Συνέχεια…Βίοι Αγίων 9.3.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ: Ο ΘΕΜΕΛΙΩΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η δεύτερη Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη σε μια από τις
μεγαλύτερες πατερικές μορφές της Εκκλησίας μας, στον άγιο Γρηγόριο τον
Παλαμά, αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης (1347-1359). Ο μεγάλος αυτός άνδρας έζησε
σε μια πολύ ταραγμένη ιστορική περίοδο για την Εκκλησία μας, κατά την οποία ο
κίνδυνος νοθεύσεως της αλήθειας υπήρξε μεγάλος και όπου η ορθόδοξη
πνευματικότητα κινδύνευε να αλωθεί από τον δυτικό σχολαστικισμό και η
υπεράσπισή της έλαχε στην μεγάλη αυτή πνευματική μορφή.
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι
ασκούσαν την νοερά προσευχή. Έλαβε σπουδαία μόρφωση κοντά στον ονομαστό
δάσκαλο και θεολόγο Θεόδωρο Μετοχίτη. Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄
εκτίμησε τις ικανότητές του και τον προόριζε για υψηλά κρατικά αξιώματα. Όμως ο
Γρηγόριος αδιαφόρησε για τα σχέδια του αυτοκράτορα, διότι από νέος αγάπησε τη
μοναχική και ασκητική ζωή. Κατέφυγε καταρχήν στο όρος Παπίκιο στη Θράκη και
κατόπιν στο Άγιο Όρος, όπου πέρασε αρκετά χρόνια της ζωής του. Ακόμη και μετά
την εκλογή του ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης το 1347, ζούσε ως ασκητής.
Το 1335 ο μοναχός, θεολόγος και φιλόσοφος Βαρλαάμ τον Καλαβρός, ήρθε από
την Ιταλία στην ορθόδοξη ανατολή για να αντικρούσει το κίνημα του ησυχασμού.
Βαθύτατα επηρεασμένος από αριστοτελισμό, τη λατινική θεολογία και τον
σχολαστικισμό, δίδασκε πως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να γνωρίσει, να προσεγγίσει
και να ενωθεί με το Θεό. Επίσης δίδασκε πως ο Θεός είναι «κλεισμένος στον εαυτό
του» και δε μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Αντίθετα οι ορθόδοξοι Πατέρες,
κάνοντας τη διευκρίνιση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού, δίδασκαν
πως η γνώση της ουσίας του Θεού είναι μεν αδύνατος, όχι όμως οι άκτιστες θείες
ενέργειες, οι οποίες δίνονται ως ύψιστες δωρεές στους ανθρώπους και γίνονται
φανερές σε όσους κατορθώνουν να καθαρθούν από τα πάθη τους. Κύριο μέσο
φωτισμού και προσωπικής εμπειρίας των ακτίστων ενεργειών του Θεού είναι η
αδιάκοπη νοερά προσευχή, στην οποία ασκούνταν οι ησυχαστές μοναχοί, δια της
αδιάκοπης προσευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησόν με»,
κατόρθωναν να βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το Άκτιστο Φως, δηλαδή τη
δόξα του Θεού.
Για τους δυτικούς, και εν προκειμένω για τον εκπρόσωπό τους μοναχό Βαρλαάμ,
η δια της νοεράς προσευχής και της νίψεως θεοπτία ήταν ακατανόητη και βλάσφημη.
Κατηγορούσαν τους ησυχαστές για αιρετικούς (μεσσαλιανιστές) και τους μέμφονταν
ως «ομφαλοσκόπους», επειδή οι μοναχοί αυτοί επικέντρωναν το βλέμμα τους, κατά
τη διάρκεια της προσευχής, στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς. Η σύγκρουσή τους με
τον άγιο Γρηγόριο υπήρξε σφοδρή και προκάλεσε πνευματική θύελλα, εφάμιλλη της
εικονομαχίας.
Ο άγιος Γρηγόριος υπήρξε υπερασπιστής του ησυχασμού, της πνευματικότερης
έκφρασης του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, διότι ήταν απόλυτα πεπεισμένος πως
η θεοπτία μέσω της ασκήσεως και της νοεράς προσευχής είναι σύμφωνη με τη
διδασκαλία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπήρξε δάσκαλος και εμπνευστής του
ησυχασμού. Συνεχίζοντας ο ίδιος την μακραίωνη παράδοση των αρχαίων Πατέρων
και ασκητών της Εκκλησίας, δίδασκε πως ο άνθρωπος, με την άσκηση και τη νίψη,
μπορεί να δει και από αυτή τη ζωή, με τα φυσικά του μάτια, το άκτιστο φως του
Θεού, αυτό το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού κατά τη Μεταμόρφωσή Του
στο όρος Θαβώρ.

Ο άγιος Γρηγόριος ανάλαβε να υπερασπίσει τον ησυχασμό και να τον διασώσει
από την επέλαση των σχολαστικών της Δύσεως. Τον αγώνα του ξεκίνησε από τη
Θεσσαλονίκη, όπου έγραψε το περισπούδαστο έργο του: «Περί των Ιερώς
Ησυχαζόντων», με το οποίο αποδεικνύει ότι η θεοπτία του ησυχασμού είναι
σύμφωνη με την αγία Γραφή και την Παράδοση της Εκκλησίας. Αναπτύσσοντας τη
θεολογία των προγενέστερων μεγάλων Πατέρων, δίδαξε πως ο Θεός υπάρχει ως θεία
Ουσία, η οποία είναι απόλυτα απρόσιτη στον άνθρωπο. Απορρέουν όμως από Αυτόν
οι άκτιστες ενέργειες, οι οποίες αυτές μπορούν να γίνουν μεθεκτές από τον άνθρωπο.
Τρεις μεγάλες σύνοδοι συγκροτήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, το 1341, το 1347
και το 1351, επικύρωσαν τη θεολογία του αγίου Γρηγορίου, δικαίωσαν τους
ησυχαστές και καταδίκασαν τον Βαρλαάμ και τους μαθητές του. Παρ’ όλα αυτά όμως
ο φιλοδυτικός πατριάρχης Ιωάννης Καλέκας τον κατηγόρησε το 1343 για στάση και
κατόρθωσε να το στείλει στην εξορία τέσσερα χρόνια. Το 1347 δικαιώθηκε και
εξελέγη αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το 1350 συνελήφθη από τους Τούρκους και
απελευθερώθηκε το 1355. Κοιμήθηκε στις 14 Νοεμβρίου του 1359 στη Θεσσαλονίκη
και το 1368 ανακηρύχτηκε άγιος.
Ο μεγάλος αυτός άνδρας κατέστη πρότυπο και δάσκαλος της άσκησης και
ενσαρκωτής των χριστιανικών αρετών. Είτε ως αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, είτε ως
μοναχός στο Άγιο Όρος, δίδασκε τον αέναο αγώνα κατά του κακού και της αμαρτίας.
Προτρέπει την καθολική κάθαρση από τα ψυχοκτόνα πάθη, η οποία ονομάζεται στην
ασκητική ορολογία νίψη και δείχνει το δρόμο της ασκήσεως, ως μονόδρομο της
σωτηρίας και της θεώσεως.
Η μεγάλη αυτή πατερική μορφή λειτουργεί αναμφίβολα ως φωτεινό ορόσημο για
μας τους πιστούς αυτή την κατανυκτική περίοδο. Τα βαθυστόχαστα ορθόδοξα
συγγράμματά του, όχι μόνο αποπνέουν άρωμα ευσέβειας, αλλά είναι πρακτικός
οδηγός για την ψυχοσωματική μας άσκηση. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος της
πνευματικής πορείας και του αγώνα μας για νίψη και κάθαρση από τα ψυχοκτόνα
πάθη μας, ώστε δι’ αυτής να λαμπρύνουμε το χιτώνα της ψυχής μας για να έχει έτσι
τη δυνατότητα της μεγάλης συνάντησής της με τον Νυμφίο Χριστό!

 

ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ: Η ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η λέξη Ησυχασμός παράγεται από το ρήμα ησυχάζω που σημαίνει βρίσκομαι σε
κατάσταση σιγής, ηρεμίας και αυτογνωσίας. Ο ησυχαστής μοναχός, αλλά και λαϊκός,
πλημμυρισμένος από θείο έρωτα, προσπαθεί να αποβάλλει κάθε κοσμική ενασχόληση
και σκέψη, αποζητά την ησυχία και επικεντρώνεται στη μνήμη του Θεού, λέγοντας
αδιάλειπτα την νοερά προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με τον αμαρτωλό». Η
άσκηση αυτή καθαρίζει την καρδιά από κάθε πάθος και το νου από τους ακάθαρτους
λογισμούς, τους οποίους υπαγορεύουν οι δαίμονες. Ο ησυχαστής έτσι αποκτά «νουν
Χριστού», όπως είπε ο απόστολος Παύλος. Το μυαλό του, η καρδιά του, οι αισθήσεις
του και γενικά ολόκληρη η ψυχοσωματική του υπόσταση γεμίζει από την άκτιστη
χάρη και την παρουσία του Θεού, τον καθαρίζει από τους ρύπους της αμαρτίας, τον
αγιάζει, τον καθιστά μέτοχο των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Με την συνεχή
άσκηση ο ησυχαστής αισθάνεται με τις σωματικές του αισθήσεις, βλέπει με τα
σωματικά μάτια του το άκτιστο θείο φως, αυτό το φως που είδαν οι άγιοι απόστολοι
στο όρος Θαβώρ.
Το ησυχαστικό κίνημα, υπήρχε από της ιδρύσεως της Εκκλησίας. Μεγάλοι
Πατέρες της αρχαίας Εκκλησίας άσκησαν τον ησυχασμό, όπως ο Μ. Βασίλειος και ο
άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, οι οποίοι απομονώθηκαν στον Ήρι ποταμό στον Πόντο,
όπου ασκήθηκαν στην ησυχία, την προσευχή, την μελέτη των Αγίων Γραφών, στο
θείο στοχασμό και έφτασαν σε θαυμαστές θείες εμπειρίες και στη θεοπτία. Αλλά το
ησυχαστικό κίνημα αναπτύχθηκε και μεσουράνησε τον 13ο και 14ο μ. Χ. αιώνα, με
επίκεντρο το Άγιον Όρος. Πρώτος κομιστής και δάσκαλος υπήρξε ο Αναστάσιος ο
Σιναΐτης. Συνεχιστής του ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (1296-1356), ο οποίος
λάμπρυνε τον αγιορείτικο μοναχισμό.
Όμως το ησυχαστικό κίνημα πολεμήθηκε με σφοδρότητα από τον δυτικό
παρεφθαρμένο χριστιανισμό και την σχολιαστική θεολογία. Το 1335 ο μοναχός,
θεολόγος και φιλόσοφος Βαρλαάμ τον Καλαβρός, ήρθε από την Ιταλία στην
ορθόδοξη ανατολή για να αντικρούσει το κίνημα του ησυχασμού. Βαθύτατα
επηρεασμένος από αριστοτελισμό, τη λατινική θεολογία και τον σχολαστικισμό,
δίδασκε πως ο άνθρωπος είναι αδύνατον να γνωρίσει, να προσεγγίσει και να ενωθεί
με το Θεό. Επίσης δίδασκε πως ο Θεός είναι «κλεισμένος στον εαυτό του» και δε
μπορεί να ενωθεί με τους ανθρώπους. Αντίθετα οι ορθόδοξοι Πατέρες, κάνοντας τη
διευκρίνιση μεταξύ της ουσίας και των ενεργειών του Θεού, δίδασκαν πως η γνώση
της ουσίας του Θεού είναι μεν αδύνατος, όχι όμως οι άκτιστες θείες ενέργειες, οι
οποίες δίνονται ως ύψιστες δωρεές στους ανθρώπους και γίνονται φανερές σε όσους
κατορθώνουν να καθαρθούν από τα πάθη τους. Κύριο μέσο φωτισμού και
προσωπικής εμπειρίας των ακτίστων ενεργειών του Θεού είναι η αδιάκοπη νοερά
προσευχή, στην οποία ασκούνταν οι ησυχαστές μοναχοί, δια της αδιάκοπης
προσευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού, ελέησον με», κατόρθωναν
να βλέπουν με τα σωματικά τους μάτια το Άκτιστο Φως, δηλαδή τη δόξα του Θεού.
Για τους δυτικούς, και εν προκειμένω για τον εκπρόσωπό τους μοναχό Βαρλαάμ,
η δια της νοεράς προσευχής και της νίψεως θεοπτία ήταν ακατανόητη και βλάσφημη.
Κατηγορούσαν τους ησυχαστές για αιρετικούς (μεσσαλιανιστές) και τους μέμφονταν
ως «ομφαλοσκόπους», επειδή οι μοναχοί αυτοί επικέντρωναν το βλέμμα τους, κατά
τη διάρκεια της προσευχής, στο στέρνο, στο μέρος της καρδιάς. Η σύγκρουσή τους με
τον άγιο Γρηγόριο υπήρξε σφοδρή και προκάλεσε πνευματική θύελλα, εφάμιλλη της
εικονομαχίας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς υπήρξε υπέρμαχος του ησυχασμού, της
πνευματικότερης έκφρασης του ορθοδόξου μοναχικού ιδεώδους, διότι ήταν απόλυτα
πεπεισμένος πως η θεοπτία μέσω της ασκήσεως και της νοεράς προσευχής είναι
σύμφωνη με τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Γι’ αυτό υπήρξε δάσκαλος και
εμπνευστής του ησυχασμού. Συνεχίζοντας ο ίδιος την μακραίωνη παράδοση των
αρχαίων Πατέρων και ασκητών της Εκκλησίας, δίδασκε πως ο άνθρωπος, με την
άσκηση και τη νίψη, μπορεί να δει και από αυτή τη ζωή, με τα φυσικά του μάτια, το
άκτιστο φως του Θεού, αυτό το φως που είδαν οι μαθητές του Χριστού κατά τη
Μεταμόρφωσή Του στο όρος Θαβώρ.
Γι’ αυτό ξέσπασε νέα σφοδρή θεολογική έριδα, παρόμοια με εκείνη της
εικονομαχίας. Είναι γνωστή η λεγομένη ησυχαστική έριδα η οποία συντάραξε την
Εκκλησία και η οποία αναγκάστηκε να συγκαλέσει τρεις Συνόδους (1351,1347 και
1351), για να ορίσει την σώζουσα διδασκαλία της στο ακανθώδες θέμα του
ησυχασμού, καταδικάζοντας τους πολεμίους της ως αιρετικούς. Μάλιστα η Σύνοδος
του 1351 θεωρείται ως η Θ΄ Οικουμενική Σύνοδος για την Ορθόδοξη Εκκλησία μας.
Πρέπει να επισημανθεί πως, για την ορθόδοξη πίστη μας, ο Θεός δεν είναι
απόκοσμος και παντελώς άγνωστος για μας τους πεπερασμένους ανθρώπους.
Βεβαίως δεν μπορούμε να γνωρίσουμε την ουσία Του, η οποία παραμένει εντελώς
άγνωστη σε μας, αλλά μπορούμε να έχουμε μετοχή και γνώση των ακτίστων
ενεργειών Του, μέσω των οποίων και σωζόμαστε. Ο θεός του δυτικού
σχολαστικισμού, της δυτικής χριστιανικής παράδοσης, ο οποίος υποτίθεται ότι
«κατανοείται» δια της λογικής δεν υπάρχει, διότι όπως είπαμε δεν είναι δυνατό στον
άνθρωπο να κατανοήσει την ουσία του Θεού, αλλά είναι στην ουσία ένα είδωλο, μια
ανθρώπινη επινόηση ενός αγνώστου Θεού. Γι’ αυτό και ο δυτικός άνθρωπος, αφού
κατάλαβε ότι αυτό που εκλάμβανε ως «θεό» δεν είναι ο Θεός, τον αρνήθηκε,
φτάνοντας στο σημείο να διακηρύξει επίσημα το «θάνατο του Θεού» δια στόματος
του τραγικού εκπροσώπου της ευρωπαϊκής διανόησης, Νίτσε. Αντίθετα στην
ορθόδοξη ανατολή, όπου η Εκκλησία μας έχει θέσει τα σωστά όρια μεταξύ ανθρώπου
και Θεού, δηλαδή της γνώσεως και μετοχής των ακτίστων ενεργειών του,
απουσιάζουν τέτοια φαινόμενα άρνησης και αθεΐας. Η σύγχρονη άρνηση και αθεΐα
μας ήρθε από τη Δύση.
Καταλαβαίνει λοιπόν ο καθένας πόσο σημαντική είναι η συμβολή του
ησυχαστικού κινήματος για τη διαμόρφωση της ελληνορθόδοξης ταυτότητάς μας και
αυτοσυνειδησία μας. Για μας τους ορθοδόξους ο ησυχασμός είναι ταυτισμένος με την
ανόθευτη και απαραχάρακτη χριστιανική μας πίστη και ζωή. Αυτό το βλέπουμε στα
πρόσωπα των αγίων μας, οι οποίοι αγίασαν και θεώθηκαν επειδή ήταν ησυχαστές,
δηλαδή αγωνίστηκαν να γίνουν μέτοχοι των ακτίστων ενεργειών του Θεού, δια της
ορθής πίστεως, της καθάρσεως από τα πάθη, της αδιάλειπτης και καθαρής
προσευχής, δια του καθαρού βίου, και της μετοχής στην αγιαστική χάρη της
Εκκλησίας μας.
Ποτέ δεν έπαψε να βιώνεται ο ησυχασμός στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας, τη
γνήσια, την αληθινή, τη μοναδική Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του
Χριστού. Θυμίζουμε, πως και στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, έχουμε
ανάλογο ησυχαστικό κίνημα, το λεγόμενο κίνημα των Κολλυβάδων, με επίκεντρο το
Άγιο Όρος. Και τότε ήρθαν βλαβερές επιδράσεις από το χώρο της αιρετικής Δύσης,
μέσω των παπικών και προτεσταντών ιεραποστόλων, οι οποίοι είχαν εισβάλλει στον
ορθόδοξο τουρκοκρατούμενο χώρο για να αλλοιώσουν την ορθόδοξη πίστη μας και
να μας προσηλυτίσουν στα δικά τους δόγματα, να αλλοιώσουν την ορθόδοξη ζωή μας
με τα δικά τους έθιμα. Τότε εγέρθηκε ως ισχυρός κυματοθραύστης το κολλυβαδικό
κίνημα και απέτρεψε αυτόν τον κίνδυνο. Αλλά και οι σύγχρονοι άγιοί μας, ο άγιος

Νεκτάριος, ο άγιος Νικόλαος Πλανάς, ο άγιος Παναγής Μπασιάς, ο άγιος Ιουστίνος
Πόποβιτς, ο άγιος Νικόλαος Αχρίδος, ο άγιος Παΐσιος, ο άγιος Πορφύριος, ο άγιος
Αμφιλόχιος, ο άγιος Καλλίνικος κ.α. και οι μεγάλοι λογοτέχνες Παπαδιαμάντης,
Μωραϊτίδης, Κόντογλου και άλλοι υπήρξαν συνεχιστές του ησυχαστικού και
κολυβαδικού πνεύματος. Αυτή είναι μια τρανή απόδειξη ότι η Ορθοδοξία μας, μόνη
αυτή, έχει την αλήθεια και το Πανάγιο Πνεύμα, που υπάρχει σε αυτή από την ημέρα
της Πεντηκοστής, την οδηγεί εις πάσαν την αλήθειαν και την διασώζει ακέραιη και
αλώβητη από τις πλάνες, τις αιρέσεις και τις παραχαράξεις, διότι όπως τονίζουμε
αδιάκοπα, η αλήθεια είναι ταυτόσημη με τη σωτηρία μας, χωρίς την αλήθεια, που
διδάσκει η Εκκλησία μας σωτηρία δεν υπάρχει. Εκτός της Εκκλησίας σωτηρία δεν
υπάρχει, όπως διακήρυξε ο άγιος Κυπριανός Καρθαγένης , ο μεγάλος αυτός πατέρας
και διδάσκαλος της Εκκλησίας μας.
Αλλά και στις μέρες μας δεν λείπουν οι επικριτές του Ησυχασμού και του
Κολλυβαδικού Κινήματος. Σύγχρονοι θεολογούντες και μη, στερούμενοι της γνήσιας
ορθοδόξου πνευματικότητας, συγχέουν την ησυχαστική πνευματικότητα και των
πρακτικών της με τις αρχές, τις δοξασίες και τις πρακτικές των ανατολικών
θρησκευμάτων και κύρια του Ινδουισμού και του Βουδισμού. Την ησυχία τη
συγχέουν με την απόκοσμη απομόνωση των γκουρού. Την αδιάλειπτη προσευχή, την
μονολόγιστη ευχή, με τον υπερβατικό διαλογισμό. Όμως θέλουν να αγνοούν ότι
υπάρχει χάσμα αγεφύρωτο ανάμεσα στην ορθόδοξη πνευματικότητα και τα σύγχρονα
αυτά ειδωλολατρικά και πολυθεϊστικά θρησκεύματα.
Παρά τις φαινομενικές «ομοιότητες» κάποιων εξωτερικών πρακτικών, κανένα
κοινό στοιχείο έχουν, όσον αφορά την θεολογία, την ανθρωπολογία και τη
σωτηριολογία. Στα ανατολικά θρησκεύματα δεν υπάρχει ύψιστος προσωπικός Θεός.
Δεν υπάρχει κακό και καλό, αλλά την ανθρώπινη ζωή ορίζει απόλυτα το
μοιρολατρικό «κάρμα» και ως εκ τούτου δεν απαιτείται σωτήρας. Σωτήρας είναι ο
ίδιος ο άνθρωπος για τον εαυτό του, ο οποίος «σώζεται» δια των ασκήσεων της
γιόγκα και του υπερβατικού διαλογισμού. Ο γιόγκι απομονώνεται, για να απαλλαγεί
από την «αρνητική ενέργεια» των ανθρώπων και για την πραγμάτωση της
«αυτολύτρωσής» του. Αντίθετα στην ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση ο ησυχαστής,
πιστεύει στον προσωπικό Τριαδικό Θεό της αγάπης και εναποθέτει σ’ Αυτόν, με
ταπείνωση και συντριβή τον αμαρτωλό εαυτό του. Δεν απομονώνεται για να
«απαλλαγεί» από τους συνανθρώπους του, αλλά για να αφιερωθεί απερίσπαστος από
τα εγκόσμια, στην συνάντησή του με το Θεό. Η αγάπη του για όλο τον κόσμο
εκδηλώνεται με την αέναη προσευχή του γι’ αυτόν. Η ησυχία, η αδιάλειπτη
προσευχή, η νηστεία, η αγρυπνία δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά τα μέσα για την
πραγματοποίηση της ενώσεως με το Θεό και την θέα των ακτίστων ενεργειών Του.
Ίσως αναρωτηθούν πολλοί: Η ησυχαστική ζωή και οι πρακτικές του,
αναφέρονται τους μοναχούς, αυτοί μπορούν και πρέπει να είναι ησυχαστές. Εμείς που
ζούμε στον κόσμο και είμαστε επιφορτισμένοι με υποχρεώσεις προσωπικές,
οικογενειακές, επαγγελματικές κλπ και αντιμετωπίζουμε δυσκολίες και προβλήματα
της καθμερινότητας, δεν μπορούμε να είμαστε ησυχαστές, που σημαίνει δεν
μπορούμε να γίνουμε μέτοχοι των ακτίστων ενεργειών του Θεού και θεόπτες. Αυτό
είναι μια λαθεμένη αντίληψη. Ο κάθε χριστιανός, ανεξάρτητα αν ζει στον κόσμο, ή σε
μοναστήρι ή στην έρημο, καλείται να κάνει το δικό του αγώνα για κάθαρση από τα
πάθη του, την απόκτηση αρετών, να καλλιεργήσει την πίστη του και την εμπιστοσύνη
του στο Θεό. Να έχει συνειδητή εκκλησιαστική ζωή, να βρίσκεται σε συνεχή
μετάνοια, να εξομολογείται να κοινωνά τακτικά, να εκκλησιάζεται, να προσεύχεται
με κατάνυξη, να νηστεύει, για να παίρνει δύναμη στον αγώνα του. Να μελετά το λόγο
του Θεού. Να βρίσκεται σε συνεχή εγρήγορση και γενικά να αναθέσει τη ζωή του στο

Θεό. Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε για να ενωθούμε με το
Θεό, να γίνουμε μέτοχοι των άκτιστων ενεργειών του και να τρέφουμε τη βεβαία
ελπίδα της σωτηρίας μας. Ο Θεός της αγάπης, ο στοργικός μας Πατέρας, θα
εκτιμήσει την προσπάθειά μας, θα την ευλογήσει και θα την αξιοποιήσει για το
συμφέρον ημών των παιδιών του.

 

ΑΓΙΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΧΡΙΣΤΟΣ (ΙΕΡΕΑΣ) ΚΑΙ ΠΑΝΑΓΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Εκκλησία μας έχει να επιδείξει νέφος Μαρτύρων στα μαύρα χρόνια της
τουρκοκρατίας, κατά την οποία χιλιάδες Νεομάρτυρες αντάλλαξαν τη ζωή τους με
την πίστη τους στο Χριστό. Δύο από αυτούς υπήρξαν ο ιερέας Χρίστος και ο
Πανάγος (Παναγιώτης) από την Ηλεία.
Είναι απαραίτητο να επισημάνουμε εισαγωγικά, πως η τουρκοκρατούμενη
Πελοπόννησος καταλήφτηκε από του Ενετούς στα 1685 και η εξουσία τους κράτησε
ως τα 1715. Αυτό το διάστημα υπήρξε καθοριστικής σημασίας για τον πληθυσμό της,
καθ’ ότι ανέπνευσε τον αέρα κάποιας σχετικής ελευθερίας. Την περίοδο αυτή
επέστρεψαν στην Εκκλησία πολλοί εξισλαμισθέντες. Μεταξύ αυτών ήταν και οι
γονείς των δύο Νεομαρτύρων Χρίστου και Πανάγου.
Ο Νεομάρτυρας Χρίστος καταγόταν από την Ανδραβίδα. Είχε χειροτονηθεί
ιερέας στην Πάτρα από τον Επίσκοπο Βυτίνης Γαβριήλ και υπηρετούσε στην
πατρίδα του την Ανδραβίδα. Ήταν ευσεβής και καλοκάγαθος άνθρωπος, καθώς και
καλός και αφοσιωμένος οικογενειάρχης, πατέρας δύο ή και περισσότερων παιδιών.
Μετά την ανακατάληψη της Πελοποννήσου από του Τούρκους στα 1715 άρχισαν
οι βίαιοι εξισλαμισμοί κατά των Χριστιανών. Κυρίως στρέφονταν κατά των ιερέων,
αφ’ ενός μεν να μένουν οι Χριστιανοί χωρίς ποιμένες και λειτουργούς και αφ’ ετέρου
ο εξισλαμισμός των ιερέων έδινε το παράδειγμα και το έναυσμα για τον εξισλαμισμό
και των λαϊκών. Έτσι ένα χρόνο μετά, το 1716 συνελήφθη και ο ιερέας της
Ανδραβίδας Χρίστος και οδηγήθηκε στην Γαστούνη, ενώπιον του τρομερού Μουράτ
Αγά, ο οποίος του ζήτησε να αρνηθεί το Χριστό και την ιεροσύνη του και να
ασπασθεί το Ισλάμ. Για να τον δελεάσει του έταξε προνόμια, χρήματα και δόξες.
Ευνόητο ήταν για τον ευλαβή κληρικό να αρνηθεί την πρόταση του τούρκου
αξιωματούχου και για τούτο τον έριξαν στη φυλακή, μαζί με άλλους ιερείς της
περιοχής, οι οποίοι και αυτοί είχαν αρνηθεί τις προτάσεις του Μουράτ Αγά.
Ενώ βρισκόταν στη φυλακή, συνέβη το εξής περιστατικό, το οποίο τον έβαλε σε
μεγάλο πειρασμό. Τον επισκέφτηκε η σύζυγός του πρεσβυτέρα, η οποία του ζήτησε
να εξισλαμισθεί για να σωθεί ο ίδιος, αυτή και τα παιδιά τους! Είναι πιθανόν να
πιέστηκε από τους Τούρκους, για να πείσει τον ιερέα άνδρα της να υποκύψει στους
εκβιασμούς τους.
Ο ιερέας Χρίστος άρχισε να δελεάζεται από την πρόταση της συζύγου του. Δε
σκέφτηκε τόσο τη δική του τη ζωή, αλλά της συζύγου του και των παιδιών του και
ήταν έτοιμος να δηλώσει τον εξισλαμισμό του και να απελευθερωθεί. Φαίνεται πως
αυτή του την απόφαση τη γνωστοποίησε και στους άλλους συγκρατουμένους του
ιερείς, οι οποίοι όταν άκουσαν την απόφασή του άρχισαν να τον επιτιμούν και να
προσπαθούν να τον μεταπείσουν, να μην αρνηθεί την πίστη του στο Χριστό. Του
τόνιζαν πως η απόφασή του αυτή είναι προδοσία προς τον αληθινό Θεό και την
ιεροσύνη του.
Κάποια στιγμή συνήλθε και κατάλαβε το τρομερό λάθος του. Άρχισε να φωνάζει
δυνατά ότι είναι Χριστιανός ιερέας και πως δεν θα αρνηθεί ποτέ την πίστη του. Τις
φωνές του άκουσαν οι φύλακες, οι οποίοι τον οδήγησαν στον θηριώδη Μουράτ Αγά,
ενώπιον του οποίου ομολόγησε με θάρρος και ηρωισμό την πίστη τους στο Χριστό
και γνώρισε την απόφασή του ότι ήταν έτοιμος να πεθάνει γι’ αυτή. Ο Μουράτ Αγάς
έγινε θηρίο από το θυμό του και ανακοίνωσε την απόφασή του: θάνατος διά
αποκεφαλισμού!
Τον άρπαξαν με τη βία και τον οδήγησαν στο μέρος της εκτέλεσης. Ήταν 9
Μαρτίου του 1716. Ο δήμιος προσπάθησε δύο φορές να του κόψει το κεφάλι, αλλά

δεν το κατάφερε. Μάλιστα την τρίτη φορά έσπασε το σπαθί! Κατόπιν έβγαλε το
μαχαίρι από τη ζώνη του και του έκοψε το λαιμό, όπως σφάζουν τα πρόβατα! Το
σώμα του έμεινε άταφο για τρεις ημέρες και κατόπιν το παρέδωσαν για ταφή.
Θάφτηκε εντός του ναού του Αγίου Νικολάου Γαστούνης, δίπλα στον τάφο του
αγίου Πανάγου.
Ο άγιος Νεομάρτυρας Πανάγος καταγόταν από την Γαστούνη, ήταν έγγαμος
και πατέρας ενός τουλάχιστον παιδιού. Το επώνυμό του ήταν Σισίνης και ανήκε στην
ονομαστή οικογένεια των Σισιναίων. Ο ίδιος είχε το αξίωμα του σύντιχου της
Γαστούνης. Όταν καταλήφτηκε η Γαστούνη από τους Τούρκους το 1715 ο τούρκος
Πασάς Οσμάν τον ξετίμησε για τον έντιμο και καλοκάγαθο χαρακτήρα του. Όταν
άρχισε η προγραφή των κατοίκων για βίαιο εξισλαμισμό από τον θηριώδη Μουράτ
Αγά της Γαστούνης, ο Οσμάν τον ειδοποίησε να φύγει. Όμως εκείνος επειδή ήταν
άρρωστος δεν έφυγε.
Ο Μουράτ Αγά είχε βάλλει στο στόχαστρό του κυρίως όσους είχαν αρνηθεί το
Ισλάμ και όσων οι πρόγονοί τους είχαν μεταστραφεί στο Χριστό. Η διαταγή ήταν
εξισλαμισμός ή θάνατος. Οι γονείς του Πανάγου βρισκόταν σε αυτή την κατηγορία,
είχαν μεταστραφεί και πάλι στην Ορθοδοξία. Για τούτο, μεταξύ των άλλων,
συνελήφθη και αυτός και σύρθηκε στον φανατικό τούρκο αξιωματούχο, ο οποίος του
ζήτησε να εξισλαμισθεί και να αμειφτεί με χρήματα και αξιώματα για την πράξη του
αυτή. Ο Πανάγος αρνήθηκε κατηγορηματικά και ο Αγάς εξέδωσε τη διαταγή του:
θάνατος δια αποκεφαλισμού! Αποκεφαλίστηκε στις 2 Μαρτίου 1716. Το σώμα του
έμεινε τρεις ημέρες άταφο και το κεφάλι του το πέταξαν οι δήμιοι στα σκυλιά να το
φάνε. Αλλά τα ζωντανά δεν το πείραξαν. Κατόπιν το έψησαν και το έδωσαν και πάλι
στα σκυλιά, αλλά εκείνα ξανά δεν το πείραξαν! Το σώμα του Μάρτυρα το παρέλαβαν
οι Χριστιανοί και το έθαψαν στο ναό του Αγίου Νικολάου Γαστούνης. Μαζί με τους
Νεομάρτυρες άγιο Χρίστο και Πανάγο, μαρτύρησε και ένας άλλος νέος, ονόματι
Κανέλλος, άγνωστων άλλων στοιχείων, καθώς και άλλοι πενήντα ανώνυμοι
Νεομάρτυρες
Η μνήμη των δύο Νεομαρτύρων, αγίου ιερέως Χρίστου και Πανάγου, του
Νεομάρτυρα Κανέλλου, καθώς και των άλλων πενήντα ανωνύμων εορτάζεται στις 9
Μαρτίου.

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΝΤΑ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΣΕΒΑΣΤΕΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι μάρτυρες της Εκκλησίας μας είναι το καύχημά Της, διότι ομολόγησαν την
πίστη τους στο Χριστό και την επισφράγισαν με το αίμα τους. Αντάλλαξαν την
πρόσκαιρη γήινη ζωή τους με την αιώνια αληθινή ζωή, που δίνει ο ζωοδότης
Χριστός.
Ανάμεσα σ’ αυτούς συγκαταλέγονται και οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες, οι οποίοι
μαρτύρησαν στη Σεβάστεια της Μ. Ασίας στις αρχές του 4 ου αιώνα, όταν
αυτοκράτορας της Ανατολής ήταν ο ρωμαίος ειδωλολάτρης Λικίνιος (307-324).
Ήταν όλοι τους νεαροί έφηβοι στρατιώτες και ανήκαν στο πιο επίλεκτο στρατιωτικό
τάγμα της περιοχής.
Οι σκληρότεροι διωγμοί κατά των Χριστιανών, που είχε αρχίσει ο δεισιδαίμων
Διοκλητιανός (284-305), συνεχίζονταν και επί Λικινίου. Οι διοικητές των επαρχιών
είχαν επιφορτιστεί για την εφαρμογή του διατάγματος, που προέβλεπε την
αναγκαστική θυσία στους ειδωλολατρικούς «θεούς» από όλους τους υπηκόους της
αυτοκρατορίας, με τη χορήγηση πιστοποιητικού! Όσοι αρνούνταν να θυσιάσουν
οδηγούνταν με τη βία μπροστά στα είδωλα, προκειμένου να εξαναγκαστούν είτε με
υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια να προσφέρουν τη θυσία. Όσοι δεν υπέκυπταν
στους εκβιασμούς οδηγούνταν σε σκληρές ανακρίσεις και υποβάλλονταν σε φρικτά
και απάνθρωπα βασανιστήρια, και αν δεν υπέκυπταν, θανατώνονταν με τους πλέον
ειδεχθείς τρόπους. Εδώ αξίζει να διευκρινίσουμε, πως οι θανατώσεις, όσων δεν
θυσίαζαν στα είδωλα, δε γινόταν τόσο για λόγους εκδίκησης, αλλά είχαν κυρίως
χαρακτήρα τελετουργικό. Θυσιάζονταν στους «θεούς» για να κατευναστεί η μήνη
τους, διότι αυτό απαιτούσαν οι σκοταδιστές ιερείς των ειδώλων από τους άρχοντες,
ως διερμηνείς δήθεν της θέλησης των «θεών»!
Ο έπαρχος της Σεβάστειας Αγρικόλας, εφαρμόζοντας την αυτοκρατορική
διαταγή, καλεί τους άνδρες του στρατεύματος να προσφέρουν την προβλεπόμενη
θυσία. Σαράντα από αυτούς αρνήθηκαν, δηλώνοντας Χριστιανοί. Ο Αγρικόλας
ακολούθησε και εδώ τη γνωστή τακτική, τάζοντάς τους μεγάλα αξιώματα και τιμές
αν προσέφεραν τη θυσία. Τότε εξ’ ονόματος όλων ο στρατιώτης Κάνδιδος απάντησε
στο φανατικό ειδωλολάτρη έπαρχο: «Ευχαριστούμε για τους επαίνους της
ανδρείας μας. Αλλά ο Χριστός, στον όποιο πιστεύουμε, μας διδάσκει ότι στον
καθένα άρχοντα πρέπει να του προσφέρουμε ό, τι του ανήκει. Και γι' αυτό στο
βασιλέα προσφέρουμε τη στρατιωτική υπακοή. Αν, όμως, ενώ ακολουθούμε το
Ευαγγέλιο, δεν ζημιώνουμε το κράτος, αλλά μάλλον το ωφελούμε με την
υπηρεσία μας, γιατί μας ανακρίνεις για την πίστη πού μορφώνει τέτοιους
χαρακτήρες και οδηγεί σε τέτοια έργα;». Ο Αγρικόλας κατάλαβε ότι ήταν ανώφελο
να τους παρακαλεί και διέταξε να τους γδύσουν και να τους ρίξουν σε μια
παρακείμενη παγωμένη λίμνη. Ήταν χειμώνας και το κρύο δριμύτατο. Πίστευε ότι το
φρικτό αυτό μαρτύριο θα τους έκανε να αλλάξουν γνώμη και να θυσιάσουν στους
ανύπαρκτους «θεούς» της αυτοκρατορίας.
Οι ηρωικοί Χριστιανοί υπέμειναν με πρωτοφανή καρτερία το μαρτύριο του
ψύχους. Τα κορμιά τους είχαν μελανιάσει, έτρεμαν σύγκορμοι και αγκάλιαζε ο ένας
τον άλλο για να μετριάσουν το μαρτύριό τους. Ταυτόχρονα έδινε ο ένας κουράγιο και
θάρρος στον άλλο με τα εξής λόγια: «Δριμύς ο χειμώνας, αλλά γλυκύς ο
παράδεισος. Ας υπομείνουμε και σε μια νύχτα για να κερδίσουμε ολόκληρη την
αιωνιότητα». Οι δήμιοι τους φρουρούσαν να μη διαφύγουν και διασκέδαζαν με το
μαρτύριό τους.
Έξω από τη λίμνη βρισκόταν και μια Χριστιανή γυναίκα, η μητέρα του
νεαρότερου Μάρτυρα, η οποία τον εμψύχωνε μη δειλιάσει και θυσιάσει στα είδωλα

και αρνηθεί το Χριστό. Άπλωνε τα χέρια της προς το γιό της λέγοντας: «Παιδί μου
γλυκύτατο, υπόμεινε για λίγο και θα καταστείς τέκνο του Ουράνιου Πατέρα.
Μην φοβηθείς τα βασανιστήρια. Ιδού, παρίσταται ως βοηθός σου ο Χριστός.
Τίποτε δεν θα είναι από εδώ και πέρα πικρό, τίποτα το επίπονο δεν θα
απαντήσεις. Όλα εκείνα παρήλθαν, διότι όλα αυτά τα νίκησες με τη γενναιότητά
σου. Χαρά μετά από αυτά, άνεση, ευφροσύνη. Όλα αυτά θα τα γεύεσαι, διότι θα
είσαι κοντά στον Χριστό και θα πρεσβεύεις σε Αυτόν και για μένα που σε
γέννησα».
Περί το μεσονύκτιο ένας από τους Μάρτυρες δείλιασε και ζήτησε από τους
δημίους να τον βγάλουν από τους πάγους της λίμνης και να συμμορφωθεί με το
διάταγμα. Τότε συνέβη το απροσδόκητο: κατέβηκαν από τον ουρανό 39 ολοφώτεινα
στεφάνια και τέθηκαν στο κεφάλι του καθενός. Βλέποντάς τα ο δήμιος Αγλάϊος
ομολόγησε ότι γίνεται Χριστιανός και όρμησε και πήρε τη θέση του δειλιάσαντος στη
λίμνη και συμπληρώθηκε ο αριθμός των τεσσαράκοντα μαρτύρων.
Αφού πέρασε η νύχτα, τους έβγαλαν οι τρομεροί δήμιοι μισοπεθαμένους και τους
αποτέλειωσαν συντρίβοντάς τους τα μέλη. Κατόπιν τους έριξαν από παρακείμενο
γκρεμό σε δύσβατο μέρος, να μη μπορούν οι Χριστιανοί να συλλέξουν τα τίμια
λείψανά τους. όμως οι Χριστιανοί με μεγάλες δυσκολίες τα περιμάζεψαν και τα
έθαψαν με μεγάλες τιμές. Το έτος 438 η ευσεβής αυτοκράτειρα Πουλχερία βρήκε,
ύστερα από όραμα, τα λείψανά τους στο ναό του αγίου Θύρσου. Τα παρέλαβε και
αφού έκτισε περικαλλή ναό έξω από τα τείχη των Τρωαδησίων, τα έκλεισε σε
πολύτιμες θήκες και τα τοποθέτησε σ’ αυτόν για την ευλογία των πιστών.
Τα ονόματά τους είναι: Κυρίων, Κάνδιδος (ή Κλαύδιος), Δόμνας, Ευτύχιος (ή
Ευτυχής), Σεβηριανός , Κύριλλος, Θεόδουλος, Βιβιανός, Αγγίας, Ησύχιος,
Ευνοϊκός, Μελίτων, Ηλιάδης, Αλέξανδρος, Σακέδων (ή Σακέρδων), Ουάλης,
Πρίσκος, Χουδίων, Ηράκλειος, Εκδίκιος (ή Ευδίκιος), Ιωάννης, Φιλοκτήμων,
Φλάβιος, Ξάνθιος, Ουαλέριος, Νικόλαος, Αθανάσιος, Θεόφιλος, Λυσίμαχος,
Γάιος, Κλαύδιος, Σμάραγδος, Σισίνιος, Λεόντιος, Αέτιος, Ακάκιος, Δομετιανός (ή
Δομέτιος), Γοργόνιος, Ιουλιανός (ή Ελιανός, ή Ηλιανός), Αγλάϊος ο δήμιος.
Η μνήμη τους εορτάζεται στις 9 Μαρτίου, την ημέρα του μαρτυρίου τους. Αυτοί
είναι οι ήρωες της πίστης μας!
Οφείλουμε ως συνειδητοί πιστοί ορθόδοξοι Χριστιανοί να τιμάμε τους αγίους
μας και η καλλίτερη τιμή προς αυτούς είναι η μίμηση, διότι μιμούμενοι τους αγίους
μας, μιμούμεθα τον Χριστός μας, διότι εκείνοι έγιναν οι ακριβείς μιμητές του Κυρίου
μας. Άλλωστε για μας το πρότυπό μας δε θα πρέπει να είναι κάποιος άνθρωπος, αλλά
ο Θεάνθρωπος, το αιώνιο και μοναδικό πρότυπο. Οι άγιοί μας έγιναν «σύσσωμοι» και
«σύμμορφοι» του Σωτήρα μας Χριστού, καταστάθηκαν με την αγία ζωή τους και την
ομολογία του αγίου ονόματός Του οι ζωντανές εικόνες Του στον κόσμο σε όλους
τους αιώνες και μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Εμπρός λοιπόν να γίνουμε και εμείς
μικροί ή μεγάλοι μάρτυρες και ομολογητές Του στους σύγχρονους δύσκολους
καιρούς, για να γίνει και Εκείνος δικός μας ομολογητής μπροστά στον Ουράνιο
Πατέρας μας, όταν αναχωρήσουμε από αυτόν εδώ τον κόσμο.

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *