Συνέχεια…Βίοι Αγίων 10-13.9.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

 

ΑΓΙΑ ΠΟΥΛΧΕΡΙΑ: Η ΕΥΣΕΒΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ανάμεσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας υπάρχουν και πολλοί βασιλείς, αυτοκράτορες και μέλη των ανακτόρων, οι οποίοι δεν αλλοτριώθηκαν από την εξουσία. Ενέταξαν την εγκόσμια δόξα στη δόξα του Θεού και στη διακονία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό και ανακηρύχτηκαν άγιοι για την προσφορά τους στο εκκλησιαστικό σώμα. Μια από αυτούς υπήρξε και η αγία Πουλχερία, η ευσεβής Αυγούστα του Βυζαντίου.

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 399. Ήταν η μεγαλύτερη κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου (395-408) και της Ευδοξίας και αδελφή του Θεοδοσίου Β΄ (408-450). Είχε δε την τιμή να λάβει το άγιο Βάπτισμα από τον ιερό Χρυσόστομο. Αν και βρέθηκε μέσα στην χλιδή των ανακτόρων και συναναστρέφονταν και με ραδιούργους παλατιανούς, είχε καλλιεργήσει στην ψυχή της βαθειά πίστη στο Θεό και απόκτησε σπάνιες αρετές.

Μετά το θάνατο του πατέρα της Αρκαδίου, το 408, η Πουλχερία, εννέα μόλις ετών, ανάλαβε την κηδεμονία του επτάχρονου αδελφού της Θεοδοσίου Β΄, ο οποίος ανάλαβε τον αυτοκρατορικό θρόνο, ως ο νόμιμος διάδοχος του πατέρα τους. Παρά το παιδικό της ηλικίας της, τη διέκρινε σπάνια ωριμότητα και σωφροσύνη. Το πρώτο, που έκαμε ήταν να διαπλάσει το χαρακτήρα του αδελφού της, ώστε να βασιλέψει θεοφιλώς. Του παραστάθηκε με αφοσίωση και προσπάθησε να σταλάξει στην ψυχή του τις αρχές της χριστιανικής πίστεως και να του καλλιεργήσει τις ευαγγελικές αρετές. Τον ήθελε να ξεχωρίζει από τους άλλους ηγεμόνες της εποχής του, οι οποίοι μεθούσαν από την εξουσία και συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και τυραννία στους υπηκόους τους. Θεωρούσε την βασιλική και κάθε άλλη εξουσία ως διακονία, έχοντας υπόψη της τα λόγια του Χριστού: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ.9,42-44).

Όμως ο Θεοδόσιος δεν διέθετε τα απαιτούμενα προσόντα να επιτελέσει τα υψηλά του καθήκοντα, σε αντίθεση με την Πουλχερία, η οποία διακρινόταν για την δυναμικότητά της, τη σωφροσύνη της και την αξιολογότατη μόρφωσή της. Διέθετε μια σπάνια σωματική ομορφιά και έναν πλουσιότατο ψυχικό κόσμο. Σπούδασε τις επιστήμες της εποχής της και μιλούσε, εκτός από τη λατινική γλώσσα, και την ελληνική. Θαύμαζε τον ελληνικό πολιτισμό και μελετούσε τους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Ήταν αξιολάτρευτη για την πραότητά της, την ευγένειά της,  την ανεκτικότητά της, τη σεμνότητά της και την έκδηλη αγάπη της για το λαό.

Το 414, σε ηλικία μόλις δεκαέξι ετών αναδείχτηκε Αυγούστα, με τη θέληση του αδελφού της Θεοδοσίου.  Υπήρξε δε πραγματικός ηγεμόνας του απέραντου βυζαντινού κράτος, ως το τέλος της βασιλείας του Θεοδοσίου (450), το οποίο σημείωσε ημέρες δόξας, χάρις στην συγκυβέρνηση με την δυναμική και σώφρονα Πουλχερία. Η ίδια αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στο Θεό και στο λαό. Αποφάσισε να μείνει σε όλη τη στη ζωή παρθένος και γι’ αυτό φορούσε συνεχώς τη  μοναχική καλύπτρα. Προσευχόταν και νήστευε, μη συμμετέχοντας στα πολυτελή τραπέζια του παλατίου. Παράλληλα άρχισε την αναδιοργάνωση του κράτους με την εποπτεία της. Αναδιοργάνωσε το στρατό, εξασφαλίζοντας εξωτερική ασφάλεια και ευημερία στους υπηκόους. Σε κάθε της απόφαση προηγούνταν θερμή προσευχή στο Θεό. Φρόντισε δε να έχει κοντά της ευσεβείς και ειδήμονες συμβούλους όλα τα χρόνια της εξουσία της.

Ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αδελφό της αυτοκράτορα Θεοδόσιο, στερούμενος, όπως προαναφέραμε, προσόντων και αποφασιστικότητας, στην οποία άκουε και υπολήπτονταν και έτρεφε για το πρόσωπό της απεριόριστη εμπιστοσύνη. Ο δε λαός την υπεραγαπούσε, για τη συνετή και φιλολαϊκή της διακυβέρνηση.

Η αγάπη της για την ελληνική παιδεία και τον ελληνικό πολιτισμό την ώθησε να νυμφεύσει τον Θεοδόσιο, με τη λόγια κόρη του αθηναίου φιλοσόφου Λεοντίου Αθηναΐδα, η οποία έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, βαπτίσθηκε και ονομάστηκε Ευδοκία. Σκοπός της Πουλχερίας ήταν να μεταλαμπαδευτεί στη Βασιλεύουσα ο ελληνικός πολιτισμός. Και πράγματι, η Αθηναΐδα έφερε μαζί της εκατοντάδες φιλοσόφους και διδασκάλους, οι οποίοι μετέβαλαν την Κωνσταντινούπολη σε «μικρή Αθήνα». Μεγάλης σημασίας γεγονός υπήρξε η ίδρυση, το 425, με τη φροντίδα της Πουλχερίας και την αρωγή της Ευδοκίας, το φημισμένο «Πανδιδακτήριο» (Πανεπιστήμιο) της Κωνσταντινουπόλεως, το πρώτο οργανωμένο πανεπιστήμιο της Ευρώπης και του κόσμου! Επίσης σημαντικό γεγονός υπήρξε και η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας, ως επίσημης γλώσσας του κράτους. Τα δύο αυτά μεγάλα γεγονότα υπήρξαν η απαρχή για τον εξελληνισμό του Ρωμαϊκού κράτους.

Η Πουλχερία πρωτοστάτησε και για την περιφρούρηση της ορθοδόξου πίστεως. Με δική της δυναμική παρέμβαση, πέτυχε να πείσει τον Θεοδόσιο να συγκαλέσει την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431), η οποία καταδίκασε την αίρεση του Νεστορίου. Φρόντισε ακόμα να χτίσει λαμπρούς ναούς, όπως το ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη  και μοναστήρια, όπως τις Μονές Εσφιγμένου και Ξηροποτάμου στο Άγιον Όρος. Ίδρυσε πλήθος ευαγών ιδρυμάτων (νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, κλπ), όπου έβρισκαν ανακούφιση χιλιάδες ενδεείς. Το 438 φρόντισε να αρθεί μια μεγάλη αδικία που διέπραξαν οι γονείς της Αρκάδιος και Ευδοξία. Να αποκαταστήσει τη μνήμη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου και να μεταφέρει τα λείψανά του στη Βασιλεύουσα, παρακαλώντας γονατιστή τον άγιο να συγχωρήσει τους διώκτες του γονείς της.

Οι αιρετικοί νεστοριανοί την μισούσαν θανάσιμα και πέτυχαν με συκοφαντίες, να την απομακρύνουν από το θρόνο, αλλά για λίγο, διότι το 450 πέθανε ο Θεοδόσιος και έμεινε αυτή, ως η μόνη νόμιμη διάδοχος του θρόνου. Όντας 52 ετών νυμφεύτηκε τον ευσεβή συγκλητικό Μαρκιανό (450-457), στον οποίο παρέδωσε το θρόνο, με την προϋπόθεση να σεβαστεί την απόφασή της να μείνει παρθένα. Εκείνος σεβάστηκε την απόφασή της, διότι ήταν το ίδιο θεοσεβής με την Πουλχερία. Το 451 συγκάλεσαν την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοφυσιτισμού. Ο Μαρκιανός και η Πουλχερία είχαν μια σύντομη βασιλεία, την οποία αφιέρωσαν στη στήριξη της Ορθοδοξίας και στην φιλανθρωπία.

Το 453 σε ηλικία πενήντα τεσσάρων ετών κοιμήθηκε ειρηνικά η Πουλχερία, αφιερώνοντας την περιουσία της στους φτωχούς. Τη θρήνησε ολόκληρη η αυτοκρατορία και η Εκκλησία την ανακήρυξε αγία. Η μνήμη της εορτάζεται στις 10 Σεπτεμβρίου. Ο Μαρκιανός κοιμήθηκε το 457 και ανακηρύχτηκε και αυτός άγιος.

 

 

 

ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ Ο ΙΒΗΡΙΤΗΣ: ΜΙΑ ΟΛΟΦΩΤΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΜΟΡΦΗ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η αληθινή σοφία, η οποία έχει κύρος και δεν καταπίπτει, είναι η κατά Θεόν σοφία. Αυτή είναι καρπός και δωρεά του Αγίου Πνεύματος σε ανθρώπους πιστούς και ταπεινούς στην καρδιά, δηλαδή τους αγίους. Οι άγιοι της Εκκλησίας μας υπερέβησαν την κοσμική σοφία και έφτασαν στο θείο φωτισμό, λάμποντας οι ίδιοι και φωτίζοντας τους άλλους. Μια τέτοια φωτεινή προσωπικότητα, σε μαύρους χρόνους, υπήρξε ο άγιος Ιερόθεος ο Ιβηρίτης, ο οποίος σημάδεψε με την προσωπικότητά του την πνευματική πορεία πολλών ανθρώπων. Υπήρξε ένας φωτισμένος νους, μια ολοκληρωμένη πνευματική προσωπικότητα. Ένας φωτεινός φάρος στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας.

Γεννήθηκε στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου στα 1686, από πλούσιους, γονείς τους οποίους διέκρινε η ευσέβεια και η αρετή. Ο πατέρας του ονομαζόταν Δήμος και η μητέρα του Ασημίνα. Ούσα έγκυος η μητέρα του, κάποιος άγιος ασκητής της αποκάλυψε ότι τα παιδί που θα γεννούσε θα γινόταν σκεύος εκλογής του Θεού. Οι ευσεβείς γονείς του του μετέδωσαν την πίστη στο Θεό και του δίδαξαν την οδό της αρετής. Μάλιστα, έχοντας τα οικονομικά μέσα, τού έδωσαν σοβαρή μόρφωση. Τον έστειλαν στα καλλίτερα σχολεία και στους διασημότερους δασκάλους της περιοχής για να σπουδάσει. Και εκείνος, έχοντας ισχυρή θέληση για μάθηση και διαθέτοντας εξαιρετική οξύνοια, κατέστη ενωρίς μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα. Σε ηλικία μόλις επτά ετών προξενούσε το θαυμασμό για την πολυμάθειά του και την κριτική του σκέψη. Απόφευγε τα παιχνίδια και καταγίνονταν με τη μελέτη. Αγαπούσε ιδιαίτερα τις Άγιες Γραφές και τα συγγράμματα των Πατέρων, τα οποία εντύπωνε στην ψυχή του.  Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε η δίψα του για μάθηση!

Όταν περάτωσε τις σπουδές του και έφτασε σε ηλικία γάμου, οι γονείς του ποθούσαν να τον δουν επιτυχημένο οικογενειάρχη, ο οποίος θα διαχειρίζονταν την μεγάλη περιουσία τους και θα ζούσε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Έτσι, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, χωρίς να τον ρωτήσουν, τον αρραβώνιασαν με μια σεμνή και πλούσια κοπέλα. Αλλά εκείνος είχε άλλα σχέδια για τη ζωή του. Σκόπευσε να αφιερωθεί στο Θεό και στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Όμως, επειδή δεν ήθελε να στεναχωρήσει τους γονείς του, έκανε υπομονή και βασανιζόταν ψυχικά.

Αλλά ο Θεός, ο οποίος γνωρίζει τα εσώψυχα του κάθε ανθρώπου και προνοεί για την πορεία της ζωής του, έδωσε τη λύση. Δεκαέξι ημέρες πριν το γάμο του, πέθαναν ξαφνικά οι γονείς του. Τότε ο Ιερόθεος, μίλησε με την μνηστή του, της εξήγησε τη θέλησή του, ότι θέλει να διάγει τον άγαμο μοναχικό βίο, εκείνη τον κατάλαβε και έτσι διέλυσαν τον αρραβώνα τους.

Μετά από καιρό μετέβη στη Ζάκυνθο, όπου διέμεναν κάποιοι πλούσιοι συγγενείς του. Εκείνοι, τον συμβούλεψαν να πάει στην Ευρώπη να συνεχίσει τις σπουδές του. Όμως ο Ιερόθεος δεν ενθουσιάστηκε από την πρόταση. Είχε κατά νουν ένα άλλο μεγάλο και ασύγκριτα ανώτερο πνευματικό τόπο, το Άγιον Όρος, όπου, ταπεινοί μοναχοί και ασκητές, αποκτούσαν, με την προσευχή και την άσκηση, την κατά Θεόν σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από όλες τις σπουδές και τις σοφίες του κόσμου.

Πήρε λοιπόν την απόφαση να ανέβει στο «Περιβόλι της Παναγίας». Βρήκε κάποιον άγιο ερημίτη, με τον οποίο συγκατοίκησε και έγινε υποτακτικός του. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιξε στη ζωή του. Αρχίζει αμέσως αγώνα προσωπικής καθάρσεως και περιβολής αρετών. Υπό την καθοδήγηση του αγίου ασκητή, πολεμά τη σάρκα και εξυψώνει το πνεύμα. Παράλληλα, ως φιλομαθής, διαβάζει με πάθος πνευματικά

συγγράμματα, συναξάρια αγίων και θεολογικές πραγματείες, τα οποία αφθονούσαν στο Άγιο Όρος. Μελετά τη ζωή των μοναχών, αλλά τον προβληματίζει η κατάπτωση κάποιων από αυτούς, γεμίζοντας την ψυχή του με λύπη και απογοήτευση. Γι’ αυτό σκέφτηκε να οδηγηθεί προς το μαρτύριο, τον οποίο θεωρούσε τον συντομότερο δρόμο της σωτηρίας. Άλλωστε βρισκόμαστε σε εποχή, που χιλιάδες Νεομάρτυρες  έχυναν το αίμα τους για την πίστη τους στο Χριστό. Όμως ο πνευματικός του τον εμποδίζει, λέγοντάς του, πως το μαρτύριο έρχεται μόνο του, ως αναπάντεχο δώρο του Θεού. Του υπενθύμισε επίσης το λόγο του αποστόλου Παύλου περί «νομίμου αθλήσεως» (Β΄Τιμ.2,5).

Μετά από καιρό πήγε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, όπου εκάρη μοναχός και εντάχτηκε στην αδελφότητα. Όμως ο πόθος του μαρτυρίου δεν τον εγκατέλειπε, μάλλον γιγάντωνε στην ψυχή του. Η ευκαιρία, που ζητούσε του δόθηκε. Επελέγη, με αντιπροσωπία μοναχών της Μονής, υπό τον προεστώτα, να μεταβούν στην Κωνσταντινούπολη, για κάποια υπόθεση της Μονής. Πίστεψε ότι εκεί, στην καρδιά της οθωμανικής αυτοκρατορίας και του ισλαμισμού, θα του δινόταν η ευκαιρία να ομολογήσει το Χριστό και να μαρτυρήσει για χάρη Του. Αλλά εις μάτην, καμιά ευκαιρία δεν του δινόταν, ο Θεός είχε άλλο σχέδιο γι’ αυτόν.

Μετά από αυτό έφυγε για την Βλαχία. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μητροπολίτη Σόφιας Αυξέντιο και του δόθηκε η δυνατότητα να παρακολουθήσει μαθήματα από τον διάσημο κύπριο δάσκαλο Μάρκο. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου διδάχτηκε μαθήματα φιλοσοφίας από τον επίσης σπουδαίο αργείτη δάσκαλο Γιακουμή. Η δίψα του για μάθηση ήταν ακόρεστη. Για περαιτέρω ανώτερες σπουδές πήγε στη Βενετία, φτάνοντας στο απόγειο της κατά κόσμον γνώσεως. Είχε εγκολπωθεί όλη τη σοφία της εποχής του!

Αλλά, όμως ένοιωθε ένα μεγάλο κενό στην ψυχή του. Κατάλαβε πως η απόκτηση της κοσμικής γνώσεως μόνο υπεροψία και ματαιοδοξία μπορεί να δώσει στον άνθρωπο. Αντίθετα η ταπεινή προσέγγιση του Θεού και ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος μπορούν να ικανοποιήσουν την ψυχή μας. Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να γυρίσει ξανά στη Μονή της μετανοίας του, την Ιβήρων, όπου έγινε ενθουσιωδώς ευπρόσδεκτος από την αδελφότητα.

Αρχίζει έναν έντονο πνευματικό αγώνα, με αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνίες, μετάνοιες, μελέτη της Αγίας Γραφής και άλλων  πνευματικών βιβλίων, νηστεία και υπακοή. Ο Θεός τον επιβραβεύει. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Νεοκαισαρείας Ιάκωβο. Ήταν ήδη τριάντα ετών. Εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και γίνεται αντικείμενο θαυμασμού από τους άλλους μοναχούς. Σύντομα διαπιστώνονται σημάδια αγιότητας σ’ αυτόν. Αξιώθηκε της ιαματικής χάριτος. Πολλοί ασθενείς, μοναχοί και κοσμικοί, λάβαιναν την ίαση και δόξαζαν έτσι το Θεό. Κι όχι μόνο αυτό. Η φήμη του ως άρτια πνευματική προσωπικότητα έφτασε μακριά και ένα πλήθος ανθρώπων έτρεχε να πάρει τις πολύτιμες και σωτήριες συμβουλές του.

Την εποχή εκείνη έπεσε θανατικό στο νησί της Σκοπέλου. Οι έντρομοι και απελπισμένοι κάτοικοι έμαθαν για τον άγιο ιερομόναχο στην Ιβήρων. Του ζήτησαν να τους βοηθήσει. Τότε εκείνος, πλημμυρισμένος από αγάπη, μετέβη, με συνοδεία μοναχών, στο νησί και με τις ατέλειωτες προσευχές και δεήσεις τους απότρεψε το κακό!  Έμεινε εκεί  οκτώ χρόνια, συμβάλλοντας για την πνευματική καλλιέργεια των κατοίκων. Οι κουρασμένοι από την αμαρτία, τα βάσανα της ζωής και την τουρκική καταπίεση έβρισκαν ανακούφιση και παρηγοριά κοντά του. Πλήθος αμαρτωλών οδηγήθηκαν στη μετάνοια.

Ο ίδιος εντείνει τον πνευματικό του αγώνα και ο Θεός τον επιβραβεύει με σπάνιες θεϊκές ελλάμψεις και αποκαλύψεις. Λαμβάνει το χάρισμα της προορατικότητας.

Προβλέπει τη δική του εκδημία. Για να ζήσει τις τελευταίες ημέρες της επιγείου ζωής του «ενώπιος ενωπίω» με το Θεό, με ησυχία και αδιατάρακτη προσευχή, πήρε μαζί του τον ενάρετο υποτακτικό του ιερομόναχο Μελέτιο, καθώς και τους μοναχούς Ιωσήφ και Συμεών και κατέφυγε σε ένα κοντινό ερημονήσι, τη Γιούρα. Εκεί διάγει τις τελευταίες ημέρες του με ησυχία, σιωπή και αδιάλειπτη προσευχή. Μετά από λίγο καιρό ασθένησε και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο, σε ηλικία 59 ετών. Ήταν 13 Σεπτεμβρίου του έτους 1745. Οι μαθητές του ενταφίασαν το τίμιο σώμα του, το οποίο ευωδίαζε. Αργότερα, όταν έγινε η ανακομιδή του, μεταφέρθηκε στη Μονή των Ιβήρων η τιμία κάρα του, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

Η μνήμη του τιμάται στις  13 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.

 

 

.

ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΠΗΓΑΣ: Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

 

Στους χαλεπούς χρόνους της οθωμανικής δουλείας η Θεία Πρόνοια ευδόκησε να αναδειχθούν μεγάλες πνευματικές μορφές, οι οποίες διακόνησαν, λάμπρυναν,  στήριξαν την Εκκλησία του Χριστού και προσέφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στο υπόδουλο Γένος μας. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Μελέτιος Πηγάς, Πατριάρχης Αλεξανδρείας, μια σπουδαία μορφή του 16ου αιώνα.

Γεννήθηκε στον Χάνδακα (Ηράκλειο) της Κρήτης το 1549 από ευσεβείς, εναρέτους και εύπορους γονείς, οι οποίοι ενστάλαξαν στη ψυχή του βαθιά ευσέβεια και ενάρετη ζωή. Από μικρός έδειξε μεγάλη έφεση στα γράμματα και  γι’ αυτό οι γονείς του φρόντισαν να πάρει την καλλίτερη δυνατή παιδεία, κοντά στους σπουδαιότερους δασκάλους της εποχής του, μεταξύ των οποίων υπήρξε ο φημισμένος ιερομόναχος Μελέτιος Βλαστός. Κοντά του διδάχτηκε την ελληνική και λατινική γλώσσα, γραμματική, φιλοσοφία και ρητορική. Επίσης κοντά στον σπουδαίο αυτό δάσκαλο διδάχτηκε τον ενάρετο και ηθικό βίο, ο οποίος τον ακολούθησε σε ολόκληρη την ζωή του.

Μετά τις εγκύκλιες σπουδές του στην Κρήτη, και σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, μετέβη στην Ιταλία, στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Σπούδασε φιλοσοφία, θεολογία, ιατρική και νομική. Αλλά το πνευματικό κλίμα εκεί ήταν άκρως εχθρικό προς τους ορθοδόξους σπουδαστές, οι οποίοι δέχονταν ισχυρές πιέσεις να αποδεχτούν τις δυτικές κακόδοξες αρχές και δυστυχώς πολλοί υπέκυπταν, ερχόμενοι κατόπιν στην Ελλάδα έκαναν προσηλυτισμό υπέρ του Παπισμού. Παρά το νεαρό της ηλικίας του ο Μελέτιος και τις αφόρητες πιέσεις των παπικών, παρέμεινε αμετακίνητος στην ορθόδοξη πίστη, δεν διανοήθηκε να ενδώσει στις κακοδοξίες τους.

Επίσης είχε να αντιμετωπίσει και ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα. Τα παπικά πανεπιστήμια, προκειμένου να χορηγήσουν τους τίτλους σπουδών στους αποφοίτους, απαιτούσαν ορκωμοσία υποταγής στον “Πάπα”!  Ο Μελέτιος βρέθηκε σε μεγάλο δίλημμα, αλλά εν τέλει δεν υπέκυψε στον εκβιασμό, αρνούμενος να δηλώσει υποταγή στον “Πάπα” και πίστη στα παπικά κακόδοξα δόγματα. Απέρριψε με οργή κάθε βέβηλη σκέψη να αρνηθεί την Ορθοδοξία και να ασπασθεί τον Παπισμό. Προτίμησε να στερηθεί τις πανεπιστημιακές περγαμηνές, παρά τον θησαυρό της ορθοδόξου πίστεως, της μόνης σώζουσας, πίστεως! Ήταν η πρώτη μεγάλη ομολογητική ηρωική  του πράξη, η οποία σημάδεψε την κατοπινή του πολυτάραχη πορεία.  Είναι πολύ χαρακτηριστική η ρήση του Γ. Βαλέτα: «Αυτή η παλληκαριά του, αυτή η σκληρή δοκιμασία της συνείδησής του, εθνικής και  θρησκευτικής, άνοιξε μπροστά στα μάτια του νεαρού σπουδαστή όλο το σκοτεινό βάθος του παπισμού και τον έκανε να βάλει σαν πρώτιστο σκοπό της ζωής του την καταπολέμησή του και την απολύτρωση της πατρίδος από την καταστροφική επιρροή του. Τότε διατυπώνει ένα πρόγραμμα ζωής• να ντυθή το ράσο και να γίνη στρατιώτης της Ορθοδοξίας να σώση το νησί του και την Ελλάδα και όλη την ορθόδοξη Ανατολή απ’ τον κίνδυνο του εκλατινισμού, που προκαλούσε τότε στους μορφωμένους έλληνες χειρότερη ανησυχία και φόβο από τον τουρκικό ζυγό…» (Μελέτιος Πηγάς, Χρυσοπηγή, Αθήναι 1958 σ. 28).

Μετά από οκτώ χρόνια σπουδών στην Ιταλία επέστρεψε στην γενέτηρά του την Κρήτη και ασπάστηκε τον μοναχικό βίο, σε ηλικία 25 ετών. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Αγκαράθου, όπου ηγούμενος ήταν ο Σίλβεστρος, μετέπειτα Πατριάρχης Αλεξανδρείας.

Ενωρίς έδειξε αξιόλογο ζήλο για την μοναχική ζωή και ενάρετο βίο. Παράλληλα αποφάσισε να αξιοποιήσει, προς χάριν των υπόδουλων συμπατριωτών του, τις γνώσεις και τα προτερήματά του. Με την ευλογία του ηγουμένου εξερχόταν της Μονής και περιόδευε τις πόλεις και τα χωριά της Κρήτης, εμψυχώνοντας τους κατατρεγμένους Ρωμηούς, διδάσκοντας την ορθόδοξη πίστη και αγωνιζόμενος   σθεναρά, αποκρούοντας με ισχυρά επιχειρήματα, την ασφυκτική προπαγάνδα, που ασκούσαν οι αδίστακτοι παπικοί Ιησουίτες μισιονάριοι (ιεραπόστολοι), οι οποίοι αλώνιζαν κυριολεκτικά το νησί και προσηλύτιζαν σωρηδόν με αθέμιτα μέσα, ακόμα και με τη βία, ορθοδόξους στον αιρετικό Παπισμό. Βασικός άξονας της διδασκαλίας του ήταν η ακράδαντη πίστη στο Χριστό, απαλλαγμένη από τις δυτικές κακοδοξίες, η προσήλωση στην Ορθοδοξία, την μόνη αληθινή Εκκλησία και η ελληνικότητα. Για το λόγο αυτό κατέστη στόχος των φανατικών παπιστών, οι οποίοι επιδίωκαν την φίμωσή, του, αλλά και αυτή την φυσική του εξόντωση!

Μετά την εκλογή του ηγουμένου του, Σίλβεστρου ως Πατριάρχη Αλεξανδρείας, μεταξύ των ετών 1565 και 1569, τον ακολούθησε και ο Μελέτιος και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Σινά, όπου χειροτονήθηκε ιερομόναχος. Αλλά ο Πατριάρχης Σίλβεστρος, εκτιμώντας τον ζήλο του υπέρ της Ορθοδοξίας, την μόρφωσή του και τα λοιπά προσόντα του, τον κάλεσε κοντά στο Πατριαρχείο, να εργαστεί ιεραποστολικά και να οργανώσει τον κλήρο και τον μοναχισμό. Και πράγματι ανταποκρίθηκε με επιτυχία στη διακονία που του ανατέθηκε.

Ο Μελέτιος, ανήσυχο πνεύμα και διακατεχόμενος από θερμό ζήλο για την ενότητα του κατακερματισμένου χριστιανικού κόσμου, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να πείσει τους αιρετικούς δυτικούς να αποβάλλουν τις πλάνες τους και να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία. Επικεντρώθηκε και απευθύνθηκε κυρίως στους Προτεστάντες, οι  οποίοι είχαν αποσκιρτήσει πρόσφατα (1519) από την παπική “εκκλησία”, διαμαρτυρόμενοι για τις παπικές τερατουργίες, εγκαταλείποντας τους παπικούς, θεωρώντας μάταιη οποιαδήποτε συζήτηση μαζί τους. Άνοιξε αλληλογραφία με τους θεολόγους του Πανεπιστημίου της Τιβίγγης, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, είχαν ανοίξει επικοινωνία με επιφανείς ορθοδόξους και αντήλλασσαν επιστολές. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Μελέτιος, ο οποίος στις επιστολές του προσπαθούσε να τους πείσει ότι η αλήθεια βρίσκεται στην Ορθοδοξία. Αλλά δυστυχώς, όπως είναι γνωστό, οι επαφές αυτές δεν τελεσφόρησαν.

Φυσικά η ζωή του δεν ήταν ρόδινη στην αιγυπτιακή μεγαλούπολη. Παπικοί, Προτεστάντες, Κόπτες και άλλοι αιρετικοί του δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα, για την αντιαιρετική του δράση. Αλλά ο Μελέτιος έμεινε εδραίος στο έργο του, αδιαφορώντας και αντιμετωπίζοντας με υπομονή και σθένος τα εμπόδια και τα προβλήματα που του δημιουργούσαν

Στα 1582 ο Πατριάρχης Σίλβεστρος τον τοποθέτησε επίτροπο (αντιπρόσωπό του) στο Κάιρο, για να εργαστεί ιεραποστολικά και να οργανώσει τις εκεί ενορίες. Ο Μελέτιος δέχτηκε την νέα του διακονία με προθυμία, επιτελώντας και εκεί ο αξιόλογο ποιμαντικό και ιεραποστολικό έργο.

Η φήμη της προσωπικότητάς του και της δράσεώς του έφτασε μακριά, και ως την Ρωσία, όπου ο αυτοκράτορας τον κάλεσε στη Μόσχα, να συγκροτήσει την Ρωσική Εκκλησία. Ο Μελέτιος αποδέχτηκε την πρόταση, αλλά πορευόμενος προς την Ρωσία, πέρασε από την Κωνσταντινούπολη, όπου διαπίστωσε την τραγικότητα που βίωναν οι εκεί ορθόδοξοι από την τουρκική καταπίεση. Παρακλήθηκε να παραμείνει και να εργαστεί για την χειμαζόμενη Εκκλησία. Υπάκουσε, παραμένοντας για τρία χρόνια εργαζόμενος με ασυνήθιστο ζήλο για την ανακούφιση των καταπιεσμένων και κατατρεγμένων Ρωμηών.

Στα 1590, μετά τον θάνατο του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Σίλβεστρου, κλήθηκε να αναλάβει τον χειρεύοντα πατριαρχικό θρόνο, με την σύμφωνη γνώμη κλήρου και λαού και τις  τις επιδοκιμασίες όλων των πιστών. Αποδείχτηκε άξιος της εκλογής του.  Με μετριοφροσύνη και σύνεση εξακολούθησε να εργάζεται στο νέο του πόστο. Με τους κατάλληλους και λεπτούς χειρισμούς κατόρθωσε, να αποσπάσει  του  Σουλτάνου, να απαλλάξει το Πατριαρχείο από τα δυσβάστακτα χρέη και με εράνους, κυρίως στην Κρήτη, ενίσχυσε τα οικονομικά του Πατριαρχείου.

Το 1593 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη να πάρει μέρος στην Ενδημούσα Σύνοδο επί πατριαρχίας Ιερεμία Β΄ (1536-1594). Σε αυτή ο Μελέτιος εισηγήθηκε την διακήρυξη στην εμμονή των Ορθοδόξων στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, στην ανά έτος σύγκληση Ενδημούσας συνόδου. Τότε απεστάλη ο Συνοδικός Τόμος αναγνώρισης του Πατριαρχείου Μόσχας. Με την εμμονή του αυτή ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός άνδρας περιχαράκωσε την ορθόδοξη πίστη, σε μια εποχή τρομακτικών πνευματικών ζυμώσεων και προκλήσεων από  την δράση των δυτικών στον ορθόδοξο χώρο της Ανατολής.

Την ίδια εποχή έχουμε και την εμφάνιση της Ουνίας στην Ανατολική Ευρώπη και κύρια στην Πολωνία, η οποία, με ανείπωτους διωγμούς, σφαγές και βία μετέστεφε πλήθος ορθοδόξων στον Παπισμό. Ο Μελέτιος, όταν πληροφορήθηκε το εκεί σοβαρό πρόβλημα έστειλε ως Πατριαρχικό Έξαρχο τον ανεψιό του Κύριλλο Λούκαρη, ο οποίος συνεργάσθηκε με τον έξαρχο του Οικουμενικού  Πατριαρχείου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την εξάπλωση της Ουνίας και του Παπισμού. Αλλά το 1597 ο Λούκαρης αναγκάζεται να αποδράσει από την Πολωνία για να διαφύγει  τη φυλάκιση και τη θανάτωσή του από τους φανατισμένους ουνίτες παπικούς. Το έτος 1599 ο Πατριάρχης Μελέτιος στέλνει και πάλι στην Πολωνία τον Λούκαρη όπου παρέμεινε ως τις αρχές του 1601, ενώ κατόπιν μετέβη στη Μολδοβλαχία για να στηρίξει τους εκεί χειμαζομένους από τους Λατίνους Ορθοδόξους.

Από την μέριμνά του ο Μελέτιος δεν παράλειψε και τους αιρετικούς Κόπτες της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας, προσπαθώντας να τους επαναφέρει στην ορθόδοξη πίστη και να τους εντάξει στην αληθινή Ορθόδοξη Εκκλησία, χωρίς δυστυχώς θεαματικά αποτελέσματα.

Το 1594 κοιμήθηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας Β΄ και ο Μελέτιος δέχτηκε προτάσεις να αναλάβει τον Οικουμενικό Θρόνο. Όμως ο ταπεινός ετούτος εκκλησιαστικός ηγέτης αρνήθηκε, προτιμώντας να παραμείνει στον δευτερόθρονο Θρόνο της Αλεξάνδρειας. Διετέλεσε μόνο τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου μεταξύ των ετών 1597 και 1598.

Κοιμήθηκε το έτος 1601 σε ηλικία 52 ετών και η Εκκλησία εκτιμώντας την αγιότητά του και το τεράστιο έργο του, τον κατέταξε στους αγιολογικούς της δέλτους, ορίζοντας την μνήμη του στις 13 Σεπτεμβρίου.

Ο άγιος Μελέτιος συγκαταλέγεται στους ομολογητές Πατριάρχες, ο οποίος ανάλωσε τη ζωή του στην στερέωση της ορθοδόξου πίστεως. Ο ζήλος του για την ενότητα του κατακερματισμένου χριστιανικού κόσμου και οι προσπάθειές του για την μεταστροφή των αιρετικών στην Εκκλησία, ώθησε κάποιους συγχρόνους του να τον θεωρούν ως «φιλοδυτικό», κάτι που δε ισχύει. Ως βαθύς γνώστης των παπικών και προτεσταντικών κακοδοξιών, κατέστη σφοδρός επικριτής τους. Αυτό μαρτυρεί σωζόμενη επιστολή του, γραμμένη στα 1538 προς το φίλο του λόγιο επίσκοπο Κυθήρων Μάξιμο Μαργούνιο (1549-1602), στην οποία αναπτύσσει ανθενωτική επιχειρηματολογία. Αντιστάθηκε ιδιαιτέρως, με σθένος, απέναντι στην Ουνία, η οποία είναι ως γνωστόν, ο «δούρειος ίππος» του Παπισμού, για την άλωση της Ορθοδοξίας.

Επίσης ανέπτυξε και πλούσιο συγγραφικό έργο,, όπως:   «Περὶ των Αχράντων Μυστηρίων», «Περί Πάπα Κατήχησις», «Ορθόδοξος Διδασκαλία», «Στρωματείς», «Κατά Λουθήρου και Καλβίνου λόγος», «Χρυσοπηγὴ» κ.α. τα οποία αποπνέουν άρωμα Ορθοδοξίας και έχουν ομολογητικό χαρακτήρα. Είναι ακόμα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, ενώ στα γραπτά του χρησιμοποιούσε λόγια γλώσσα, στα κηρύγματά του, χρησιμοποιούσε την δημώδη, για να τον κατανοούν οι ακροατές του.

Γενικά θεωρείται ως μια σπάνια προσωπικότητα, ένα σκεύος εκλογής, για την υπηρεσία της Εκκλησίας και του Γένους στα δύστηνα εκείνα χρόνια. Κάποιοι τον θεωρούν ως  έναν από τους σπουδαιότερους και αξιοθαύμαστους εκκλησιαστικούς άνδρες μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453).

 

 

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *