά της Θεσσαλονίκης και γι’ αυτό έτρεξε περιχαρής στο σπίτι του να αναγγείλει το «μεγάλο γεγονός» στην ίδια και τη σύζυγό του.
Οι δύο γυναίκες πάγωσαν κυριολεκτικά από το θράσος του εξωμότη Γιώργη. Χωρίς καν το σκεφτούν τον πέταξαν έξω από το σπίτι και του διαμήνυσαν ότι δεν ήθελαν πια να έχουν σχέσεις μαζί του, δεν ήθελαν να τον ξαναδούν τα μάτια τους. Εκείνος δεν υποχώρησε, άρχισε με γλυκόλογα και ταξίματα να προσπαθεί να πείσει την Ακυλίνα να δεχτεί τις προτάσεις του. Όμως εκείνη παρέμενε ασυγκίνητη. Τότε έτρεξε στις τουρκικές από τις οποίες ζήτησε να αρχίσουν τα βασανιστήρια για να κάμψει την άρνησή της.
Πριν φτάσουν οι τούρκοι χωροφύλακες να τη συλλάβουν, η μητέρα της την εμψύχωσε συμβουλεύοντάς την: «Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην αιωνιότητα της μακάριας ζωής»! Οι βασανιστές της την άρπαξαν και την οδήγησαν στον τόπο του μαρτυρίου, αρχίζοντας τα βασανιστήρια. Τη γύμνωσαν και άρχισαν να τη μαστιγώνουν ανελέητα με βέργες και συρμάτινα μαστίγια. Το νεανικό κορμί της γέμισε πληγές και το αίμα έτρεχε ποτάμι, ποτίζοντας τη μακεδονική γη. Εκείνη υπόμεινε με πρωτοφανή καρτερία τους αφόρητους πόνους, έχοντας συνεχώς το κεφάλι της υψωμένο στον ουρανό και φωνάζοντας, με όση δύναμη της είχε απομείνει, επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα: «Είμαι Χριστιανή και Χριστιανή θα πεθάνω»! Μάλιστα ήλεγχε την πλάνη των βασανιστών της.
Τρία ολόκληρα ημερονύχτια τη βασάνιζαν χωρίς έλεος οι κτηνώδεις βασανιστές της. Το απόγευμα της τρίτης ημέρας, πλημυρισμένη από τα αίματα και παραμορφωμένη από τα κτυπήματα, την πήγαν στο σπίτι της. Πίστευαν πως αν την έβλεπε σε αυτή τη δεινή κατάσταση η μητέρα της, θα την έπειθε να αλλαξοπιστήσει και να παντρευτεί το γιο του πασά. Αλλά συνέβη το αντίθετο. Η ηρωική μητέρα πήρε στην αγκαλιά της το σπλάχνο της και αντί άλλων, τη ρώτησε: «Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;». Η Μάρτυς της απάντησε: «Μητέρα έκανα
όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου»! Αμέσως ξεψύχησε και η αγία ψυχή της πέταξε στα ουράνια να συναντήσει το Νυμφίο της Χριστό. Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764, 19 ετών. Το αμόλυντο και άγιο λείψανό της άρχισε να ξεχύνει μια ουράνια και ανέκφραστη ευωδία. Σε λίγο η ευωδία πλήρωσε όλο το χωριό!
Οι τούρκοι, θέλοντας να αποστερήσουν τις τιμές στο ιερό λείψανό της, το άρπαξαν και το έθαψαν σε τουρκικό νεκροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού, θεωρώντας την ως μουσουλμάνα! Ήθελαν να δείξουν με αυτή την απαίσια πράξη τους ότι την έκαμαν μουσουλμάνα μετά το θάνατό της! Οι δρόμοι, από όπου πέρασε το άγιο λείψανο ευωδίαζαν για μέρες! Το ίδιο βράδυ, μόλις σκοτείνιασε, ένα ουράνιο φως, σαν λαμπερό αστέρι, κατέβηκε και στάθηκε πάνω από τον τάφο της, μένοντας εκεί για ώρες!
Οι Χριστιανοί του Ζαγκλιβερίου δόξαζαν το Θεό για την τιμή και την ευλογία, η οποία επισκέφτηκε το χωριό τους, στο πρόσωπο της ηρωικής Μάρτυρος Ακυλίνας. Αλλά λυπόνταν που στερήθηκαν το ιερό της λείψανο. Όμως τρεις ηρωικοί Χριστιανοί νέοι, σωστά ηρωικά παλληκάρια του Χριστού, αποφάσισαν κάποια σκοτεινή νύχτα, να κάμουν κάτι εξαιρετικά παράτολμο, να ξεθάψουν και να κλέψουν το ιερό λείψανό και να το θάψουν σε ασφαλή τόπο. Κατά την παράδοση, τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας, Καλημέρης και Μπούκλας, οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό, γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανο στα χέρια των Τούρκων.
Η μνήμη της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ηρωικού της μαρτυρίου.
ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΜΕΝΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Αρμενία υπήρξε σημαντική κοιτίδα του Χριστιανισμού κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Σύμφωνα με την παράδοση, οι πρώτοι που έφεραν το χριστιανικό μήνυμα στις χώρες του Καυκάσου, ήταν οι απόστολοι Θαδδαίος και Βαρθολομαίος. Αλλά οι διωγμοί εκ μέρους των ειδωλολατρών ηγεμόνων της περιοχής δεν επέτρεψαν να αναπτυχθούν ιδιαίτερα οι εκεί χριστιανικές κοινότητες. Αυτά μέχρι την εμφάνιση του αγίου Γρηγορίου, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία του Φωτιστή της Αρμενίας.
Έζησε στα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Διοκλητιανός (284-305), ο πλέον φανατικός και θρησκομανής ρωμαίος αυτοκράτορας, ο μεγαλύτερος διώκτης των Χριστιανών. Ήταν Πάρθος στην καταγωγή και γόνος επιφανούς οικογένειας. Ο πατέρας του ονομάζονταν Ανάκ και ήταν συγγενής του βασιλιά της Αρμενίας Κουσαρώ, ενός φανατικού ειδωλολάτρη και σφοδρού διώκτη των Χριστιανών. Χιλιάδες Χριστιανοί συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και βρήκαν τραγικό θάνατο από τους δημίους του.
Ο Γρηγόριος κατηχήθηκε στην χριστιανική πίστη και βαπτίστηκε Χριστιανός. Παράλληλα δε έλαβε σπουδαία μόρφωση, λόγω της ευγενικής και πλούσιας οικογένειάς του. Επίσης διακρίνονταν για την ευσέβειά του και τον ενάρετο βίο του και γι’ αυτό έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως από τους συμπατριώτες του.
Τον Κουσαρώ διαδέχτηκε στο θρόνο ο γιός του Τιριδάτης, φανατικός και αυτός ειδωλολάτρης, ο οποίος ανανέωσε τη διαταγή του πατέρα του, εναντίον των Χριστιανών του βασιλείου του. Οι στρατιώτες του εισέβαλλαν στις πόλεις και τα χωριά και συλλάμβαναν όσους καταγγέλλονταν ως Χριστιανοί. Μαζί τους συνελήφθη και ο Γρηγόριος, ο οποίος σύρθηκε σιδηροδέσμιος στον βασιλιά. Ο γενναίος Χριστιανός στάθηκε με θάρρος και παρρησία μπροστά στον θηριώδη ηγεμόνα και ομολόγησε την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και στηλίτευσε την ειδωλολατρία, ως λατρεία των πονηρών πνευμάτων. Κάθε άλλη λατρεία, εκτός του Τριαδικού Θεού, που μας αποκάλυψε ο ένσαρκος Λόγος Του, ο Ιησούς Χριστός, είναι λατρεία των δαιμόνων, όπως ρητά αποφαίνεται η Αγία Γραφή, «πάντες οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5).
Ο Τιριδάτης θύμωσε τόσο πολύ ώστε αλλοιώθηκε η όψη του από την απολογία του Χριστιανού Γρηγορίου. Τον φοβέρισε ότι θα τον υπέβαλλε σε φρικτά βασανιστήρια και πως θα τον σκότωνε αν δεν θυσίαζε στους «θεούς» του. Όμως εκείνος έμεινε αμετάπειστος και εδραίος στην πίστη του στο Χριστό. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να τον βασανίσουν με τα πλέον επώδυνα και φρικτά μέσα. Κάποιος τον πληροφόρησε για την ταυτότητα του Γρηγορίου, ότι ήταν γιος του Ανάκ του Πάρθου, ο οποίος είχε δολοφονήσει τον πατέρα του Κουσαρώ. Αυτό τον εξόργισε έτι περισσότερο και σκέφτηκε να τον θανατώσει με αργό και βασανιστικό τρόπο, προκειμένου να πάρει εκδίκηση για τον πατέρα του. Έδωσε διαταγή να ανοίξουν ένα βαθύ λάκκο, στην πόλη Αρταξά και αφού έδεσαν πισθάγκωνα το Γρηγόριο, τον έριξαν στην τάφρο για να φαγωθεί από τα θηρία και τα δηλητηριώδη ερπετά, τα οποία έριξαν μαζί του.
Κανένας δεν ασχολήθηκε πια με αυτόν, διότι θεώρησαν βέβαιο το θάνατό του. Όμως ο άγιος δεν βλάφτηκε, τα θηρία και τα ερπετά δεν του προξένησαν την παραμικρή βλάβη. Εκεί ξεχασμένος έζησε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, με λίγο ψωμί και νερό που του πήγαινε κρυφά μια ευσεβής Χριστιανή χήρα. Η θεία χάρις τον επισκίασε και τον προστάτευε όλα αυτά τα χρόνια. Επί τη ευκαιρία επισημαίνουμε πως αυτές οι θαυμαστές διηγήσεις «ξενίζουν» τους ορθολογιστές και απίστους, ως
μυθώδη γεγονότα. Αλλά για τους πιστούς είναι η δυναμική φανέρωση των άκτιστων ενεργειών του Θεού στον κόσμο. Κατά τον απόστολο Παύλο: «Πίστει νοούμενν κατηρτίσθαι τους αιώνας ρήματι Θεού, εις το μη εκ φαινομένων τα βλεπόμενα γεγονέναι» (Εβρ.11,3), Διότι είναι «μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα» και «όπου Θεός δε βούλεται, νικάται φύσεως τάξις»!
Όμως συνέβη το εξής παράδοξο γεγονός. Ο θηριώδης βασιλιάς Τιριδάτης είχε παραφρονήσει και έτρεχε στα βουνά και τα όρη κάνοντας παρέα με τους χοίρους, βόσκοντας χόρτα όπως τα ζώα και τρώγοντας συχνά τις σάρκες του κορμιού του. Οι συγγενείς του παλατιανοί βρισκόταν σε απόγνωση για την τραγική κατάσταση του ηγεμόνα. Κάποιο βράδυ έγινε το θαύμα. Η αδελφή του Τιριδάτη Κουσαροδούκτα είδε ένα παράξενο όνειρο και άκουσε μια υπερκόσμια φωνή, η οποία την πληροφορούσε πως «όσο καιρό θα βρίσκεται στο λάκκο ο Γρηγόριος και δεν τον βγάζετε από εκεί, δεν πρόκειται να βρει γιατρειά ο αδελφός σου»!
Το παράξενο όνειρο συντάραξε την πριγκίπισσα, η οποία το διηγήθηκε στους αξιωματούχους του ανακτόρου. Εκείνοι δεν ήξεραν για κανέναν Γρηγόριο, ο οποίος βρίσκεται σε λάκκο, διότι η υπόθεση αυτή είχε ξεχασθεί. Όμως κάποιος γέρος θυμήθηκε το γεγονός και τους οδήγησε στον τόπο, όπου κείτονταν ο αθλητής του Χριστού. Εκεί πράγματι οι άρχοντες βρήκαν τον Γρηγόριο απόλυτα υγιή και τα θηρία και ερπετά να τον προσκυνούν! Τον έβγαλαν από το λάκκο και τον οδήγησαν στο παλάτι, στο βασιλικό διαμέρισμα του άρρωστου Τιριδάτη. Ο Γρηγόριος αφού προσευχήθηκε, τον σταύρωσε και ο βασιλιάς έγινε αμέσως καλά!
Τότε ο Τιριδάτης κράτησε κοντά του τον Γρηγόριο, για να τον κατηχήσει στην πίστη του Χριστού. Αφού περατώθηκε η κατήχηση, ο Γρηγόριος τον βάπτισε. Ο πρώην διώκτης βασιλιάς έγινε ένθερμος Χριστιανός και προστάτης της Εκκλησίας και των Χριστιανών. Πρότεινε δε στον Γρηγόριο να χειροτονηθεί Επίσκοπος της Μεγάλης Αρμενίας. Εκείνος δέχτηκε και από τότε άνοιξε μια νέα σελίδα για τον Αρμενικό λαό.
Ο άγιος Γρηγόριος διακρινόταν για τις αρετές του, την ακλόνητη πίστη του στο Θεό και την ιεραποστολική του θέρμη. Κήρυττε και θαυματουργούσε, ως τεκμήριο της αληθινής πίστης που δίδασκε στους συμπατριώτες του. Οργάνωσε πολυπληθείς ιεραποστολές σε όλη τη χώρα, ώστε σε μικρό χρονικό διάστημα να μεταστραφούν στο Χριστιανισμό η μεγάλη πλειοψηφία του Αρμενικού λαού.
Ο άγιος Γρηγόριος ανήκει στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας. Για τους Αρμενίους θεωρείται ο φωτιστής τους και γι’ αυτό τον αποκαλούν Αουσάβοριτς, δηλαδή φωτιστή, διότι αυτός τους έβγαλε από τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας και τους οδήγησε στο Φως το αληθινό, τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, το Λυτρωτή του κόσμου, τον Ιησού Χριστό. Υπήρξε λοιπόν ο ουσιαστικός ιδρυτής της Αρμενικής Εκκλησίας και ο μεγάλος φωτιστής του Αρμενικού λαού και γι’ αυτό τιμάται υπερβαλλόντως από τους Αρμενίους. Το ιεραποστολικό του ενδιαφέρον εκτάθηκε και σε άλλες όμορες χώρες του Καυκάσου. Όπως αναφέρει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο άγιος Γρηγόριος βάπτισε στον Ευφράτη ποταμό πάνω από τέσσερα εκατομμύρια Αρμενίους, Ασσυρίους και Πέρσες. Μαζί τους τον Τιριδάτη. Έχτισε τρεις περίλαμπρους ναούς προς τιμή της αγίας Μάρτυρος Γαϊανής και των συν αυτής αγίων Παρθένων.
Όταν ολοκλήρωσε το τιτάνιο ιεραποστολικό του έργο, θέλησε να αποσυρθεί στην έρημο για να αφιερώσει χρόνο για την δική του τελείωση. Πριν αναχωρήσει χειροτόνησε τρεις Επισκόπους, να συνεχίσουν τον έργο του, τον Ολβιανό, τον Ευθάλιο και τον Βάσσο. Συνολικά χειροτόνησε, στις περιοχές που εκχριστιάνισε, περισσότερους από τετρακόσιους Επισκόπους.
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 30 Σεπτεμβρίου του 325. Την ημέρα αυτή τιμάται η μνήμη του.
Ατυχώς όμως η Αρμενική Εκκλησία, «η άμπελος ην εφύτευσεν» ο άγιος Γρηγόριος, παρέκλινε από την Ορθόδοξη πίστη τον 5ο αιώνα, απέρριψε τις αποφάσεις της Αγίας Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (451) και συντάχτηκε με τους αιρετικούς Μονοφυσίτες, ακολουθώντας έναν μετριοπαθή Μονοφυσιτισμό, τον οποίο ακολουθεί μέχρι σήμερα. Ευχή μας είναι, ο αδελφός μας μαρτυρικός Αρμενικός λαός, ο οποίος βίωσε, στο διάβα της ιστορίας του, απίστευτες διώξεις και μαρτύρια, να βρει ξανά την αληθινή πίστη και να ενταχθεί στους κόλπους της Μίας, Αγίας, καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, στην Ορθοδοξία μας, την αληθινή Εκκλησία του Χριστού.
ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου Καθηγητού
Πολλοί από τους οσίους της Εκκλησίας μας έχουν τον τίτλο του Αναχωρητή, κι’ αυτό διότι είχαν πάρει τη μεγάλη απόφαση να αναχωρήσουν σωματικά από τον πτωτικό κόσμο στις ερήμους, αλλά όμως ψυχικά να βρίσκονται κοντά στους κοσμικούς, με την προσευχή τους. Ένας από τους μεγάλους Αναχωρητές υπήρξε και ο άγιος Κυριακός, ο οποίος πήρε το προσωνύμιο του Αναχωρητή.
Γεννήθηκε στην Κόρινθο το 448, όταν βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450). Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης και ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Κορίνθου και η μητέρα του ονομαζόταν Ευδοξία. Αμφότεροι ήταν πιστοί και ενάρετοι άνθρωποι και γι’ αυτό φρόντισαν να αναθρέψουν το παιδί τους με ευσέβεια, πίστη και φόβο Θεού. Ο Κυριακός από μικρό παιδί είχε δείξει σημάδια πνευματικής ωριμότητας. Στοχάζονταν συνεχώς το μυστήριο της Θείας Οικονομίας, την αγάπη του Θεού να σωθεί το ανθρώπινο γένος, χάρις στην ενανθρώπηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αυτές οι σκέψεις τον οδήγησαν να αφιερωθεί στο Θεό. Όταν έφτασε στην εφηβική ηλικία αποφάσισε να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο, επιλέγοντας τους Αγίους Τόπους ως τόπο της άσκησής του. Έφυγε λοιπόν για τα Ιεροσόλυμα, να πατήσει τα άγια χώματα που είχαν πατήσει τα πανάγια πόδια του Λυτρωτή Χριστού. Εκεί συνάντησε στην αρχή έναν μεγάλο ασκητή, τον Ευστόργιο, στον οποίο προσκολλήθηκε για αρκετό καιρό. Ακούγοντας ακούραστος τις παραινέσεις του αγίου Γέροντα απέκτησε μεγάλη ψυχική ωφέλεια και πνευματική ωριμότητα. Μετά άκουσε για τον Μέγα Ευθύμιο και τις αρετές του. Ζητώντας την ευλογία του Ευστόργιου, πήγε κοντά του, γενόμενος δεκτός από εκείνον. Εκεί ενδύθηκε και το μοναχικό σχήμα.
Επειδή όμως υπήρχε η συνήθεια να μη δέχονται αγένειους νέους, λόγω σκανδαλισμού, ο Μέγας Ευθύμιος τον έστειλε στη Μονή του Αγίου Γερασίμου του Ιορδανίτη, όπου έγινε δεκτός και του ανατέθηκε το διακόνημα του μαγείρου. Εκεί ο Κυριακός διακονούσε με μεγάλη προθυμία τους αδελφούς και ασκούνταν ο ίδιος στην πίστη και στην αρετή. Νήστευε, αγρυπνούσε και προσεύχονταν ατέλειωτες ώρες. Τρέφονταν μόνο με λίγο άρτο και νερό, κάθε δύο ημέρες. Έτσι σε λίγο χρονικό διάστημα άρχισαν να διαφαίνονται οι αρετές του και η αγιότητά του. Ο ίδιος ο ηγούμενος άγιος Γεράσιμος και όλη η αδελφότητα τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν.
Μετά από εννέα χρόνια και ενώ ο ίδιος ήταν είκοσι οκτώ ετών, κοιμήθηκε ο Γέροντάς του Γεράσιμος. Ο Κυριακός γύρισε στη Λαύρα του αγίου Ευθυμίου, όπου έγινε δεκτός από τον ηγούμενο Ηλία. Όμως δεν έμεινε για πολύ, διότι έβλεπε με πίκρα τη διαμάχη της Μονής με τη διπλανή Μονή του Οσίου Θεοκτίστου, για οικονομικές διαφορές. Πήρε την απόφαση να φύγει και να εγκατασταθεί στη Μονή Σουκά. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, διακονώντας και σημειώνοντας πνευματική πρόοδο. Εκεί αξιώθηκε να δεχτεί και το αξίωμα του Πρεσβυτέρου και απέκτησε τη φήμη του σπουδαίου πνευματικού άνδρα.
Όντας στην ηλικία των εβδομήντα επτά ετών, αποφάσισε να φύγει για την έρημο, να ζήσει την ευλογημένη ζωή της ερημικής ησυχίας. Με έναν υποτακτικό του αναχώρησε για την σκληρή έρημο Νατουφά, στην οποία φύτρωναν μόνο πικρά σκυλοκρέμμυδα. Με την προσευχή του ο άγιος τα πικρά και ακατάλληλα χόρτα έγιναν γλυκά και η τροφή των δύο αναχωρητών επί τέσσερα χρόνια. Μέσα στην ησυχία της ερήμου οι δύο άνδρες προσεύχονταν, αγρυπνούσαν, πολεμούσαν το διάβολο κατά μέτωπο και απέκοπταν τα πάθη τους. Ο άγιος Κυριακός είχε καθαρθεί και έμοιαζε με τους αγγέλους. Μάλιστα είχε φτάσει στο σημείο αγιότητας να βγάζει
δαιμόνια από κατεχόμενους. Θεράπευσε κάποιον δαιμονισμένο στη χώρα των Θεώνων.
Το θαύμα αυτό έγινε γνωστό στην ευρύτερη περιοχή. Πολλοί άρρωστοι και ιδίως δαιμονισμένοι έτρεχαν να βρουν τη γιατρειά τους από το άγιο ασκητή. Αυτό όμως τον ενοχλούσε, διότι τον απέκοπτε από τον πνευματικό του αγώνα. Γι’ αυτό αποφάσισε να αναχωρήσει πιο βαθειά στην έρημο του Ρουβά, τρεφόμενος με ρίζες αγρίων φυτών. Αλλά οι άρρωστοι έφταναν ως εκεί για να βρουν θεραπεία και ο άγιος ανταποκρίνονταν στη λαχτάρα τους. Αλλά και πάλι ο άγιος θεώρησε την κατοικία του αυτή ακατάλληλη από την κοσμοσυρροή. Έφυγε για άλλη πιο μακρινή έρημο, τη Σουσακείμ. Εκεί έζησε επτά χρόνια ως επίγειος άγγελος. Τον καιρό εκείνο έπεσε φοβερό θανατικό στην περιοχή. Οι μοναχοί της Λαύρας του Σουκά έτρεξαν στον άγιο να τους σώσει από την πανώλη. Ο Κυριακός τους λυπήθηκε, γύρισε στη Λαύρα και με τις προσευχές του κατόρθωσε να διώξει την αρρώστια. Έμεινε στο κελί του αβά Χαρίτωνος πέντε χρόνια. Από εκεί αναγκάστηκε να πολεμήσει την αίρεση του ωριγενισμού, με επιτυχία. Ο ίδιος ο Ωριγένης (+254) και κυρίως οι μαθητές του, είχαν πέσει σε σημαντικές πλάνες, όπως «η προΰπαρξη των ψυχών» και η «αποκατάσταση των πάντων», οι οποίες καταδικάστηκαν από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (553).
Διάνυε ήδη το ενενηκοστό ένατο έτος της ηλικίας του. Είχε επιθυμήσει να ζήσει και πάλι στην αγαπημένη του έρημο Σουσακείμ. Εκεί έζησε ακόμη εννέα έτη. Λίγο πριν το τέλος της επί γης ζωής του πήγαν να τον επισκεφτούν κάποιοι μοναχοί από τη Λαύρα Σουκά και να πάρουν την ευλογία του. Τον βρήκαν να προσεύχεται χωρίς κούραση, παρά τα εκατόν οκτώ έτη του, με πλήρη σωματική ρώμη και πνευματική διαύγεια. Ο άγιος ασκητής, αφού τους ευχαρίστησε και τους ευλόγησε κοιμήθηκε ειρηνικά το 556 και αγία του ψυχή πέταξε στα ουράνια για να συναντήσει τον Κύριο στον Οποίο είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του. Η μνήμη του τιμάται στις 29 Σεπτεμβρίου.
Αυτός υπήρξε ο άγιος Κυριακός ο Αναχωρητής. Σωματικά στην έρημο και πνευματικά στον κόσμο, καθ’ ότι η ορθόδοξη ασκητική δεν είναι απόκοσμη, αλλά αγώνας για την κάθαρση του κόσμου από τη δουλεία της αμαρτίας.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση