Συνέχεια…Βίοι Αγίων 15-17.9.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

Η ΘΕΟΥ ΔΥΝΑΜΙΣ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑ ΚΟΣΜΟΝ «ΜΩΡΙΑ» ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

ΣΚΟΝΤΖΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ, Θεολόγου – καθηγητού

Η Παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού, ως  ανάμνηση του μεγάλου γεγονότος της ευρέσεως και υψώσεως του αγιασμένου ξύλου, όπου καρφώθηκε και πέθανε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός για χάρη της σωτηρίας μας, αποτελεί ευκαιρία για μας τους πιστούς να συνειδητοποιήσουμε την ακατανίκητη δύναμη που ασκεί στον κόσμο, ως «φύλαξ πάσης της οικουμένης», αλλά και να θεωρήσουμε την άρνηση του κόσμου να δεχτεί την υπέρτατη χάρη του. Ο λαός του Θεού, με το αλάνθαστο κριτήριό του, προσέρχεται στους ναούς με ευλάβεια, κρατώντας κλώνους ολόδροσου και μυρωδάτου βασιλικού να προσκυνήσει τον Τίμιο Σταυρό, το σύμβολο του Χριστού, για να αντλήσει χάρη και δύναμη, οι οποίες του χρειάζονται για την πνευματική του πορεία.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, πολύ πριν οδηγηθεί στον επονείδιστο δια του σταυρού θάνατό Του, ομίλησε πολλές φορές για τη σημασία του σταυρού στη ζωή των πιστών, ο οποίος ταυτίζεται με τον καλό αγώνα. Μέσα από την ελεύθερη κλήση τους για σωτηρία καλούνται οι πιστοί να σηκώσουν τον προσωπικό τους σταυρό και να ακολουθήσουν τα ίχνη του Λυτρωτή. «Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ.8,35). Στην αντίθετη περίπτωση «ος ου λαμβάνει τον σταυρόν αυτού και ακολουθεί οπίσω μου, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,38).

Εδώ ο Κύριος, μέσα από την ελεύθερη βούληση, επιτάσσει δύο μεγάλες υποχρεώσεις, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο της νέας εν Χριστώ ζωής και πολιτείας, ήτοι: την απάρνηση του ατομικού θελήματος και εγώ και την εθελούσια αποδοχή της τραχιάς και αγωνιστικής πορείας προς την πραγμάτωση και την καταξίωση της υπόστασής του, ως ανθρώπινο πρόσωπο.

Η πορεία της σωτηρίας δεν είναι εύκολη, αλλά δυσκολοδιάβατη. «Εισέλθετε δια της στενής πύλης, ότι πλατεία η πύλη και ευρύχωρος η οδός η υπάγουσα εις την απώλειαν, και πολλοί  οι εισερχόμενοι δι’ αυτής, ότι στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η υπάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ.7,13-14). Η χριστιανική πορεία είναι σταυρική και για τούτο έχει αξία και αποτέλεσμα. Αντίθετα η πτωτική πορεία του αμαρτωλού κόσμου είναι εύκολη, αφού «εν τω κόσμω (τούτω) θλίψιν έξετε» (Ιωάν.16,33), η οποία υπερνικείται με το θάρρος και την υπομονή που χαρίζει ο Χριστός, «θαρσείτε εγώ νενικήκα τον κόσμον» (Ιωάν.16,33).

Ο λόγος του Σταυρού αποτελεί το βάθρο της θεολογίας του αποστόλου Παύλου. Ο θείος απόστολος, ο όποιος βίωνε τη διαρκή προσωπική του σταυρική πορεία, τόνιζε στο κήρυγμά του συνεχώς τη μεγάλη και πρωταρχική σημασία του Σταυρού του Χριστού για τη σωτηρία του κόσμου. Διέκρινε με σαφήνεια τη διαφορετική πορεία του κόσμου και της Εκκλησίας, οι οποίοι δεν έχουν κανένα σημείο συνάντησης. Αυτό φαίνεται καθαρά από το θρησκευτικό κλίμα της εποχής του. Οι πάμπολλες παγανιστικές θρησκείες συναγωνίζονταν μεταξύ τους ποια θα προσφέρει περισσότερη τέρψη των αισθήσεων στους ανθρώπους. Οι πληθώρα των παγανιστικών «θεοτήτων» το μόνο που έκαναν ήταν να προσφέρουν ηδονή, θωπεύοντας τα πιο άγρια πάθη και ένστικτα των πιστών τους. Δεν είναι τυχαίο πως οι πιο δημοφιλείς «θεότητες» στον ελληνορωμαϊκό κόσμο την εποχή αυτή ήταν ο Βάκχος, η Αφροδίτη και η Ίσιδα, στο όνομα των οποίων γινόταν ακατανόμαστες ηθικές παρεκτροπές, ως θρησκευτική λατρεία!

Πλάι στη θρησκευτική αθλιότητα σύμπλεε η ελληνική και η ρωμαϊκή σκέψη, η οποία έθετε ως μέτρο σύγκρισης των πάντων και ως υπεραξία, το ατομικό εγώ, γύρω από το οποίο έπρεπε να κινείται όλος ο κόσμος. Μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα το χριστιανικό κήρυγμα, για απάρνηση του εαυτού και σταυρική πορεία, θεωρήθηκε ως πιο μεγάλη μωρία της ιστορίας. Ως η πιο ανόητη και συνάμα απάνθρωπη θεώρηση της ζωής, αδιαφορώντας τη διαβεβαίωση της Εκκλησίας, πως «ουδέ εμποδίζω τέρπεσθαι, αλλά μετά σωφροσύνης τούτο γίνεσθαι» (Ι. Χρυσοστόμου.Ομιλ.7,7. P.G.57,81).

Αλλά και στον ιουδαϊκό κόσμο τα πράγματα ήταν το ίδιο απελπιστικά. Η σταδιακή απομάκρυνση από το κήρυγμα των προφητών και η πρόσδεση στη φαρισαϊκή νοοτροπία της αναγκαστικής επιβράβευσης του «ευσεβή» από το Θεό, δεν άφηναν περιθώρια για την αποδοχή της σταυρικής πορείας. Γι’ αυτό και το κήρυγμα του Σταυρού ήταν για τους Ιουδαίους το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών! Το έγραψε ο μεγάλος απόστολος ξεκάθαρα προς τους κλονισμένους Χριστιανούς της Κορίνθου: ότι «ο λόγος ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί, τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι… (αλλά όμως) ευδόκησεν ο Θεός δια της μωρίας του κηρύγματος (του σταυρού) σώσαι τους πιστεύοντας» (Α΄ Κορ.1,18).

Ο απόστολος των εθνών όρισε ως αφετηρία της πνευματικής ζωής και της εν Χριστώ απολυτρώσεως, τρεις απαραίτητες παραμέτρους: την συσταύρωση, την συνθανάτωση και την συνέγερση με το Χριστό. «Σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα, γινώσκοντες ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη ίνα καταργηθεί το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία… ει δε απεθάνομεν εν Χριστώ πιστεύομεν ότι και συζήσωμεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,5-11).

Ζητεί να απεκδυθούμε «τον παλαιόν άνθρωπον εν ταις πράξεσιν και ταις επιθυμίαις» (Κολ.3,9). Να νεκρώσουμε «τα μέλη τα επί της γης, πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν και πλεονεξίαν» (Κολ.3,5). Να καταργήσουμε τα έργα της σαρκός «άτινα εισί πορνεία, ακαθαρσία, ασέλγεια, ειδωλολατρία, φαρμακεία, έχθραι, έρις, ζήλος, θυμοί, εριθείαι, διχοστασίαι, αιρέσεις, φθόνοι, φόνοι, μέθαι και κώμοι, και τα όμοια τούτοις» (Γαλ.5,19-21). Να αναιρέσουμε, να καταδικάσουμε σε «σταυρικό θάνατο» την αμαρτία, η οποία ευθύνεται για την καταστροφή μας.

Ανήγαγε επίσης ο μεγάλος απόστολος, τη συσταύρωση με το Χριστό, ως υπέρτατη θυσία λογική. «Παρακαλώ … παραστήσαι τα σώματα υμών θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον τω Θεώ, την λογικήν λατρείαν υμών» (Ρωμ.12,1).  Σταύρωση, λοιπόν, σημαίνει θυσία. Αλλά «πως αν γένοιτο το σώμα, φησί, θυσία;» απαντά ο ιερός Χρυσόστομος, «Μηδέν ο οφθαλμός βλεπέτω πονηρόν και γέγονε θυσία. Μηδέν η γλώσσα λαλείτω αισχρόν, και γέγονε προσφορά. Μηδέν η χείρ πραττέτω παράνομον και γέγονεν ολοκαύτωμα» (Ι. Χρυσ. Ομιλ.20,1.P.G.60,595). Το ίδιο έλεγε και ο Μ. Αθανάσιος: «Άρωμεν ουν το σώμα τούτο και ποιήσωμεν θυσιαστήριον και επιθώμεν επάνω πάσαν ημών την ενθύμησιν και δεηθώμεν του  Κυρίου, ίνα πέμπψη εξ ουρανού το αόρατον και μέγα πυρ, και καταφάγη το θυσιαστήριον και πάντα τα εν αυτώ» (P.G.34,732).

Η απόρριψη του παλαιού πτωτικού ανθρώπου αποτελεί για τον Παύλο νοητή νέκρωση, ένα είδος εκουσίου θανάτου,  ως απαραίτητη προϋπόθεση για την εν Χριστώ αναγέννηση. «Πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σώματι ημών φανερωθεί. Αεί γαρ ημείς οι ζώντες εις θάνατον παραδιδόμεθα δια Ιησού, ίνα και η ζωή του Ιησού φανερωθεί εν τη θνητή σαρκί ημών» (Β΄Κορ.4,10-11). Διότι κατά το άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: «κατανεκρούμενοι τη αμαρτία και τον ιερόν τουτονί νοητώς υπομένοντες θάνατον, προσάγωμεν εαυτούς τω Θεώ» (Κυριλ.Αλεξ.Λογ.61. P.G.68,1025) και κατά το Μ. Βασίλειο: «αποκτείνομεν το φρόνημα της σαρκός, το μη δυνάμενον υποταγήναι τω νόμω του Θεού, ίνα το φρόνημα του πνεύματος ισχυρόν ημίν εγγένηται» (Μ. Βασίλειος, P.G.31,424B).

Η «μωρία» και το «σκάνδαλο» του κηρύγματος του Σταυρού θα αποτελεί σοβαρό διαχρονικό πρόβλημα αποδοχής του Χριστού από τον πτωτικό κόσμο. Η πλειοψηφία των αιρέσεων είναι στην ουσία άρνηση της σταυρικής πορείας και δημιουργία ανώδυνης, δηλαδή ασταύρωτης θρησκείας. Περισσότερο αρνητική είναι η κοσμική νοοτροπία, η οποία προτιμά την ευρύχωρο οδό «την υπάγουσαν εις την απώλειαν» (Ματθ.7,13).

Αυτό το βλέπουμε εντονότερο στους έσχατους αποκαλυπτικούς καιρούς μας, όπου η άρνηση και η ασέβεια είναι ο κανόνας της σύγχρονης ζωής. Η μανία της ηδονοθηρίας του σύγχρονου ανθρώπου, καθώς και η αποθέωση του εγωκεντρισμού όχι μόνο δεν αφήνουν περιθώρια για σταυρική διάθεση, αλλά εγκαθιστούν κοινωνία δαιμονικής νοοτροπίας και πρακτικής. Τα άθλια διδάγματα του δυτικοευρωπαϊκού «διαφωτισμού» αφιονίζουν τις μάζες με εωσφορική έπαρση, θεωρώντας την αρετή του αυτοπεριορισμού ως «χριστιανική πανώλη», ως «αυτοπαραίτηση από τη ζωή», ως «ιδίωμα των αδυνάτων, το οποίο αναστέλλει την πρόοδο» (Νίτσε)! Το κυριαρχούν επίσης σήμερα παγκόσμιο αποκρυφιστικό πνεύμα της λεγομένης «Νέας Εποχής του Υδροχόου» έσβησε και την παραμικρή διάθεση για «σταύρωση» του νεοεποχίτη  ανθρώπου, διδάσκοντάς του το «ευαγγέλιο του όφεως», ότι δήθεν αυτός είναι ο θεός και δεν έχει ανάγκη κανενός άλλου Θεού!

Η ασταύρωτη πορεία του κόσμου γεύεται ήδη τους φαρμακερούς καρπούς της αποστασίας. Ως Έθνος και ως ανθρωπότητα «μετράμε μέρες» για την επερχόμενη βεβαία αυτοκαταστροφή μας. Δε χρειάζεται να είναι κάποιος «καταστροφολόγος» για να διαπιστώσει την ολέθρια πορεία του κόσμου, η οποία κατακρημνίζεται στην άβυσσο της καταστροφής.

Υπάρχει ελπίδα; Ναι! Είναι ο Σταυρός του Χριστού, η σταυρική ζωή της θυσίας και της αρετής! Η «σταύρωση» του παλαιού κακού και διεφθαρμένου εαυτού μας, ο οποίος αποτελεί το πρωταρχικό κύτταρο διαφθοράς της κοινωνίας. Η «σταύρωση» της αμαρτίας, ως η πιο θανατερή νόσος, της ανθρώπινης φύσης μας, είναι επιτακτική ανάγκη, ώστε να μη μπορεί να κυριαρχεί αυτή, κατά το απόστολο Παύλο,  «εν τω θνητώ υμών σώματι εις το υπακούειν ταις επιθυμίαις αυτού» να μην είναι «τα μέλη υμών όπλα αδικίας τη αμαρτία, αλλά (παραγγέλλει) παραστήσατε εαυτούς τω Θεώ ωσεί εκ νεκρών ζώντας και τα μέλη υμών όπλα δικαιοσύνης τω Θεώ» (Ρωμ.12,1).

Αυτή είναι η πραγματική σταυρική πορεία, την  οποία καλούμαστε να ακολουθήσουμε και η οποία οδηγεί ασφαλώς στη νίκη, το θρίαμβο και την ανάσταση, σε αντίθεση με την κατά κόσμον «μωρία» του Σταυρού, η οποία οδηγεί αποδεδειγμένα στον όλεθρο, την καταστροφή και το θάνατο! Ας μη λησμονούμε στιγμή την προτροπή του Μ. Βασιλείου: «επιμελού ψυχής, πράγματος αθανάτου» (P.G.31,204), διότι «τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση το κόσμον όλον και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» (Μαρκ.8,36)!

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού                                              

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι ένας ακόμα σημαντικός εορτολογικός σταθμός της Εκκλησίας μας. Οι πιστοί την ημέρα αυτή καλούμαστε να τιμήσουμε και να προσκυνήσουμε τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου ώστε να αντλήσουμε δύναμη και χάρη από αυτόν. Η μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή δίνει επίσης την ευκαιρία σε όλους μας να σκεφτούμε ορισμένες βασικές αρχές και αλήθειες της πίστης μας, οι οποίες είναι συνυφασμένες με τη θεολογία του Σταυρού.

Η Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησίας μας, η οποία διασώζει, μόνη Αυτή, ανόθευτη την βιβλική και πατερική διδασκαλία, αποδίδει την προσήκουσα τιμή στο Σταυρό του Χριστού, ως το κατ’ εξοχήν όργανο και σύμβολο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Σε αντίθεση με την ποικίλη ετεροδοξία, η οποία, είτε αδιαφορεί να αποδώσει τιμή στο Σταυρό , είτε πολεμά ευθέως αυτόν, ως ειδωλολατρικό σύμβολο. Η Εκκλησία μας θέσπισε πολλές φορές  προσκύνησης και τιμής του Σταυρού καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως, στις 14 Σεπτεμβρίου.

Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τη χριστιανική πίστη κορυφαίο σύμβολο θυσίας και αγιασμού, διότι η σημασία του είναι πραγματικά τεράστια. Ο Σταυρός μαζί με την Ανάσταση λειτουργούν ως δυο βασικοί άξονες πάνω στους οποίους κινείται η ζωή των πιστών χριστιανών. Η Ανάσταση έπεται του Σταυρού και προϋποθέτει το Σταυρό και ο Σταυρός προμηνύει την Ανάσταση. Χωρίς Σταυρό δεν γίνεται Ανάσταση. Πάνω σε αυτές τις αρχές στηρίζεται η θεολογία του Σταυρού και η σπουδαία σημασία του για τη ζωή της Εκκλησίας.

Ο μέγας απόστολος των Εθνών Παύλος, ο κατ’ εξοχήν θεολόγος του Σταυρού, τονίζει συχνά στις θεόπνευστες επιστολές του ότι ο Σταυρός του Χριστού είναι γι’ αυτόν και για την Εκκλησία καύχηση. «εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου  ημών Ιησού Χριστού» (Γαλ.6,13), διότι «ο λόγος γαρ ο του σταυρού τοις μεν απολλυμένοις μωρία εστί τοις δε σωζομένοις ημίν δύναμις Θεού εστι» (Α΄Κορ.1,17», επειδή ο Ιησούς Χριστός «εγενήθη εν σοφία από Θεού, δικαιοσύνη τε και αγιασμός και απολύτρωσις» (Α΄Κορ.1,30) ως ο «Εσταυρωμένος» (Α΄Κορ.1,23). Ο Κύριος της δόξης «υπό χειρών ανόμων» καρφώθηκε επάνω στο ξύλο του Σταυρού, για να υποστεί το επώδυνο μαρτύριο της σταυρώσεως και να πεθάνει ως αίσχιστος κακούργος. Αλλά όμως η ανθρώπινη αυτή κακουργία, εξ αιτίας της άμετρης θείας αγάπης, λειτούργησε ευεργετικά για το θεοκτόνο ανθρώπινο γένος, «συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιοθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10). Ο σταυρικός θάνατος του Χριστού είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο!

Ο Σταυρός πριν τη μεγάλη σταυρική θυσία του Χριστού ήταν έχθιστο φονικό όργανο εκτέλεσης κακούργων. Όποιος πέθαινε δια της σταυρώσεως χαρακτηρίζονταν «επικατάρατος» (Γαλ.3,1). Αφότου όμως ο σαρκωμένος Θεός πέθανε ως κακούργος πάνω στο εγκάρσιο ξύλο, αυτό κατέστη πηγή απολυτρώσεως. Από μέσο θανατώσεως μεταβλήθηκε σε ακένωτη πηγή ζωής, από αποκρουστικό και απαίσιο όργανο των δημίων έγινε φωτεινό σύμβολο και δίαυλος ευλογιών, από ξύλο πόνου και ωδίνων κατέστη καταφύγιο ανάπαυσης και χαράς.

Η παράδοξη αυτή και μεγάλη αλλαγή συντελέσθηκε επειδή η άμετρη θεία αγάπη και ευσπλαχνία δε λειτούργησε εκδικητικά προς την ανθρώπινη αγνωμοσύνη και

κακουργία. Μέσα στην απύθμενη θεία φιλανθρωπία δεν υπάρχει «χώρος» για μίσος, θυμό και εκδίκηση. Ο Θεός, ως η απόλυτη αγάπη (Α΄Ιωάν.4,8,) αντί εκδίκησης ανταπέδωσε στον άνθρωπο ευσπλαχνία και του δώρισε τη λύτρωση από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του κακού και του χάρισε την αιώνια ζωή. Χάρη λοιπόν στην άμετρη αγάπη του Θεού, το φρικτό φονικό όργανο των ανθρώπων μετεβλήθη σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Σύμφωνα με την υψηλή θεολογία του ουρανοβάμονος Παύλου ο Σταυρός του Χριστού από ατιμωτικό και φρικτό φονικό όργανο θανατώσεως των κακούργων ανθρώπων, μετεβλήθη, μετά το σταυρικό θάνατο του Κυρίου, σύμβολο σωτηρίας, μέσο συμφιλίωσης με το Θεό και πηγή αγιασμού. Η ανθρώπινη κακία έδωσε στο Θεό πόνο και θάνατο δια του ξύλου του Σταυρού, η θεία ανεξικακία και άκρα φιλανθρωπία, έδωσε, αντίθετα, στο δήμιό Του αγάπη και λύτρωση! Η δύναμη λοιπόν του Σταυρού έγκειται στην ακένωτη αγάπη του Θεού, η οποία διοχετεύεται πλέον στην ανθρωπότητα και σε ολόκληρη τη δημιουργία μέσω του Σταυρού.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έχοντας υπόψη τους αυτή τη μεγάλη αλήθεια, διατύπωσαν την περίφημη θεολογία του Σταυρού. Το ιερότατο αυτό σύμβολο είναι πια συνυφασμένο με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Από Εκείνον αντλεί την ανίκητη δύναμή του, τον αγιασμό και τη χάρη. Γι’ αυτό και δεν είναι ειδωλολατρία να προσκυνείται από τους πιστούς, διότι προσκύνηση του Τιμίου Σταυρού, σημαίνει προσκύνηση του ιδίου του Χριστού, του Οποίου είναι το σημείο και η ενθύμηση της απολυτρωτικής Του θυσίας.

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο εγκάρσια ξύλα, που συνθέτουν το σύμβολο του Σταυρού, συμβολίζουν την ένωση των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Φυσικά η ένωση των ανθρώπων περνά αναγκαστικά από τη σχέση τους με το Θεό. Το εγκάρσιο ξύλο παριστά, επίσης, τα δύο χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία είναι ανοιγμένα για να αγκαλιάσουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Μέσα σε αυτή τη θεώρηση η νέα εν Χριστώ ανθρώπινη  κοινωνία έχει διαφορετική υφή από τις προχριστιανικές και εξωχριστιανικές κοινωνίες. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι ακόμα η φοβερή δύναμη κατά των αντίθεων δυνάμεων. Μέχρι το σταυρικό θάνατο του Χριστού, ως όργανο του κακού, χρησιμοποιούνταν για την καταστροφή και το θάνατο. Αφότου ο Θεός καταδέχτηκε να καρφωθεί και να πεθάνει πάνω σ’ αυτόν μεταβλήθηκε σε όπλο εναντίων εκείνων που το χρησιμοποιούσαν. Η Εκκλησία μας ψάλλει θριαμβευτικά: «Κύριε όπλον κατά του διαβόλου τον σταυρόν Σου ημίν δέδωκας, φρύττει γαρ και τρέμει μη φέρων καθοράν αυτού την δύναμιν, ότι νεκρούς ανιστά και θάνατον κατήργησεν». Το σύμβολο του Τιμίου Σταυρού είναι το θαυμαστό φυλακτήριο των πιστών. Δεν υπάρχει αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας που να μην σταυρώνονται οι πιστοί, δεν υπάρχει στιγμή προσευχής που να μην ποιούμε το σημείο του Σταυρού, δεν υπάρχει δύσκολη στιγμή που να μην αγιάζουμε το σώμα μας με το σημείο του Σταυρού για να θωρακιζόμαστε έτσι κατά των δυνάμεων του κακού. Ο Τίμιος Σταυρός αντικατέστησε όλα τα δεισιδαίμονα και αναποτελεσματικά «φυλακτήρια» του παρελθόντος. Οι πιστοί πλέον φέρουν με καμάρι Αυτόν ως πολύτιμο και αποτελεσματικό φυλακτήριο κατά του κακού, αλλά και ως ομολογία της πίστης τους στην μεγάλη απολυτρωτική θυσία του Χριστού. Επάνω στο Ξύλο του Σταυρού

καταλύθηκε η δύναμη του Σατανά και έγινε η επανένωση του πεσόντος ανθρώπου με το Θεό. Επάνω σ’ αυτόν συνήφθη η νέα διαθήκη, «εν τω αίματι» του Χριστού (Μάρκ.14,21), η οποία έχει αιώνιο και ατελεύτητο κύρος και ισχύ (Εβρ.10,16). Ο Σωτήρας μας Κύριος, επάνω στο Ξύλο του Σταυρού, έγινε «διαθήκης καινής μεσίτης, όπως θανάτου γενομένου εις απολύτρωσιν των επί τη πρώτη διαθήκη παραβάσεων, την επαγγελίαν λάβωμεν οι κεκλημένοι της αιωνίου κληρονομίας» (Εβρ.9,15).

Ο Τίμιος Σταυρός είναι το τρομερό όπλο κατά του διαβόλου, το οποίο μισεί θανάσιμα και αποστρέφεται. Το ίδιο κάνουν και τα επί γης όργανά του, μισούν ωσαύτως και καταφρονούν το σημείο του Σταυρού! Πρέπει να επισημάνουμε εδώ την φανερή αποστροφή, ακόμα και την έχθρα προς τον Σταυρό του Χριστού, πολλών αιρετικών χριστιανικών ομάδων. Στο σύνολό του, λοιπόν,  ο προτεσταντικός κόσμος δεν αποδίδει καμιά τιμή στο Σταυρό. Είναι γνωστό πως οι προτεστάντες δεν κάνουν το σημείο του Σταυρού και χρησιμοποιούν αυτόν μόνο ως διακοσμητικό στοιχείο! Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά μάλιστα, χειρότερα από αυτούς, μάχονται με σφοδρότητα το σημείο του Σταυρού. Δεν προφέρουν καν το όνομα Σταυρός και αντ’ αυτού τον αντικατέστησαν με  …πάσαλο, παρ’ όλο που στην αρχή, τιμούσαν τον Σταυρό και τον είχαν ως μόνιμο λογότυπο στα περιοδικά τους! Οι σατανιστές τον αναποδογύρισαν για να τον βεβηλώσουν και να δηλώσουν την …αδυναμία του, μπροστά στη «δύναμη» του Σατανά! Οι σκοτεινές δυνάμεις τον «ξηλώνουν» από τους δημόσιους χώρους. Οι εργοδότες απαγορεύουν στους υπαλλήλους τους να τον φορούν. Οι βιομηχανίες υποδημάτων τον χαράσσουν στις σόλες για να ποδοπατείται. Υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι υβρίζουν και βλασφημούν αναίτια τον Τίμιο Σταυρό, μαζί με όλα τα θεία και ιερά πρόσωπα της πίστεώς μας!

Η κατάσταση της κατάνυξης και της χαρμολύπης που δημιουργεί στην ψυχή μας η παρουσία και θέα του Τιμίου Σταυρού μας κάνει να υπομένουμε με καρτερία και υπομονή τα προβλήματα της ζωής, δηλαδή να υπομένουμε τον προσωπικό μας σταυρό (Ματθ.16,24), ελπίζοντας εξάπαντος στην επερχόμενη ανάσταση, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Αυτή η ακράδαντη πίστη μας δίνει δύναμη και μας κάνει να αντιμετωπίζουμε τη ζωή με αισιοδοξία, σε αντίθεση με την παποπροτεστατική Δύση, η οποία ζητά εναγωνίως την ευδαιμονία χωρίς τη θυσία, δηλαδή ζητά την ανάσταση χωρίς το σταυρό. Γι’ αυτό και δεν μπορεί να τη συναντήσει πουθενά. Η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας έχει ως βάση την παύλειο αρχή «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ, πιστεύομεν ότι και συζήσομεν αυτώ, ειδότες ότι Χριστός εγερθείς εκ νεκρών ουκέτι αποθνήσκει, θάνατος αυτού ουκέτι κυριεύει» (Ρωμ.6,8-9). Αυτό μας κάνει να ξεχωρίζουμε από την αιρετική Δύση, η οποία όζει από απαισιοδοξία, εξαιτίας του πνευματικού της θανάτου, μη έχοντας ελπίδα αναστάσεως, διότι δεν πιστεύει στη δύναμη του Σταυρού του Χριστού και δεν έχει την ταπεινή διάθεση να συσταυρωθεί μαζί Του, για να μπορέσει έτσι να συναναστηθεί με Αυτόν. Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να λάβει τον θείο αγιασμό μέσω του Σταυρού είναι απαραίτητο να πιστέψει στο Λυτρωτή Χριστό και στην  σταυρική απολυτρωτική Του Θυσία. Επίσης πρέπει να σταυρώσει και αυτός τον εαυτό του όπως και ο Χριστός, να συσταυρωθεί μαζί Του, όχι βέβαια κυριολεκτικά όπως κάνουν κάποιοι αιρετικοί παπικοί, που κάθε χρόνο τη Μ. Παρασκευή σταυρώνονται σε ξύλο σταυρού, αλλά πρέπει να σταυρώσει ο άνθρωπος όχι το σαρκίο του, αλλά τον αμαρτωλό και κακό εαυτό του, «ταις του βίου ηδοναίς», όπως προτρέπει ο ιερός υμνογράφος της Μ. Εβδομάδος, «ίνα και συζήσωμεν αυτώ (τω Χριστώ)».

Ο Τίμιος Σταυρός ορίζεται ως το «Πολίτευμα της Εκκλησίας μας». Ψάλλουμε κατά την αγιώνυμη ημέρα: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου … διά του Σταυρού Σου πολίτευμα». Τι είναι όμως το πολίτευμα του Σταυρού και πως βιώνεται στην ζωή των πιστών; Δια της αγάπης! Ο Χριστός έπαθε και πέθανε στο Σταυρό, εξαιτίας της άμετρης αγάπης Του για τον πεσόντα άνθρωπο (Ιωάν.3,16), φανερώνοντας το σταυρικό της χαρακτήρα. Δείχνοντας και σε μας πως και η δική μας αγάπη, δηλαδή η αγαπητική σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, θα πρέπει να είναι σταυρική. Να είναι αποτέλεσμα θυσίας και «κενώσεως» από κάθε εγωιστική μας διάθεση και κατάσταση. Αγάπη χωρίς το στοιχείο του Σταυρού δεν υπάρχει. Αγάπη ξέχωρη από το Σταυρό, χωρίς προσωπική «σταύρωση» είναι κάλπικη και εγωιστική. Η αληθινή αγάπη πραγματώνεται και εκδηλώνεται μόνο δια της «κενώσεως», «έως θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2,8). Πρότυπο αυτής της αγάπης είναι η «θεία κένωση», η Ενανθρώπηση του Θεού, το «άδειασμα» της θείας δόξας και η «ένδυση μορφής δούλου», για να επιτευχθεί η σωτηρία μας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «αγάπην έχομεν», αν δεν «σταυρώσουμε» τον εαυτό μας, αν δηλαδή δεν «σκοτώσουμε» το εγώ μας, το

ατομικό μας θέλημα, εάν δεν αποκολληθούμε από την ατομικιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια.

Ο Χριστός μας δίδαξε πως αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, πρέπει να την χάσουμε, «ος γαρ αν θέλῃ την ψυχὴν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ᾿ αν απολέσῃ την εαυτού ψυχὴν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ.8,34). Λόγος παράξενος και ακατανόητος για τον «κόσμο». Εδώ με την λέξη ψυχή εννοείται η ζωή, όχι η βιολογική, αλλά ο λόγος της υπάρξεώς μας, ο προορισμός μας. Ο Κύριος μας παραγγέλλει με τον παράξενο και ακατανόητο για τον «κόσμο» αυτό λόγο, να «απολέσουμε» θεληματικά την εγωιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια, να αποβάλλουμε το δαιμονικό αυτό σύμπτωμα στην πτωτική μας φύση, το οποίο μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο. Όσο εμμένουμε στην αφύσικη και παρείσακτη αυτή κατάσταση θα πορευόμαστε στη φθορά και το θάνατο. Το αντίδοτο του ατομικού μας θανάτου είναι η θανάτωση του εγώ μας, δηλαδή ο σταυρικός τρόπος της ζωής μας, η εγκοπή του ατομικού μας θελήματος, η απαγκίστρωσή μας από την εγωιστική μας περιχαράκωση.

Ολόκληρος ο βίος του πιστού είναι μια αδιάκοπη «σταύρωση», μια αέναη σταυρική κινησιολογία. Αμέσως μετά τη γέννηση του βρέφους οι παλιές αυτοδίδακτες μαίες την πρώτη κίνηση που έκαναν στο νεογνό, ήταν να το σταυρώσουν, πριν ακόμη του δώσουν πνοή! Η μητέρα δεν παραλείπει να σταυρώνει

τα χεράκια του βρέφους και να τοποθετεί ως το πρώτο «αξεσουάρ» στην κούνια του έναν Σταυρό. Πριν το κοιμίσει το σταυρώνει. Το ίδιο και όταν ξυπνάει. Αργότερα θα του μάθει να κάνει το σημείο του σταυρού. Όταν μεγαλώσει δε θα ξεχάσει ποτέ τη συνήθεια αυτή, να σταυροκοπιέται σε κάθε στιγμή της ζωής του. Το πρωί όταν φεύγει για την εργασία του, όταν τρώει, όταν περνά έξω από ιερό ναό, όταν ακούει την καμπάνα να κτυπά, όταν ακούσει κάτι παράξενο, όταν βρεθεί σε κίνδυνο, όταν θέλει να διαβεβαιώσει κάτι ως αληθινό, πριν κατακλιθεί το βράδυ ως ύστατη ενέργεια της ημέρας. Για όλη του τη ζωή κρέμεται στο λαιμό του ο τίμιος Σταυρός, όχι απλά ως στολίδι, αλλά ως πολύτιμο φυλακτό. Αλλά και όταν φύγει από αυτή τη ζωή και θα αναπαύεται στη γη, μοναδική συντροφιά του σκηνώματός του, ως την ανάσταση των νεκρών, θα είναι ο ξύλινος, λίθινος, η μαρμάρινος σταυρός του μνημείου του! Κοντολογίς: δε νοείται Χριστιανός χωρίς το Σταυρό, χριστιανική ζωή χωρίς «σταύρωση»!

Οι άγιοι Πατέρες έγραψαν θαυμάσιους λόγους στον Τίμιο Σταυρό, εκθέτοντας την λυτρωτική σημασία για το ανθρώπινο γένος. Παραθέτουμε απόσπασμα από έναν θαυμάσιο λόγο του αγίου Ανδρέα Κρήτης στην Ύψωση του Τίμιου Σταυρού. «Εορτάζομε την πανήγυρη του Σταυρού, και όλο το πλήρωμα της Εκκλησίας καταφωτίζεται. Εορτάζομε την πανήγυρη του Σταυρού, και όλη η οικουμένη φωταγωγείται και γεμίζει με ακτίνες θεϊκής χαράς. Εορτάζομε την πανηγύρι του Σταυρού, διά του οποίου το σκοτάδι (της αμαρτίας) εδιώχθη, και ήλθε το φως (της αρετής). Εορτάζομε την πανηγύρι του Σταυρού, και υψούμεθα πνευματικώς μαζί με τον Σταυρωθέντα Σωτήρα μας, αφήνοντας κάτω την γη με την αμαρτία, δια να κερδίσουμε τα άνω αγαθά. Υψώνεται ο Σταυρός, και υψώνει μαζί του την ανθρωπότητα, που, λόγω της αμαρτίας της, ήταν πεσμένη κάτω. Υψώνεται ο Σταυρός, και ταπεινώνει την αυθάδη έπαρση των δαιμόνων. Υψώνεται ο Σταυρός, και η εναντία δύναμις του πονηρού υποχωρεί και ταπεινώνεται. Υψώνεται ο Σταυρός, και συναθροίζεται το πλήρωμα της Εκκλησίας. Υψώνεται ο Σταυρός, και αι πόλεις εορτάζουν πανηγυρικώς· οι δε λαοί προσφέρουν χαρούμενοι τας αναιμάκτους θυσίας εις τον Θεόν. Διότι και μόνη η μνήμη του Σταυρού είναι υπόθεση μεγάλης χαράς, και αποδίωξη της λύπης. […] Ο Σταυρός είναι ελπίς των Χριστιανών, σωτήρ των απεγνωσμένων, λιμάνι γι’ αυτούς που ευρίσκονται σε δύσκολες βιοτικές περιστάσεις, ιατρός για τους ασθενείς· απομακρύνει τα πάθη, δίδει την υγεία, δίδει την ζωή στους πνευματικά νεκρούς, καθοδηγεί προς την ευσέβεια, αποστομώνει την βλασφημία».

Στις δύστηνες ημέρες μας η Εκκλησία μας συνεχίζει να πολιτεύεται με το πολίτευμα του Σταυρού. Υπηρετεί τον άνθρωπο, χωρίς καμιά διάκριση, ως στοργική μητέρα, αθόρυβα και συχνά επικρινόμενη από τις αντίθεες δυνάμεις, δοξολογώντας έτσι το Θεό και δείχνοντας στον πεισματικά εμμένοντα στην πτώση κόσμο, τη πολυπόθητη και «άπιαστη» γι’ αυτόν, λύση του κοινωνικού προβλήματος, η οποία δεν είναι άλλη από το Πολίτευμα του Σταυρού.

Η μεγάλη εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού είναι μια ακόμα ευκαιρία για όλους μας να σκεφτούμε τις άπειρες δωρεές του Θεού στη ζωή μας. Να στρέψουμε το βλέμμα μας στο εκθαμβωτικό φως του Σταυρού προκειμένου να διαλύσουμε το σκοτεινό έρεβος των αμαρτιών της ψυχής μας. Δεν έχουμε πολλές επιλογές, ή αποδεχόμαστε τη λυτρωτική δύναμη του Σταυρού του Χριστού και σωζόμαστε, ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας και φορείς του κακού και χανόμαστε. Η κλήση προς τη λύτρωση είναι πάντα ανοιχτή, φτάνει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση και να την αποδεχτούμε.  Ας στοχαστούμε τις αστείρευτες ευλογίες, οι οποίες απορρέουν από αυτόν. Ας συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν πολλές έξοδοι από την τραγικότητα του πτωτικού και δαιμονοκρατούμενου κόσμου, παρά μία, ο Ιησούς Χριστός. Πως δεν υπάρχουν πολλές πηγές αγιασμού, παρά αυτή του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος μας αγιάζει δια της μυστηριακής οργανικής μας μετοχής στην Εκκλησία μας. Πως όλα τα δοκιμασμένα πολιτεύματα του κόσμου έχουν αποδειχθεί απόλυτα αναποτελεσματικά να λύσουν τα τραγικά διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα, εκτός από ένα: Το Πολίτευμα του Σταυρού, το Σταυρικό Πολίτευμα στης Εκκλησίας μας, την προσωπική και συλλογική μας «σταύρωση» όπως, δι’ αυτής της εκούσιας σταυρώσεως, «τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πέτρ.2,21).

 

ΤΟ ΣΤΑΥΡΙΚΟ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ

(Θεολογικό σχόλιο στην εορτή της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, είναι ημέρα χαρμολύπης για εμάς τους πιστούς. Ημέρα χαράς, διότι δια του σταυρικού θανάτου του Λυτρωτή μας Χριστού λάβαμε την απολύτρωση από τα φρικτά δεσμά του διαβόλου, τη δουλεία της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Ημέρα λύπης, διότι φέρνει στη θύμησή μας τη θεοκτονία, το σταυρικό θάνατο του Χριστού, την μεγαλύτερη κακουργία όλων των εποχών, την έσχατη κατάντια της πτώσεώς μας και ταυτόχρονα την ανάγκη της από το Θεό σωτηρίας μας.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός παραδόθηκε «ίνα σταυρωθή», ως «παραβάτης» του Νόμου, με τις διατάξεις του Νόμου, «ὅτι Θεοῦ υἱόν ἑαυτόν ἐποίησε» (Ἰωάν.10,7). «Ημεῖς νόμον ἔχομεν καί κατά τόν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν», απαιτούσαν οι Ιουδαίοι από τη ρωμαϊκή εξουσία. Ο Νομοθέτης καταδικάστηκε από τον δικό Του Νόμο και θανατώθηκε με τις διατάξεις του! Πέθανε (σωματικά) επάνω στο σταυρό ως «επικατάρατος», διότι όποιος πέθαινε δια του θανάτου του σταυρού θεωρούνταν καταραμένος (Δευτ.21,22. Γαλ.3,13).

Αλλά, με τη γενική έννοια της κατάρας, επικατάρατος ήταν ο κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης της εντολής του Θεού (Γεν.3,6) και υποκείμενος στο θάνατο, σύμφωνα με την προειδοποίηση του Θεού προς τους πρωτοπλάστους: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν.2,17). Όμως ήρθε ο Χριστός στον κόσμο για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αρχέγονη κατάρα και να άρει τις τραγικές συνέπειές της, που ήταν ο θάνατος. Ο Σωτήρας μας «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ.3,13), για να καταργήσει την κατάρα του ανθρωπίνου γένους. Με τον θάνατό Του μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και το φονικό μέσον της σταυρώσεως, τον σταυρό, σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Η θεία αγάπη υπερίσχυσε της ανθρώπινης κακίας και δε λειτούργησε εκδικητικά. Ο άνθρωπος έδωσε πόνο και θάνατο στο Θεό και Εκείνος ανταπέδωσε αγάπη! Ο σταυρός πλέον, από καταραμένο μέσον θανατώσεως κακούργων, έγινε το σύμβολο της αγάπης και της θυσίας. Έγινε το σύμβολο της καταλλαγής, Θεού και ανθρώπου και των ανθρώπων μεταξύ τους. Έπαψε πλέον να είναι συνυφασμένος με το θάνατο, να προξενεί το θάνατο σε όσους ανέβαιναν σε αυτόν και έγινε πηγή της ζωής και της αθανασίας!

Ο Τίμιος Σταυρός ορίζεται ως το «Πολίτευμα της Εκκλησίας μας». Ψάλλουμε κατά την αγιώνυμη ημέρα: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου … διά του Σταυρού Σου πολίτευμα». Τι είναι όμως το πολίτευμα του Σταυρού και πως βιώνεται στην ζωή των πιστών; Δια της αγάπης! Ο Χριστός έπαθε και πέθανε στο Σταυρό, εξαιτίας της άμετρης αγάπης Του για τον πεσόντα άνθρωπο (Ιωάν.3,16), φανερώνοντας το σταυρικό της χαρακτήρα. Δείχνοντας και σε μας πως και η δική μας αγάπη, δηλαδή η αγαπητική σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, θα πρέπει να είναι σταυρική. Να είναι αποτέλεσμα θυσίας και «κενώσεως» από κάθε εγωιστική μας διάθεση και κατάσταση. Αγάπη χωρίς το στοιχείο του Σταυρού δεν υπάρχει. Αγάπη ξέχωρη από το Σταυρό, χωρίς προσωπική «σταύρωση» είναι κάλπικη και εγωιστική. Η αληθινή αγάπη πραγματώνεται και εκδηλώνεται μόνο δια της «κενώσεως», «έως θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2,8). Πρότυπο αυτής της αγάπης είναι η «θεία κένωση», η Ενανθρώπηση του Θεού, το «άδειασμα» της θείας δόξας και η «ένδυση μορφής δούλου», για να επιτευχθεί η σωτηρία μας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «αγάπην έχομεν», αν δεν «σταυρώσουμε» τον εαυτό μας, αν δηλαδή δεν «σκοτώσουμε» το εγώ μας, το

ατομικό μας θέλημα, εάν δεν αποκολληθούμε από την ατομικιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια.

Ο Χριστός μας δίδαξε πως αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, πρέπει να την χάσουμε, «ος γαρ αν θέλῃ την ψυχὴν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ᾿ αν απολέσῃ την εαυτού ψυχὴν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ.8,34). Λόγος παράξενος και ακατανόητος για τον «κόσμο». Εδώ με την λέξη ψυχή εννοείται η ζωή, όχι η βιολογική, αλλά ο λόγος της υπάρξεώς μας, ο προορισμός μας. Ο Κύριος μας παραγγέλλει με τον παράξενο και ακατανόητο για τον «κόσμο» αυτό λόγο, να «απολέσουμε» θεληματικά την εγωιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια, να αποβάλλουμε το δαιμονικό αυτό σύμπτωμα στην πτωτική μας φύση, το οποίο μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο. Όσο εμμένουμε στην αφύσικη και παρείσακτη αυτή κατάσταση θα πορευόμαστε στη φθορά και το θάνατο. Το αντίδοτο του ατομικού μας θανάτου είναι η θανάτωση του εγώ μας, δηλαδή ο σταυρικός τρόπος της ζωής μας, η εγκοπή του ατομικού μας θελήματος, η απαγκίστρωσή μας από την εγωιστική μας περιχαράκωση.

Ο Χριστός δίδαξε την αγάπη και την αλληλοδιακονία, ως την θεμελιώδη ειδοποιό διαφορά των πιστών Του με τον «κόσμο», η οποία ερείδεται επί της προσωπικής μας «σταυρώσεως», δηλαδή, του «αδειάσματος» του εγώ μας, της ταπείνωσής μας. Να σημειώσουμε πως η χριστιανική έννοια της αγάπης δεν είναι απλά εκπλήρωση καθήκοντος, εκδήλωση ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, ικανοποίηση συναισθήματος (π.χ. συμπόνιας, λύπης, κλπ), αλλά θυσιαστική διάθεση, στάση και τρόπο ζωής. Ο Χριστός είναι σαφής: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44). Η έμπρακτη αγάπη είναι τρόπος ζωής και πολιτείας.

Οι χριστιανοί καλούνται να αποδείξουν την γνησιότητά τους με την διακονία των αδελφών τους. Να αισθάνονται τους συνανθρώπους τους ως «μέλη του ενός σώματος», καθ’ ότι «καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός· καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε ᾿Ιουδαῖοι εἴτε ῞Ελληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν. καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά» (Α΄Κορ.12,12-14). Να πονάνε στον πόνο τους και να χαίρονται στη χαρά τους. Αυτή είναι η «κοινωνία των αγίων», η «καινή κτίσις» (Β΄Κορ.5,17), ο νέος κόσμος του Θεού, θεμελιωμένος στην προσωπική «σταύρωση» του καθενός και όλων μαζί. Αυτή είναι η κοινωνία της αγάπης. Αυτό είναι το πολίτευμα του Σταυρού!

Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν.3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο σταυρωτά ξύλα του Σταυρού συμβολίζουν τη διπλή ένωση, των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Επίσης το κάθετο ξύλο εικονίζει το πανάγιο Σώμα του Χριστού και το εγκάρσιο ξύλο παριστά τα δύο ανοιγμένα χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία αγκαλιάζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης.

Η Εκκλησία μας πορεύεται στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας της «σταυρικά». Δεν υπάρχει εποχή που η Εκκλησία να έχει απολέσει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα της, διότι έτσι θα παρέκκλινε το σωστικό Της έργο. Ο

«κόσμος» τη «σταυρώνει» και Εκείνη φανερώνει το θρίαμβο της σταυρικής της πορείας, αποδεικνύοντας πως, παρά την πολεμική εναντίον Της από τις αντίθεες δυνάμεις, «πύλαι Άδου ου κατισχύουν αυτής» (Ματθ.16.18), νικώντας δια του Σταυρού. Αυτό είναι άλλωστε και το μέγιστο θαύμα της ιστορίας.

Οι πιστοί ανά τους αιώνες πορεύονται σταυρικά, θυσιαστικά, αγαπητικά. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως η Εκκλησία υπήρξε η καταλυτική «μαγιά», η οποία «ζύμωσε» τον τραγικό προχριστιανικό κόσμο, εξημερώνοντας τα απάνθρωπα ήθη του, αλλάζοντας τις νομοθεσίες του, μεταλλάσσοντας τις νοοτροπίες του. Η Εκκλησία εμφανίστηκε και θεμελιώθηκε ως μια ουράνια όαση μέσα στην έρημο του προχριστιανικού κόσμου, ο οποίος ήταν το θέατρο το Σατανά, όπου διαδραματίζονταν η διαρκής τραγωδία του ανθρώπου. Για πρώτη φορά ο άλλος άνθρωπος λογίστηκε ως αδελφός, ως αξία, ως εικόνα του Θεού. Γκρεμίστηκαν όλα τα ανυπέρβλητα διαχωριστικά μεταξύ των ανθρώπων, ώστε πλέον, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ.3,28). «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ.5,8-10)!

Στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η απόλυτη ισοτιμία και η ισονομία, με βάση την αγάπη, εις τρόπον ώστε «τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. … χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πραξ.4,32-35). Είναι ευνόητο πως για να ενταχθεί κάποιος πλούσιος, ή ευγενής, η εξέχων σε αυτή την κοινωνία έπρεπε να «σταυρωθεί», να «κενωθεί» από κάθε ατομική και εγωιστική του περιχαράκωση. Να θυσιάσει την περιουσία του, να ταπεινώσει τον εαυτό του, να τον εξισώσει με τον δούλο και τον άσημο εν Χριστώ αδελφό του. Το δικό του περίσσευμα να αναπληρώσει το υστέρημα των ενδεών. Να φάει από το κοινό φαγητό στις «αγάπες». Να εναγκαλιστεί και να σπασθεί τον κουρελή, να υπηρετήσει τον ασθενή, να προστατέψει τη χήρα και το ορφανό, να στεγάσει τον άστεγο, να παρηγορήσει και να στηρίξει τον πονεμένο, να δώσει ελπίδα στον απελπισμένο. Και τον πλέον θαυμαστό: η αγάπη εκτείνεται και ως τους εχθρούς: «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς … όπως γένησθαι υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ.5,44-45)! Κανένας δε μένει έξω από την εν Χριστώ αγάπη! Αυτή είναι η έμπρακτη «σταύρωση»!

Η δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας μας είναι μια αδιάκοπη μαρτυρία, στον άνυδρο πνευματικά κόσμο, του σταυρικού πολιτεύματός της. Δεν υπάρχει εποχή που να μην σημαδεύτηκε από την θυσιαστική προσφορά της στον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Αυτή δημιούργησε πρώτη την κοινωνική πρόνοια και τον εθελοντισμό. Αυτή εφεύρε, οργάνωσε και λειτούργησε τα κοινωφελή ιδρύματα, τα δημόσια νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία, τα γηροκομεία, τη στέγαση των αστέγων, την διατροφή των πεινασμένων, την περίθαλψη των ασθενών, τη στήριξη των αδυνάτων. Είναι γνωστός ο θαυμασμός ακόμα και των ειδωλολατρών προς τους Χριστιανούς: «Δείτε πως αγαπώνται οι Χριστιανοί»! Και το κυριότερο: Αυτή εναντιώθηκε στον προχριστιανικό κόσμο, καταδεικνύοντας και καταγγέλλοντας την δαιμονική του κατοχή, τα σατανικά του πολιτεύματα, τον φρικώδη τρόπο ζωής! Ο Χριστιανισμός υπήρξε η μεγαλύτερη και πιο καταλυτική επανάσταση της ιστορίας, πληρώνοντας το τίμημα των διωγμών και των ποταμών των αιμάτων!

Στα δύσκολα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στο Βυζάντιο, όπου η κοινωνία εκχριστιανίζεται, στη φραγκοκρατία, στην τουρκοκρατία, στα φρικώδη αθεϊστικά καθεστώτα του περασμένου αιώνα, το σταυρικό πολίτευμα της Εκκλησίας ήταν πάντα παρόν, υπηρετώντας τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού και δίνοντας ώθηση για την συνέχιση της πορείας του κόσμου. Αυτό, και μόνον αυτό, «μπόλιασε» τις κοινωνικές δομές του κόσμου και τους έδωσε κάποια αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν ευγενείς και επωφελείς αρχές σ’ αυτές, που να μην έχουν προέλευση χριστιανική!

Στις δύστηνες ημέρες μας η Εκκλησία μας συνεχίζει να πολιτεύεται με το πολίτευμα του Σταυρού. Υπηρετεί τον άνθρωπο, χωρίς καμιά διάκριση, ως στοργική μητέρα, αθόρυβα και συχνά επικρινόμενη από τις αντίθεες δυνάμεις, δοξολογώντας έτσι το Θεό και δείχνοντας στον πεισματικά εμμένοντα στην πτώση κόσμο, τη πολυπόθητη και «άπιαστη» γι’ αυτόν, λύση του κοινωνικού προβλήματος, η οποία δεν είναι άλλη από το Πολίτευμα του Σταυρού.

Με την ευκαιρία του εορτασμού της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ας στοχαστούμε τις αστείρευτες ευλογίες, οι οποίες απορρέουν από αυτόν. Ας συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν πολλές έξοδοι από την τραγικότητα του πτωτικού και δαιμονοκρατούμενου κόσμου (Α΄Ιωάν.5,19), παρά μία, ο Ιησούς Χριστός. Πως δεν υπάρχουν πολλές πηγές αγιασμού, παρά αυτή του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος μας αγιάζει δια της μυστηριακής οργανικής μας μετοχής στην Εκκλησία μας. Πως όλα τα δοκιμασμένα πολιτεύματα του κόσμου έχουν αποδειχθεί απόλυτα αναποτελεσματικά να λύσουν τα τραγικά διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα, εκτός από ένα: Το Πολίτευμα του Σταυρού, το Σταυρικό Πολίτευμα στης Εκκλησίας μας, την προσωπική και συλλογική μας «σταύρωση» όπως, δι’ αυτής, «τη δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄Πέτρ.2,21).

 

 

ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο εμφανίστηκαν και έδρασαν πολλοί αξιόλογοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, με μεγάλη προσφορά στη Θεολογία. Μάλιστα μπορεί να χαρακτηριστεί η εποχή αυτή, ως περίοδος άνθισης της Ορθοδόξου Θεολογίας, τη στιγμή που ήταν σε εξέλιξη μια γιγάντια προσπάθεια από τους αιρετικούς δυτικούς, για τη νόθευσή της. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Συμεών αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας κατά τον 14ο και 15ο αιώνα.

Δυστυχώς οι πληροφορίες για το βίο του είναι πολύ λίγες. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στα μισά του 14ου αιώνα. Το όνομά του Συμεών είναι προφανώς το μοναχικό του και δε γνωρίζουμε το κοσμικό του. Φαίνεται ότι καταγόταν από επιφανή οικογένεια και είχε την δυνατότητα να λάβει σοβαρή μόρφωση. Σπούδασε φιλοσοφία, αλλά περισσότερο τον κέρδισε η Θεολογία. Κατά την εφηβική του ηλικία είχε πάρει την απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό βίο. Έτσι εγκαταβίωσε σε κάποια μονή κοντά στη Βασιλεύουσα και συνδεόταν πνευματικά με τους αδελφούς Ξανθόπουλους. Λίγο μετά χειροτονήθηκε ιερομόναχος.

Ανάμεσα στα έτη 1410-1418 εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Προφανώς σε αυτό συνετέλεσε η φήμη του ως άριστος Θεολόγος και πνευματικός άνδρας. Η χειροτονία του έγινε στην Κωνσταντινούπολη. Όμως η ενθρόνισή του άργησε αρκετά λόγω διαφόρων συγκυριακών προβλημάτων. Προφανώς η καθυστέρηση οφείλονταν και στην ταπεινότητά του, καθ’ ότι θεωρούσε τον εαυτό του αδύναμο να αναλάβει το αρχιερατικό βάρος του θρόνου της συμβασιλεύουσας πόλεως. Αυτό προκύπτει και από τη σχετική φρασεολογία του στα σωζόμενα έγγραφα, που είχε υπογράψει κατά την αρχιερατεία του.

Η αρχιερατική του διακονία στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρξε δυστυχώς ειρηνική, διότι συνέπεσε με την παρακμή και το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας και με την κατάκτηση της πόλεως, αρχικά από τους Βενετούς (1423-1430) και λίγο μετά το θάνατό του, από τους Οθωμανούς (1430-1912). Ποίμαινε έναν λαό, ο οποίος βίωνε το φάσμα της καταστροφής και του αφανισμού. Πα’ όλα αυτά, ο ίδιος στάθηκε αληθινός πατέρας και πιστός ποιμένας του λαού του, στηρίζοντάς τον με όλες του τις δυνάμεις. Ταυτόχρονα είχε να αντιμετωπίσει και τις λυσσαλέες επιθέσεις των αιρετικών παπικών, οι οποίοι επιδίωκαν την άλωση της Ορθοδόξου Ανατολής και την υποταγή της στον πάπα, με τη νόθευση της ορθοδόξου διδασκαλίας, με τα αιρετικά παπικά δόγματα, αφού είδαν ότι δεν μπορούσαν με τη βία (σταυροφορίες).

Ο άγιος Συμεών ήθελε την Εκκλησία ενωμένη, παρ’ όλες τις διαφωνίες των διαφόρων τοπικών Εκκλησιών για τον τρόπο προσεγγίσεως των δυτικών, από τους οποίους ανέμεναν τη σωτηρία από την οθωμανική απειλή. Έτσι ανάπτυξε στενές σχέσεις με την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Παράλληλα άρχισε ένα μεγάλο αγώνα για την αναδιοργάνωση της Εκκλησίας στη Θεσσαλονίκη και στην ευρύτερη Μακεδονία. Κάποιοι μελετητές χωρίζουν το μεγάλο ποιμαντικό έργο του σε τρία σημεία. Το πρώτο ήταν ο προφορικός και γραπτός λόγος του. Έγραφε νυχθημερόν θεολογικά έργα, πραγματείες και επιστολές, τις οποίες  απεύθυνε σε επισκόπους και κληρικούς της δικαιοδοσίας του, αλλά και πέραν των ορίων της επαρχίας του, όπως για παράδειγμα στην Κρήτη. Μέσω αυτών προσπαθούσε να στηρίξει τους ορθοδόξους από τον ανελέητο προσηλυτισμό, που ασκούσαν οι αιρετικοί εις βάρος τους. Να αποδείξει την ορθόδοξη διδασκαλία ως την μόνη αληθινή και σώζουσα πίστη και την Ορθοδοξία ως την μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Το δεύτερο ήταν η άσκηση της φιλανθρωπίας προς τους φτωχούς και ενδεείς, οι οποίοι αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, σε μια περίοδο απίστευτης αβεβαιότητας. Ο

άγιος επίσκοπος οργάνωσε μια καταπληκτική φιλανθρωπική δραστηριότητα, σώζοντας χιλιάδες ανθρώπους από το φάσμα του θανάτου. Το τρίτο ήταν η μέριμνά του για την λειτουργική αναγέννηση της επισκοπικής του περιφέρειας. Κι’ αυτό διότι πίστευε πως η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας είναι η βάση της ενότητας και της γνησιότητας του εκκλησιαστικού σώματος. Τα πάμπολλα ξενόφερτα και παρείσακτα στοιχεία στη λατρεία της Εκκλησίας, δημιουργούσαν πρόβλημα αυθεντικότητας στην Εκκλησία, διότι ήταν αντίθετα από το ορθόδοξο δόγμα. Κάθε απομάκρυνση από την γνήσια λειτουργική παράδοση, ήταν παράθυρο εξόδου από την αλήθεια της Εκκλησίας. Τα σωζόμενα έργα του είναι γεμάτα από την προσπάθειά του να καθαρθεί η Εκκλησία από τα μη παραδοσιακά λειτουργικά στοιχεία.

Η πτώση της Θεσσαλονίκης στους αλλόδοξους αιρετικούς παπικούς Βενετούς γέμισε με πικρία τον άγιο Συμεών, διότι ήταν προσηλωμένος. Παρ’ όλα αυτά όμως φαίνεται ότι θεωρούσε πιο ήπια την βενετική κατοχή από την οθωμανική, διότι οι μεν παπικοί ήταν αιρετικοί, οι δε Οθωμανοί αλλόθρησκοι, έχοντας ολωσδιόλου ασύμβατη θρησκευτική πίστη με τον Χριστιανισμό. Κάποιοι θεωρούν τον άγιο Συμεών, από τη στάση του αυτή, ως δήθεν φιλοπαπικό.

Αυτό όμως δεν ευσταθεί, διότι, από τα έργα του αποδεικνύεται από τη βαθειά προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και τη σφοδρή αντίθεσή του προς τους αιρετικούς παπικούς. Αναδείχτηκε πιστός και άξιος συνεχιστής της Ησυχαστικής Θεολογίας του προκατόχου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1296-1360) και των άλλων ησυχαστών. Ο ησυχασμός ήταν το ορθόδοξο δόγμα, το οποίο πολεμήθηκε περισσότερο από τους παπικούς. Στο μεγάλο θεολογικό του έργο είναι καταφανής  ο σεβασμός του στα δόγματα της Εκκλησίας. Τα θεολογικά του σχόλια και υπομνήματα στα λειτουργικά κείμενα, είναι βαθύτατα διαποτισμένα από το γνήσιο πνεύμα των μεγάλων Πατέρων και τις αποφάσεις των Ιερών Συνόδων. Γι εκείνον η γνήσια παράδοση είναι εκείνη η οποία συμφωνεί με την αρχέγονη εκκλησιαστική παράδοση.

Ο άγιος Συμεών κοιμήθηκε ξαφνικά το Σεπτέμβριο του 1429. Το περίεργο είναι πως, ενώ η θέση του στην Εκκλησία και στα θεολογικά γράμματα, υπήρξε πάντα σημαντική, εν τούτοις η αγιοκατάταξή του άργησε πολύ. Κατατάχτηκε στο Αγιολόγιο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, μόλις το 1981 και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 15 Σεπτεμβρίου.

 

 

Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΙΕΣ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ, ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η οικογένεια αποτελεί πρώτιστη αξία για την χριστιανική μας πίστη, η οποία χαρακτηριζόταν στην αρχαία εποχή ως «κατ οίκον εκκλησία». Μια από αυτές τις άγιες οικογένειες υπήρξε και αυτή της αγίας Σοφίας και των θυγατέρων της, Πίστεως, Ελπίδος και Αγάπης.

Έζησαν τον 2ο μ. Χ. αιώνα, όταν βασίλευε στη Ρώμη ο ειδωλολάτρης και έκφυλος αυτοκράτορας Αδριανός (117-138). Κατάγονταν από την Ιταλία. Η Σοφία είχε ευγενή καταγωγή. Χήρεψε πολύ νέα, μένοντας με τις τρεις θυγατέρες της. Ζούσε ενάρετη και αγνή ζωή, μεγαλώνοντας τα τρία βλαστάρια της ως αληθινές Χριστιανές κόρες, διαφέροντας από τις κόρες των ειδωλολατρών, τις οποίες μεγάλωναν μέσα στην ακολασία, που υπαγόρευε η λατρεία των ανήθικων «θεών» τους. Τους έδωσε, όχι τυχαία, τα ονόματα των τριών κορυφαίων χριστιανικών αρετών, που αναφέρει ο απόστολος Παύλος, «νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη» (Α΄ Κορ.13,13).

Για κάποιο λόγο αναγκάστηκε να μεταβεί μαζί με τις κόρες της να ζήσει στη Ρώμη, στη μεγάλη πόλη, όπου κυριαρχούσε η πιο χυδαία μορφή της ειδωλολατρίας και άκμαζε η ακολασία, όπου συνέχιζαν να βιώνουν με ακρίβεια τη χριστιανική ζωή, χωρίς να τις αγγίζει η ηθική κατάπτωση των ειδωλολατρών. Προσπαθούσαν δε να δείχνουν με το παράδειγμά τους τη νέα εν Χριστώ ζωή. Οι ειδωλολάτρες όμως ρωμαίοι, οι οποίοι μισούσαν θανάσιμα τους Χριστιανούς τις κατάγγειλαν στις αρχές ότι δεν τιμούν τους «θεούς» της αυτοκρατορίας και δεν συμμετέχουν στην καθιερωμένη θυσία προς τιμήν του «θεού» αυτοκράτορα. Αυτό άλλωστε σήμαινε για τους ρωμαϊκούς νόμους με έσχατη προδοσία και τιμωρούνταν με θάνατο, αν δεν άλλαζαν γνώμη.

Ο Αντίοχος, διοικητής της Ρώμης, ενημέρωσε τον Αδριανό, ότι η πατρικία Σοφία, μαζί με τις τρεις κόρες της είναι Χριστιανές. Ο αυτοκράτορας διέταξε να τις συλλάβουν και να τις οδηγήσουν δέσμιες μπροστά του. Προσπάθησε με κολακείες να τις μεταπείσει να αρνηθούν την πίστη τους και να θυσιάσουν στα είδωλα. Κατόπιν τις ξεχώρισε, φυλάκισε χωριστά τη μητέρα από τις κόρες της, ώστε να μη μπορούν να ενθαρρύνονται μεταξύ τους. Όμως η Σοφία βρήκε τον τρόπο και επικοινώνησε με τις κόρες της, στις οποίες σύστησε εμμονή στην πίστη τους με κάθε τίμημα. Εκείνες απάντησαν στη μητέρα τους ότι δεν πρόκειται να προδώσουν την πίστη τους στο Χριστό, αψηφώντας ακόμα και τις απειλές των φρικτών μαρτυρίων και του θανάτου. Ας σημειωθεί πως η Πίστις ήταν δώδεκα χρονών, η Ελπίδα δέκα και η Αγάπη εννέα!

Ο δικαστής, με κολακείες και απειλές προσπαθούσε να μεταπείσει τις αγνές Χριστιανές κόρες να θυσιάσουν στα είδωλα. Αλλά εκείνες με ένα στόμα του απαντούσαν ότι ο Χριστός είναι ο Νυμφίος της ψυχής τους και πως δεν είχαν σκοπό να προδώσουν την αγάπη τους και την πίστη τους για Εκείνον. Εκείνος, ενώ θαύμασε το ηρωικό φρόνημα των τριών ανήλικων κοριτσιών, γέμισε με οργή την ψυχή του. Αποφάσισε να τις χωρίσει, φυλακίζοντάς τες σε ξεχωριστά κελιά, ελπίζοντας πως θα μπορούσε ευκολότερα θα τους άλλαζε γνώμη.

Τότε ξεκίνησαν τα μαρτύρια. Άρχισαν από την Πίστη. Την οδήγησαν μπροστά του, παροτρύνοντάς την να θυσιάσει στη «θεά» Αρτέμιδα, όπως έκαναν οι παρθένες των ειδωλολατρών. Εκείνη αρνήθηκε και γι’ αυτό την παρέδωσε στους βασανιστές της. Την έγδυσαν και την μαστίγωσαν μέχρι λιποθυμίας. Τις έκοψαν τα στήθη, αλλά αντί να τρέξει αίμα έτρεξε γάλα! Την ξάπλωσαν σε πυρακτωμένη σχάρα και ενώ το άγουρο σώμα της βασανιζόταν, εκείνη υμνούσε το Θεό. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καζάνι με πίσσα, όμως διασώθηκε θαυματουργικά, προκαλώντας το θαυμασμό των δημίων της. Στο τέλος την αποκεφάλισαν.

Ύστερα έφεραν μπροστά του την Ελπίδα, την οποία προέτρεψε να θυσιάσει στην Αρτέμιδα. Εκείνη αρνήθηκε με θάρρος και στηλίτευσε την τακτική τους να της ζητούν να πράξει αντίθετα με την πίστη της. Την υπέβαλλαν στα μαρτύρια. Αφού την έγδυσαν την μαστίγωσαν άγρια με βούνευρα. Μετά την έριξαν σε πυρακτωμένο καμίνι, όμως ο Θεός τη διέσωσε για να δείξει στους ειδωλολάτρες τη δύναμή Του. Τη συνέχεια την κρέμασαν σε ξύλο και τις ξέσχιζαν τις παιδικές σάρκες της με σιδερένια νύχια και στη συνέχεια την έριξαν σε κοχλάζουσα πίσσα. Ο Θεός και πάλι τη διέσωσε προς καταισχύνη των βασανιστών της. Εκείνοι εξοργισμένοι της απέκοψαν το κεφάλι.

Κατόπιν ήρθε η σειρά της εννιάχρονης Αγάπης. Πίστευαν πως το μαρτύριο και ο θάνατος των αδελφών της θα ήταν αρκετό να κάμψει την παιδική της ψυχή και να θυσιάσει στην απαίσια «θεά». Όμως και εκείνη ομολόγησε με περισσό θάρρος την πίστη της στο Χριστό και αποζήτησε το μαρτύριο να πάει να συναντήσει τις άγιες και ηρωικές αδελφές της στον ουρανό. Τότε οι δήμιοι την κρέμασαν και της τέντωσαν τα παιδικά της μέλη, ώστε έσπασαν οι αρθρώσεις των οστών της. Μετά την οδήγησαν και αυτή στο πυρακτωμένο καμίνι. Όταν έφτασαν εκεί η ηρωική κόρη πήδησε μόνη της στις θεριεμένες φλόγες. Αλλά έγινε και πάλι το θαύμα, οι φλόγες δεν την άγγιξαν! Οι φλόγες μάλιστα έφυγαν από το καμίνι, πέφτοντας επάνω στους ειδωλολάτρες, κατακαίοντας πολλούς! Στο τέλος την αποκεφάλισαν και αυτή, ολοκληρώνοντας την τριπλή θυσία.

Η μητέρα τους Σοφία αφέθηκε να πλησιάσει τα ιερά λείψανα των ηρωικών θυγατέρων της. Τα αγκάλισε, τα καταφίλησε με δάκρυα, ευχαριστώντας το Θεό που τα άγια βλαστάρια της δεν πρόδωσαν το Χριστό και αξιώθηκε η ίδια να γίνει μητέρα Μαρτύρων. Ύστερα τα μύρωσε και στη συνέχεια τα έθαψε με τιμές σε κοντινό μυστικό ναΐσκο. Ύστερα από τρεις ημέρες, και ενώ προσευχόταν πάνω από τους τάφους των Μαρτύρων θυγατέρων της, παρακαλούσε το Θεό να την πάρει από αυτό τον κόσμο και να την οδηγήσει κοντά στις κόρες της. Ο Θεός εισάκουσε την προσευχή της και ξεψύχησε την ίδια στιγμή. Η ιερή τους μνήμη εορτάζεται στις 17 Σεπτεμβρίου.     

 

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *