Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η αγία μας Εκκλησία έχει να επιδείξει νέφη Μαρτύρων. Μυριάδες πιστοί βασανίστηκαν και έχυσαν το αίμα τους για την πίστη του Χριστού, την σώζουσα πίστη της Εκκλησία μας. Πολλοί από αυτούς χαρακτηρίζονται ως Μεγαλομάρτυρες, διότι βασανίστηκαν περισσότερο από τους άλλους και έδειξαν μεγάλη ανδρεία. Ένας από αυτούς είναι και ο λαοφιλής άγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος, ο οποίος έλαβε και την προσωνυμία Τροπαιοφόρος, διότι κατατρόπωσε τους διώκτες του ειδωλολάτρες και θριάμβευσε έτσι η χριστιανική πίστη, στα μάτια των ισχυρών της εποχής του.
Γεννήθηκε στην Καππαδοκία της Μ. Ασίας στα τέλη του 3ου μ. Χ. αιώνα, από ευσεβής και εύπορους γονείς. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τα ονόματά τους, ούτε περισσότερα στοιχεία γι’ αυτούς. Γνωρίζουμε όμως ότι, ως συνειδητοί χριστιανοί, μεγάλωσαν το Γεώργιο με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Του ενέπνευσαν ακράδαντη πίστη στο Σωτήρα Χριστό, αφοσίωση στην μοναδική χριστιανική διδασκαλία και βίωση της ευαγγελικής ηθικής. Φρόντισαν ακόμα να λάβει σοβαρή μόρφωση στα ονομαστά σχολεία της περιοχής.
Η ομορφιά της ψυχής του σε συσχετισμό μα το κλασικό σωματικό του κάλλος συνέθεταν μια σπάνια προσωπικότητα, φωτεινό παράδειγμα και πρότυπο για τους νέους της ευρύτερης περιοχής της Καππαδοκίας. Τέτοιοι υπήρξαν άλλωστε οι καλλίμαχοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, όπως ο Δημήτριος, ο Προκόπιος, οι Θεόδωροι κ.α., οι οποίοι, ως θεοφόροι, ξεχώριζαν από τους εμπαθείς ειδωλολάτρες.
Ως επάγγελμα ο νεαρός Γεώργιος διάλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία. Εντάχθηκε στον ρωμαϊκό στρατό και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, χάρις στα σπάνια προσόντα του, ανέβηκε τη στρατιωτική ιεραρχία. Έγινε χιλίαρχος. Τόσο οι ανώτεροι, όσο και οι κατώτεροί του στρατιωτικοί τον εκτιμούσαν και τον θαύμαζαν για τα ψυχικά, διανοητικά και σωματικά του χαρίσματα.
Ο Γεώργιος δεν έκρυβε την χριστιανική του πίστη. Με το παράδειγμά του ξεχώριζε από τους ειδωλολάτρες συναδέλφους του. Το ήθος του και πως τα χαρίσματά φανέρωναν την πίστη του στο Χριστό. Επίσης δεν παρέλειπε να κάνει ιεραποστολή στο πολυπληθές στράτευμα με αποτέλεσμα πλήθος ανδρών του στρατεύματος να ασπασθεί τον Χριστιανισμό.
Η ύφεση των διωγμών ανάμεσα στα έτη 258 μέχρι 284 είχε ως συνέπεια οι χριστιανοί να ανασάνουν για λίγο. Αυτό όμως δεν κράτησε για πολύ. Το 284 ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο του απέραντου ρωμαϊκού κράτους ο Διοκλητιανός (284-305), ο οποίος με διάταγμά του ανανέωσε τους διωγμούς εναντίον του Χριστιανισμού. Πρόκειται για έναν από τους πλέον θρησκομανείς και εμπαθείς Ρωμαίους αυτοκράτορες. Μάλιστα, επειδή πίστεψε πως η χριστιανική πίστη ήταν η αιτία της κατάπτωσης του κράτους, κήρυξε τον χειρότερο διωγμό που γνώρισαν οι χριστιανοί ως τότε. Γκρεμίστηκαν οι ναοί, κάηκαν βιβλία και μυριάδες πιστοί οδηγήθηκαν σε φρικτά μαρτύρια και το θάνατο. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως εκείνοι που εξώθησαν τον δεισιδαίμονα αυτοκράτορα σε απηνή διωγμό κατά των Χριστιανών ήταν οι σκοτεινοί και αδίστακτοι ειδωλολάτρες ιερείς – μάντεις των διαβόητων μαντείων, του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνος της Μ. Ασίας. Επειδή, με την αύξηση των Χριστιανών, ερήμωναν τα κέντρα αυτά του σκοταδισμού, της δεισιδαιμονίας και της απάτης, και οι ιερείς έχαναν τεράστια ποσά από την έλλειψη ζητητών χρησμών, διαμήνυσαν στον αυτοκράτορα πως το θέλημα των «θεών» ήταν η ολοκληρωτική εξαφάνιση του Χριστιανισμού και των οπαδών του. Ότι δήθεν έτσι θα ήταν ευμενείς προς το κράτος!
Ο φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας θέλησε επίσης να καθαρίσει το στράτευμα από τους χριστιανούς στρατιωτικούς. Έδωσε σαφείς εντολές να εντοπισθούν όλοι οι χριστιανοί του στρατεύματος και να αναγκασθούν να αρνηθούν την πίστη του, διαφορετικά να εκτελούνται χωρίς έλεος. Πλήθος χριστιανών στρατιωτών συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο μαρτύριο Μεταξύ αυτών συνελήφθη και ο Γεώργιος, ο οποίος οδηγήθηκε μπροστά στον αυτοκρατορικό απεσταλμένο Μαγνέντιο για να απολογηθεί.
Ο ρωμαίος αξιωματούχος θαύμασε το παράστημα του Γεωργίου και εκτίμησε τα σπάνια προσόντα του και γι’ αυτό μεταχειρίστηκε όμορφο τρόπο να τον μεταπείσει να απαρνηθεί την πίστη του και να ασπασθεί την ειδωλολατρία. Ο Γεώργιος με θάρρος και ευγένεια αρνήθηκε να υπακούσει στις προτροπές του Μαγνέντιου. Το γεγονός αυτό εξόργισε τον ρωμαίο αξιωματούχο και διέταξε να τον βασανίσουν σκληρά. Φανατικοί ειδωλολάτρες στρατιώτες έμπηγαν αιχμηρά αντικείμενα στο κορμί του Γεωργίου. Εκείνος προσεύχονταν, όχι για τη σωτηρία του, αλλά για την μεταστροφή των βασανιστών του. Τότε έγινε το απροσδόκητο. Οι βαθιές και επώδυνες πληγές του επουλώνονταν πάραυτα θαυματουργικά. Τότε ο Μαγνέντιος έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στη φυλακή.
Ύστερα από λίγες ημέρες έκανε περιοδεία στα μέρη της Ανατολής ο ίδιος ο Διοκλητιανός, μαζί με τη σύζυγό του, την ελληνίδα Αλεξάνδρα. Όταν επισκέφτηκε το στρατόπεδο του Γεωργίου πληροφορήθηκε το γεγονός και θέλησε να τον μεταπείσει ο ίδιος. Τον οδήγησε λοιπόν σε παραπλήσιο ναό το Απόλλωνα και τον παρότρυνε να θυσιάσει στα είδωλα. Εκείνος όμως και πάλι αρνήθηκε να ασπασθεί την πλάνη της ειδωλολατρίας. Μάλιστα αναφέρεται πως την ώρα που βρισκόταν μπροστά στο άγαλμα του ψευτοθεού, ρώτησε ο Γεώργιος το άγαλμα «θέλεις εσύ άψυχο είδωλο να λάβεις ως Θεός από μένα θυσία;». Το δαιμόνιο που κατοικούσε μέσα σε αυτό αναγκάστηκε να ομολογήσει ότι «δεν είμαι εγώ ο Θεός, ούτε κάποιος. άλλος από μας. Μόνο αυτός που κηρύττεις είναι αληθινός Θεός. Εμείς ήμασταν κάποτε άγγελοι και εξαιτίας της υπερηφάνειας μας γίναμε διάβολοι. Από τότε φθονούμε τους ανθρώπους και τους κοροϊδεύουμε ότι εμείς είμαστε οι θεοί για να μας προσκυνούν». Αμέσως ακούστηκε μέγας κλαυθμός μέσα από τα αγάλματα και με μεγάλη βοή σωριάστηκαν μόνα τους στη γη και έγιναν κομμάτια. Τότε η αυτοκράτειρα συγκλονίστηκε από το θαυμαστό αυτό γεγονός και ομολόγησε πίστη στο Χριστό, αντίθετα ο θηριώδης αυτοκράτορας, όχι μόνο δεν επηρεάστηκε από το θαύμα, αλλά το θεώρησε μαγικό τέχνασμα του Γεωργίου. Οι φανατικοί ειδωλολάτρες ιερείς άρχισαν να κτυπούν ανελέητα τον άγιο, ώσπου τον άφησαν λιπόθυμο. Τελικά έδωσε ο αυτοκράτορας διαταγή να τον αποκεφαλίσουν και επίσης να ρίξουν στη φυλακή την Αλεξάνδρα.
Το πράσινο ανοιξιάτικο χορτάρι ποτίστηκε με το τίμιο αίμα του μάρτυρα και η αγία του ψυχή ανέβηκε στο θρόνο του Χριστού, για να λάβει τον πολύτιμο και αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Επίσης και η Αλεξάνδρα πέθανε λίγο αργότερα από τις κακουχίες της φυλακής, παίρνοντας και αυτή το δικό της μαρτυρικό στέφανο.
Οι χριστιανοί της περιοχής παρέλαβαν με ευλάβεια και έθαψαν το σώμα του μάρτυρα με τιμές. Ο τάφος του είχε γίνει κέντρο συνάθροισης των πιστών όλης της περιοχής, για να χαιρετήσουν και να τιμήσουν τον καλλιμάρτυρα του Χριστού. Πλήθος θαυμάτων γινόταν εκεί. Τυφλοί έβλεπαν το φως τους, παράλυτοι σύσφιγγαν τα μέλη τους, βαριά ασθενείς έβρισκαν την υγεία τους, πένητες διασώζονταν, αιχμάλωτοι επέστρεφαν στα σπίτια τους, χάρη στην δύναμη του Γεωργίου. Σύμφωνα με την παράδοση το σώμα του Μάρτυρα μεταφέρθηκε αργότερα στην Παλαιστίνη και θάφτηκε εκεί. Ο τάφος του σώζεται μέχρι σήμερα και επιτελούνται εκεί θαύματα ιάσεως σε πονεμένους χριστιανούς και αλλοθρήσκους.
Ο Μεγαλομάρτυς Γεώργιος δεν άργησε να αγιοποιηθεί στη συνείδηση της Εκκλησίας Ευθύς μετά το μαρτύριό του άρχισε να τιμάται από όλους τους χριστιανούς. Μέχρι σήμερα βρίσκεται την πρωτοπορία της χορείας των αγίων. Πάμπολλοι ναοί είναι αφιερωμένοι στη χάρη του, πλήθος χριστιανών φέρουν με καμάρι το ηρωικό και σεπτό όνομά του, επίσης τοπωνύμια, περιοχές, ακόμα και πόλεις φέρουν το όνομά του! Στις μουσουλμανικές χώρες και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο και στην Παλαιστίνη ο άγιος Γεώργιος τιμάται και από τους μουσουλμάνους για τα άπειρα θαύματα που επιτελεί και σε αυτούς!
Η μνήμη του μαρτυρίου του εορτάζεται στις 23 Απριλίου. Όμως επειδή αρμόζει σε εκείνον να εορτάζεται λαμπρά η μνήμη του και επειδή συχνά συμπίπτει αυτή με την Μ. Τεσσαρακοστή, μετατίθεται, στην περίπτωση αυτή, την Δευτέρα του Πάσχα.
Ως συνειδητοί πιστοί αισθανόμαστε μεγάλη ευλογία να τον έχουμε προστάτη και βοηθό μας. Αυτός θα πρέπει να είναι το ιδεώδες, του οποίου οφείλουμε να μιμούμαστε αν θέλουμε να είμαστε αρεστοί στο Θεό. Το ηρωικό του παράδειγμα θα πρέπει να είναι για μας κανόνας πίστεως και ιδιαίτερα για τους νέους μας, οι οποίοι παραπαίουν στους σύγχρονους δύσκολους καιρούς του πνευματικού αποπροσανατολισμού και της σύγχυσης.
ΑΓΙΑ ΕΛΙΣΑΒΕΤ Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγος – Καθηγητής
Οι όσιες γυναίκες συναγωνίστηκαν επάξια στην άσκηση, στην αρετή και στην αγιότητα τους άνδρες οσίους. Τα συναξάρια της Εκκλησίας μας είναι γεμάτα από άγιες γυναίκες, οι οποίες αναδείχτηκαν σε ύψη αγιότητας και αξιώθηκαν να θαυματουργούν. Μια από αυτές είναι και η αγία Ελισάβετ η Θαυματουργός.
Καταγόταν από τα μέρη της Ηράκλειας της Θράκης και έζησε τον 5ο αιώνα. Οι γονείς της ονομαζόταν Ευνομιανός και Ευφημία. Ήταν γνωστοί για την ευσέβειά τους και τις αρετές τους. Ανήκαν στους εύπορους κατοίκους της περιοχής. Κατοικούσαν στην κωμόπολη Θρακοκρήνη, η οποία αργότερα είχε μετονομαστεί σε Αβυδηνούς. Ασκούσαν ιδιαίτερα την αρετή της ελεημοσύνης. Σκορπούσαν απλόχερα τα πλούτη τους σε όσους είχαν ανάγκη. Είχαν όμως έναν καημό, ήταν άτεκνοι, αν και είχαν περάσει δεκαέξι χρόνια παντρεμένοι. Γι’ αυτό παρακαλούσαν το Θεό νύχτα και ημέρα να τους χαρίσει παιδί.
Υπήρχε στην περιοχή ένα παλιό έθιμο. Οι Χριστιανοί συγκεντρώνονταν κατά τη μνήμη της Αγίας Γλυκερίας για να την τιμήσουν. Οι εορτές κρατούσαν μία εβδομάδα. Έκαναν ακολουθίες, ολονυχτίες και λιτανείες ιερών λειψάνων και κυρίως την κάρα της Αγίας Γλυκερίας. Κατά τη διάρκεια μιας ακολουθίας, της οποίας προΐστατο ο επίσκοπος της πόλεως Λέων, ο ευσεβής Ευνομιανός έβλεπε την κάρα της Αγίας Γλυκερίας πότε να χαμογελά και πότε να λυπάται. Το θαύμα αυτό το θεώρησε σημαδιακό. Πίστεψε ότι ο Θεός άκουσε τις προσευχές τις δικές του και της συζύγου του. Το ίδιο βράδυ είδε στον ύπνο του την Αγία Γλυκερία, η οποία του ανήγγειλε ότι ο Θεός θα τους αξιώσει να γίνουν γονείς. Ότι η σύζυγός του Ευφημία θα μείνει έγκυος και θα γεννήσει κορίτσι. Του ζήτησε να το ονομάσει Ελισάβετ, γιατί θα μοιάσει με την αγία Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννου του Βαπτιστού. Ο Ευνομιανός αποδέχτηκε το αίτημα της Αγίας. Εκείνη τον σταύρωσε και έφυγε. Σε μερικές ημέρες φάνηκαν τα σημάδια ότι η Ευφημία ήταν έγκυος και μετά εννέα μήνες γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, την οποία ονόμασαν Ελισάβετ!
Όταν έγινε δώδεκα ετών πέθανε η μητέρα της και μετά από τρία χρόνια ο πατέρας της. Η μικρή Ελισάβετ έμεινε ορφανή και εμπιστεύτηκε τη ζωή της στα χέρια του Θεού. Όταν ενηλικιώθηκε μοίρασε τα πλούτη της στους φτωχούς και στους εργαζομένους στην περιουσία της και αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη. Όταν έφτασε στη Βασιλεύουσα κατέφυγε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, η οποία είχε την ονομασία «Μικρός Λόφος». Εκεί ήταν ηγουμένη μια θεία της, εξαδέλφη του πατέρα της, από την οποία ζήτησε να τη δεχτεί να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Εκείνη τη δέχτηκε με χαρά και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής. Η Ελισάβετ έδωσε την υπόσχεση ότι εγκαταλείπει τα εγκόσμια και έγινε η μοναχική κουρά της.
Ενωρίς έδωσε σημάδια συνεπούς μοναχικής ζωής. Ζούσε με σκληραγωγία, νηστεία, προσευχή και υπακοή. Αρνούνταν να φορά υποδήματα και περπατούσε ανυπόδητη. Καθημερινά έχυνε ποταμούς δακρύων για τη σωτηρία της και τη σωτηρία του κόσμου. Σύντομα διαπίστωσαν οι άλλες μοναχές ότι η Ελισάβετ είχε φτάσει σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Ο Θεός την αξίωσε να έχει διορατικό και προορατικό χάρισμα, καθώς και χάρισμα θαυματουργίας.
Μετά από δύο χρόνια κοιμήθηκε η ηγουμένη θεία της. Είχε αφήσει ως διάδοχό της στην ηγουμενία της Μονής την Ελισάβετ. Την εγκατέστησε ο Πατριάρχης Γεννάδιος (458-471). Ως ηγουμένη πια ενέτεινε τον πνευματικό της αγώνα. Αισθάνονταν ότι είχε αυξημένη την υποχρέωση να ποιμαίνει θεοφιλώς τη Μονή και να μεριμνά για την πνευματική προκοπή της αδελφότητας. Θεωρούσε τον εαυτό της ως την πνευματική μητέρα των άλλων μοναχών και γι’ αυτό συμπεριφέρονταν ανάλογα.
Έδινε η ίδια το φωτεινό παράδειγμα. Ακτινοβολούσε από τις αρετές της και την αγιότητά της. Ο Θεός την προίκισε να έχει και σπάνιες αγιοπνευματικές εμπειρίες. Συχνά κατά την ώρα της Θείας Λειτουργίας και συγκεκριμένα τη στιγμή του Χερουβικού, έβλεπε τον λειτουργό ιερέα να τον λούζει ένα υπερφυσικό φως. Διέκρινε ότι ήταν η χάρις του Αγίου Πνεύματος. Η ίδια πλημμυριζόταν από θάμβος και ουράνια αγαλλίαση. Πλήθος πονεμένων ανθρώπων συνέρρεαν στη Μονή για να δουν την αγία ηγουμένη και να λάβουν παρηγοριά και δύναμη από την πίστη της και τις συμβουλές της. Η φήμη της είχε φτάσει μακριά.
Τα χρόνια πέρασαν και το τέλος της επί γης ζωής της έφτασε. Η εξαντλητική ασκητική ζωή έφθειρε το άγιο σαρκίο της. Λίγο πριν την κοίμησή της ζήτησε να την οδηγήσουν στην αγαπημένη πατρίδα της. Ήθελε να δει τον τόπο που είδε το φως της ζωής για τελευταία φορά. Ήθελε να προσκυνήσει τα τίμια λείψανα, τα οποία είχαν προσκυνήσει οι γονείς της, προκειμένου να συλληφθεί και να έρθει στη ζωή. Οι μοναχές της Μονής την οδήγησαν στην Ηράκλεια και πραγματοποίησε τα προσκυνήματά της. Στο ναό της Θεοτόκου αξιώθηκε να δει σε όραμα την Παναγία. Το πρόσωπό της αναγνώρισε σε εικονογραφία του ναού του Αγίου Ιερομάρτυρα Ρωμανού. Η Παναγία την συμβούλεψε να μην αργήσει να επιστρέψει στην Μονή της μετανοίας της διότι είχε έρθει ο καιρός της κοίμησής της. Πράγματι εκείνη επίσπευσε την επιστροφή της. Λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε ειρηνικά, παραδίνοντας την ψυχή της στο Νυμφίο Χριστό, που τόσο είχε αγαπήσει στη ζωή της. Το σεπτό της σώμα θάφτηκε στον ναό του Αγίου Γεωργίου. Όταν έγινε η εκταφή του βρέθηκε άφθορο, να ευωδιάζει. Η μνήμη της εορτάζεται στις 24 Απριλίου.
Τέτοιες προσωπικότητες, σαν την αγία Ελισάβετ, λάμπρυναν και λαμπρύνουν τον ορθόδοξο μοναχισμό και γι’ αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία και αξία για την Εκκλησία μας και απολαμβάνει την εκτίμηση και το σεβασμό των πιστών.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΔΟΥΚΑΣ Ο ΡΑΠΤΗΣ ΕΚ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Το νέφος των Νεομαρτύρων λαμπρύνουν, ως νοητοί αστέρες, το νοητό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Υπήρξαν, σε ηρωικό φρόνημα, εφάμιλλοι των Μαρτύρων της αρχαίας Εκκλησίας, εμμένοντας στην σώζουσα χριστιανική πίστη και στην αγία βιωτή, την οποία επαγγέλλεται το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυς Δούκας ο Ράπτης από την Μυτιλήνη, ο οποίος γδάρθηκε ζωντανός από τους μουσουλμάνους Αγαρηνούς, επειδή αρνήθηκε τον εξισλαμισμό και καταφρόνησε την ακολασία που υπαγορεύει το Ισλάμ.
Γεννήθηκε στη Λέσβο στα μισά του 16ου αιώνα. Δεν γνωρίζουμε δυστυχώς τίποτε για την καταγωγή του, τους γονείς του, την παιδική του ηλικία. Φαίνεται ότι καταγόταν από φτωχή, αλλά ευσεβή οικογένεια, η οποία του ενέπνευσε βαθειά πίστη στο Χριστό και του ρίζωσε τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής. Προφανώς, λόγω της φτώχειας, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Κωνσταντινούπολη, για καλλίτερη ζωή. Εκεί προσκολλήθηκε σε κάποιο ραφείο και έμαθε την τέχνη του ράπτη. Αναδείχτηκε δε πολύ καλός τεχνίτης και γι’ αυτό έγινε ευρύτερα γνωστός, αποκτώντας πελάτες στην αριστοκρατία της Πόλης. Ήταν επίσης προικισμένος με ασυνήθιστη σωματική ομορφιά. Περισσότερο όμως ήταν προικισμένος με εσωτερικά χαρίσματα, με ακλόνητη πίστη στο Θεό και άμεμπτη ηθικότητα.
Το επάγγελμά του τον υποχρέωνε να μπαίνει στα σπίτια των πλουσίων για να ράβει. Έτσι ασκούνταν το επάγγελμα του ράφτη εκείνα τα χρόνια. Είχε πελάτες και πολλούς Τούρκους ευγενείς και πλουσίους, οι οποίοι τον προτιμούσαν για την ποιοτική δουλειά του. Αλλά, όπως είναι γνωστό, στα σπίτια των πλουσίων μουσουλμάνων επικρατούσε μεγάλη διαφθορά και έκλυση των ηθών. Ο Δούκας, έχοντας ισχυρές ηθικές αντιστάσεις, παρέβλεπε αυτή την κατάσταση, ακολασία των πλουσίων Οθωμανών τον άφηνε αδιάφορο, περιοριζόμενος στην εργασία του.
Ο διάβολος όμως, ο οποίος μισεί την ηθική καθαρότητα και την αγνότητα, έβαλε στόχο τον πιστό και ηθικό ράπτη. Κλήθηκε κάποτε να ράψει στο σπίτι ενός πλούσιου Τούρκου, ο οποίος κατείχε υψηλό αξίωμα στην οθωμανική εξουσία. Η σύζυγος του ήταν μια έκφυλη γυναίκα. Όταν είδε τον όμορφο Δούκα, κυριεύτηκε από σφοδρό έρωτα γι’ αυτόν και άρχισε να τον κολακεύει με ερωτόλογα, να του προσφέρει ακριβά δώρα και να του τάζει χρήματα και διευκολύνσεις, προκειμένω να τον παρασύρει στην αμαρτία.
Ο σεμνός Δούκας δεν ενέδωσε στα αμαρτωλά θέλγητρα της τουρκάλας χανούμισσας. Ως άλλος «σώφρων Ιωσήφ», ο οποίος απέκρουσε τις αμαρτωλές προτάσεις της γυναίκας του άρχοντα της Αιγύπτου, παρά την επιμονή της αμαρτωλής τουρκάλας μοιχαλίδας, δεν υπέκυψε. Στάθηκε απαθής στα ερωτικά της καλέσματα, απορώντας για ο θράσος της.
Έκαμε το σημείο του σταυρού και έφυγε από το τουρκικό σαράι, για να αποφύγει τον πειρασμό. Δεν ξαναπήγε να τελειώσει την εργασία του. Όμως η έκφυλη τουρκάλα δεν πτοήθηκε. Βλέποντας ότι δεν ερχόταν στο σπίτι της να τελειώσει το ράψιμο, άρχισε να του στέλνει μηνύματα, καλώντας τον κοντά της. Αλλά εκείνος δεν απαντούσε. Τότε εκείνη αποφάσισε να πάει η ίδια στο ραφείο του. Όταν τον συνάντησε του είπε: «Άκουσέ με σε παρακαλώ, θέλω να έρχεσαι στα σαράι μου, όπως και προηγουμένως και μη φοβάσαι κανένα. Ο άντρας μου λείπει σε εκστρατεία και μπορεί να μην ξανάρθει. Αν θέλεις να ασπαστείς το Ισλάμ, σε παίρνω για άντρα μου. Αλλά κι αν ακόμη επιστρέψει ο άντρας μου, θα σε έχω στο παλάτι μου ως οικονόμο. Κι αν ακόμη δεν θέλεις ν’ αλλάξεις την πίστη σου, ας μείνεις Ρωμιός. Μόνο να έρχεσαι, όπως σου είπα».
Του είπε και άλλα δελεαστικά λόγια, για να τον πείσει να γυρίσει στο σαράι. Αλλά εκείνος έμεινε απόλυτα απαθής και αμετάπειστος. Της δήλωσε ρητά πως δεν πρόκειται να διαπράξει την θανάσιμη αμαρτία της μοιχείας, διότι το απαγορεύει η χριστιανική του πίστη και η ρωμαίικη παράδοση για την τιμή του γάμου. Βλέποντας η χανούμισσα ότι δεν κατάφερε να τον πείσει με τα δέλεαρ, άρχισε να τον απειλεί: «Αν δεν κάνεις όπως σου είπα, να ξέρεις, θα χάσεις τη ζωή σου» και έφυγε θυμωμένη.
Ο ένθεος όμως χριστιανός νέος δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή τις αμαρτωλές προτάσεις της τουρκάλας και τα υλικά οφέλη που θα αποκτούσε αν ενέδιδε στην αμαρτία. Επίσης αγνόησε και τις απειλές της και γι’ αυτό δεν ξαναπήγε στο σπίτι του Τούρκου αξιωματούχου. Όμως η έκφυλη τουρκάλα δεν τα παράτησε, παρά την άρνησή του Δούκα και συνέχισε να του στέλνει μηνύματα, με ανήθικο περιεχόμενο και τον προκαλούσε να γυρίσει σο σαράι. Εκείνος όμως παρέμεινε αμετάπειστος.
Τότε η χανούμισσα θύμωσε πολύ και ορκίστηκε να καταστρέψει τον αρνητή των αμαρτωλών καλεσμάτων της. Μετέβη στον βεζίρη της Πόλης και τον συκοφάντησε, αντιστρέφοντας τα γεγονότα: «Έχω ένα ράφτη που ράβει στο παλάτι μου ό, τι χρειάζεται. Τον ειδοποίησα να έρθει να του δώσω μερικά ρούχα για ράψιμο και αυτός ήλθε και μου είπε λόγια τόσο άσχημα και άπρεπα που ντρέπομαι να σου τα πω, γι’ αυτό τον έδειρα και έφυγε. Τώρα είναι στο εργαστήριό του και θέλω να τον θανατώσεις»! Ο βεζίρης της υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό, τι έπρεπε να τιμωρηθεί ο αναιδής ρωμιός, διότι η καταγγέλλουσα ανήκε σε επιφανή οθωμανική οικογένεια.
Διέταξε λοιπόν τον σούμπαση (έπαρχο) να πάει να συλλάβει τον ράφτη και να τον οδηγήσει μπροστά του. Όταν τον έφεραν ενώπιον του, ρώτησε την τουρκάλα: «Τι προστάζεις να του κάμω;». Εκείνη, πλημυρισμένη από δαιμονικό θυμό και κακία του είπε: «Να τον εξισλαμίσεις, να τον κάμεις Τούρκο. Αν αρνηθεί κρέμασε τον στο τσιγκέλι»!
Ο βεζίρης άρχισε να μεταχειρίζεται την συνήθη μέθοδο των γλυκόλογων, των κολακειών και των ταξιμάτων. Επαίνεσε την σωματική του ομορφιά, τα προσόντα του και του υποσχέθηκε μια άνετη ζωή αν ασπάζονταν το Ισλάμ. Όμως εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, δηλώνοντάς του πως δεν θα αρνηθεί την πίστη στο Χριστό με κανένα τίμημα.
Βλέποντας ο Τούρκος αξιωματούχος, όταν διαπίστωσε ότι δεν έφερε αποτέλεσμα με τις κολακείες και τα ταξίματα, διέταξε να τον βασανίσουν απάνθρωπα, ελπίζοντας ότι έτσι θα λύγιζε και θα δεχόταν τον εξισλαμισμό του. Αλλά ο ηρωικός Δούκας, παρά τους φρικτούς πόνους, δεν λύγισε και φώναζε από το σκοτεινό μπουντρούμι ότι δεν πρόκειται να αρνηθεί τη χριστιανική του πίστη, να προδώσει το Χριστό, τον αληθινό Θεό! Φώναζε με όλη τη δύναμη που του είχε απομείνει: «είμαι χριστιανός και χριστιανός θα πεθάνω»!
Ο θηριώδης και αιμοβόρος βεζίρης, βεβαιώθηκε ότι ήταν μάταιο να επιμένει για τον εξισλαμισμό του και υπό τις οχλήσεις της αμαρτωλής τουρκάλας, εξέδωσε διαταγή να θανατωθεί με τον πλέον επώδυνο τρόπο. Τον έγδαραν ζωντανό! Ο ηρωικός Μάρτυρας υπόμεινε το φοβερό μαρτύριο με ηρωισμό και καρτερία, προσευχόμενος και ψάλλοντας! Η ψυχή του πέταξε στα ουράνια για να στεφανωθεί από το Χριστό και οι απάνθρωποι δήμιοι πέταξαν το δέρμα του στη θάλασσα και κρέμασαν σε τσιγκέλι το γδαρμένο σώμα του, ικανοποιώντας το αίτημα της έκφυλης τουρκάλας και για παραδειγματισμό! Ήταν 24 Απριλίου του έτους 1564.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 24 Απριλίου, την ημέρα του ηρωικού του μαρτυρίου.
Το κεφάλαιο Νεομάρτυρες είναι πολύ σημαντικό για την Εκκλησία και για το Έθνος μας. Οι καλλίμαχοι αυτοί Μάρτυρες του Χριστού και ήρωες της πατρίδος
πότισαν με το τιμημένο αίμα τους την «αποσταμένη ελπίδα». Υπερασπίστηκαν την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη, απέτρεψαν τους εξισλαμισμούς, διατήρησαν τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και κράτησαν αναμμένη τη σπίθα της ελευθερίας στους υπόδουλους Ρωμιούς.
Ελπίζουμε κάποτε να αξιολογηθεί επαρκώς το κεφάλαιο Νεομάρτυρες και να τους αποδοθεί η αρμόζουσα θέση στην επίσημη ιστοριογραφία, διότι ως τώρα παραμένουν παραγκωνισμένοι και η ανυπολόγιστη προσφορά τους στην υπόθεση του Γένους μας αφανής, αν όχι συκοφαντημένη!
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΓΝΗΣΙΑ ΤΗΣ Μ. ΑΣΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής δουλείας ευσεβείς ορθόδοξοι πιστοί χρειάστηκε να ομολογήσουν την πίστη τους στο Χριστό, μαρτύρησαν, έχυσαν το αίμα τους για την αγάπη Του και αντάλλαξαν την επίγεια, πρόσκαιρη και φθαρτή ζωή με την αιώνια. Ένας από τους καλλινίκους Νεομάρτυρες είναι και ο άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος από τη Μαγνησία της Μ. Ασίας.
Γεννήθηκε στην φημισμένη και όμορφη πόλη Μαγνησία της Μ. Ασίας στα 1777 από ευσεβής γονείς, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Του στάλαξαν στην τρυφερή του ψυχή την πίστη στο Χριστό, τον σαρκωμένο Θεό και Λυτρωτή μας και αφοσίωση στην Ορθόδοξη Εκκλησία, την μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού.
Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζή Κανέλλος και είχε προσληφθεί στη δούλεψη ενός σπουδαίου αγά και τσιφλικά της περιοχής, ονόματι Καρά Οσουμάνογλου, στο χωριό Γιαγιά Κιόι, ως γενικός επιστάτης στα κτήματά του και τα κοπάδια του. Ο Νικόλαος ζούσε μαζί του και τον βοηθούσε στην υπηρεσία του. Η θέση του κοντά στον φημισμένο αγά του έδωσε κοινωνική καταξίωση και η αφοσίωσή του σ’ αυτόν εκτίμηση από τους τούρκους της περιοχής. Όλοι τον σέβονταν και τον υπολήπτονταν.
Όταν ο Νικόλαος έγινε είκοσι δύο ετών, γνωρίστηκε με μια σεμνή πίστη και ενάρετη κόρη, με την οποία αρραβωνιάστηκαν με την άδεια του πατέρα του. Όρισαν και το γάμο, ο οποίος θα γινόταν την Κυριακή του Θωμά του έτους 1796.
Για να βγάλει τις άδεις γάμου, ζήτησε την άδεια από τον αγά και τον πατέρα του και κατέβηκε στην πόλη της μαγνησίας. Αλλά, λόγω της δούλεψής του στον τούρκο αγά είχε το δικαίωμα να φορά τουρκικά παπούτσια και κόκκινο φέσι, διότι αυτό τον διευκόλυνε στη ζωή του. Τα φορούσε βεβαίως με ειδική άδεια από τον αγά, διότι απαγορευόταν αυστηρά να τα φορούν οι Ρωμιοί, οι οποίοι ήταν να υποχρεωμένοι να φορούν άσπρο κάλυμμα στο κεφάλι για να διακρίνονται από τους τούρκους.
Όταν έφτασε στην πόλη τον είδαν οι υπηρέτες του ανωτάτου αξιωματούχου, Μουσελίμη. Τον αναγνώρισαν βέβαια, διότι ήταν γνωστός τους, ως εργάτης του φημισμένου αγά, αλλά καμώθηκαν πως δεν τον ήξεραν, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον αφέντη τους, με την αιτιολογία ότι παραβίασε το νόμο περί ενδυμασίας.
Ο μουσελίμης καμώθηκε και αυτός ότι δεν τον γνωρίζει, ενώ τον ήξερε και τον ρώτησε: «γιατί φοράς τούρκικη ενδυμασία, όντας Ρωμιός; Δεν γνωρίζεις την απαγόρευση; Δεν καταλαβαίνει πως αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεις ότι η πίστη μας στο Ισλάμ είναι αληθινή και ήρθες έτσι ντυμένος για να γίνεις μουσουλμάνος και τούρκος». Ο Νικόλαος κατάλαβε πως ο πανούργος τούρκος αξιωματούχος ήθελε να τον παγιδέψει και να τον αναγκάσει να εξισλαμισθεί. Άλλωστε ήταν γνωστές τοιούτου είδους εκβιασμοί προς τους Ρωμιούς, εξαναγκάζοντάς τους να εξισλαμίζονται. Στην αντίθετη περίπτωση τους περίμεναν βασανισμοί και θάνατος. Σταθείς με θάρρος μπροστά του του απάντησε: «Άρχοντά μου, άδικα με συλλάβατε και με ανακρίνετε. Τα ρούχα αυτά τα φορώ με άδεια δική σας, αφού ο πατέρας μου και εγώ είμαστε στη δούλεψη του αγά».
Η απάντηση και η στάση του Νικολάου και η θαρραλέα στάση του εξόργισαν τον μουσελίμη, ο οποίος έδωσε διαταγή στους υπηρέτες του να τον ξυλοκοπήσουν, αλλά ήπια, διότι έλπιζε ότι θα φοβόταν τα βασανιστήρια και θα δεχόταν να εξισλαμισθεί. Θέλησε έτσι να παραστήσει τον πονόψυχο, ότι δήθεν τον αγαπά και θέλει το καλό του και το συμφέρον του, το οποίο ήταν ο εξισλαμισμός. Θέλησε με αυτόν τον πανούργο τρόπο να τον προσελκύσει στην ισλαμική θρησκεία.
Αλλά ο Νικόλαος κατάλαβε την πανουργία του και δεν ενέδωσε στα γλυκόλογα και τα ταξίματα των υπηρετών. Κατάλαβε πως όλα αυτά είναι η αρχή περιπετειών του. Όμως μια ανεξήγητη χαρά και μια αγαλλίαση γέμισε την ψυχή του. Δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τους ραβδισμούς και έκλεισε τα αφτιά του στα κηρύγματα, τις κολακείες και τις υποσχέσεις. Ομολογούσε ότι μένει σταθερός και αμετακίνητος στην ορθόδοξη πίστη.
Μετά από αυτό, κάλεσε ξανά ο μουσελίμης το Νικόλαο και με ήρεμο και γλυκό τρόπο τον παρακινούσε να αλλαξοπιστήσει, να ασπασθεί το Ισλάμ, αν ήθελε να αποφύγει τα βασανιστήρια και να απολαύσει τιμές και αξιώματα. Αλλά εκείνος έμεινε εδραίος στην πίστη του, απαντώντας του: «Κατάλαβέ το, εγώ δεν πρόκειται να αρνηθώ την πίστη μου, ούτε με ραβδισμούς και άλλα βασανιστήρια, ούτε και με αυτόν τον θάνατο».
Ο μουσελίμης αγρίεψε, έγινε σωστό θηρίο από το θυμό του. Πρόσταξε να τον ξυλοκοπήσουν δυνατότερα, νομίζοντας ότι από τους πόνους θα δειλιάσει και θα αλλάξει γνώμη. Ταυτόχρονα έβαλε επιστράτευσε και άλλους μουσουλμάνους να του μιλούν για τα προνόμια, την άνετη ζωή, τα πλούτη, τις ηδονές και τα αξιώματα, που τον περίμεναν αν γινόταν μουσουλμάνος. Ο Νικόλαος και πάλι έμεινε αδιάφορος. Καθόλου δεν τον δελέαζαν τα ταξίματα και οι κολακείες των μουσουλμάνων. Καθόλου δεν πτοήθηκε από το επώδυνο ξυλοκόπημα. Δεν λυπήθηκε τα νιάτα του, τους γονείς του, την μνηστή του. Όλα τα καταφρόνησε για την πίστη του στο Χριστό και άρχισε να φωνάζει με όλη τη δύναμή του: «Βλέπω μπροστά μου το θάνατό μου, αλλά αυτό δεν με κάνει να αρνηθώ την πίστη μου, με κανένα τρόπο»!
Ο μουσελίμης διέταξε να τον δείρουν και πάλι με μεγαλύτερη αγριότητα. Κα μεταχειρίστηκε σκληρότερους τρόπους να τον κάνει να αλλαξοπιστήσει. Αλλά ο Νικόλαος δεν δείλιασε στα σκληρά βασανιστήρια και άκουγε αδιάφορα τις απειλές και τα ταξίματα. Φώναζε διαρκώς: «Το να αρνηθώ το Χριστό μου είναι πράγμα αδύνατο»!
Μετά από αυτό κατάλαβε ο τούρκος αξιωματούχος ότι ήταν μάταιο να ασχολείται μαζί του. Διέταξε να τον χτυπήσουν αλύπητα σε όλο του σώμα. Τον κτύπησαν στην κοιλιά και τον πέταξαν αναίσθητο, μισοπεθαμένο στη φυλακή. Εκεί, όταν συνήλθε, άρχισε να δοξολογεί και να ευχαριστεί το Χριστό, ο Οποίος τον αξίως να πάθει για την αγάπη Του και το όνομά Του. Τρεις ημέρες έμεινε στη σκοτεινή και υγρή φυλακή, δοξολογώντας το Θεό και προσευχόμενος. Την τρίτη ημέρα παρέδωσε την αγία του ψυχή στο Χριστό και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο του μαρτυρίου. Ήταν 24 Απριλίου του 1796. Την ημέρα αυτή ορίστηκε να εορτάζεται η μνήμη του.
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΜΑΡΚΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι τέσσερις ιεροί ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, κατέχουν ξεχωριστή θέση στην Εκκλησία μας, διότι επιλέχτηκαν από το Θεό να καταγράψουν τη Θεία Αποκάλυψη, δηλαδή τα Ιερά Ευαγγέλια, τα οποία περιέχουν τη ζωή και τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τον τρόπο της σωτηρίας μας. Στην παρούσα σύντομη εργασία μας θα κάνουμε λόγο για τον Μάρκο και το περιεχόμενο του Ευαγγελίου του.
Γεννήθηκε περί το 20 μ. Χ., πιθανότατα στην Κύπρο και είχε ιουδαϊκή καταγωγή. Η μητέρα του ονομαζόταν Μαρία και ήταν ανεψιός του αποστόλου Βαρνάβα. Ενωρίς εγκαταστάθηκε στα Ιεροσόλυμα. Το ιουδαϊκό του όνομα ήταν Ιωάννης και Μάρκος ήταν το ρωμαϊκό του επώνυμο, το οποίο πήρε κατά τη συνήθεια της εποχής. Βεβαίως επικράτησε το Μάρκος, με το οποίο μας είναι γνωστός στην Εκκλησία. Ήταν ελληνιστής, δηλαδή είχε ελληνική παιδεία. Η μητέρα του υπήρξε ένθερμος μαθήτρια του Κυρίου. Μαζί με τις άλλες μαθήτριες ακολουθούσαν τον Ιησού στις περιοδείες Του και κατά την ταφή Του έφεραν μύρα για να μυρώσουν το άχραντο Σώμα Του. Αναφέρεται πως μετά την ανάσταση φιλοξενούσε στο ευρύχωρο και πλούσιο σπίτι της την πρώτη εκκλησία. Εικάζεται ότι το υπερώο του Μυστικού Δείπνου ανήκε στη μητέρα του Μάρκου και πως ο Μάρκος είναι ο νεαρός που εμφανίστηκε τυλιγμένος σε σεντόνι κατά τη σύλληψη του Χριστού στο Όρος των Ελαιών, στον κήπο της Γεθσημανή. Όταν έγινε αντιληπτός από τους στρατιώτες άφησε το σεντόνι και έφυγε γυμνός (Μαρκ.14,51-5). Ο άγιος Επιφάνειος αναφέρει την πληροφορία ότι ανήκε στη χορεία των εβδομήκοντα αποστόλων.
Αμέσως μετά την Πεντηκοστή αφιερώθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Αρχικά ακλούθησε το θείο του Βαρνάβα και τον απόστολο Παύλο στις διάφορες περιοδείες του στην Κύπρο και στη Μ. Ασία. Κατόπιν προσκολλήθηκε στον απόστολο Πέτρο και έγινε ακόλουθός του. Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι ίδρυσε την Εκκλησία της Ακηλυΐας της Ιταλίας και εργάσθηκε ως ιεραπόστολος στη Δύση, στη Ρώμη και στα Μεδιόλανα. Αργότερα πήγε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και στη Βαρβαρία, δηλαδή το σημερινό Μαρόκο και την Τύνιδα, όπου κήρυξε με ιδιαίτερη θέρμη το Ευαγγέλιο. Η παράδοση τον θέλει ως ιδρυτή της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας και πρώτο επίσκοπό της, την οποία ποίμανε από το 43 έως το 68 μ. Χ. Εργάστηκε δραστήρια και μετέστρεψε στην πίστη στο Χριστό πλήθος Ιουδαίων και Εθνικών.
Η πλούσια ιεραποστολική του δράση ενόχλησε και θορύβησε τους ειδωλολάτρες της Αλεξάνδρειας, η οποία, όπως είναι γνωστό, ιδρύθηκε και κατοικούνταν από Έλληνες. Τα εκεί ειδωλολατρικά ιερατεία, ιδιαιτέρως του Σέραπι, ασκούσαν τεράστια επιρροή στους κατοίκους της Αλεξάνδρειας. Καλλιεργούσαν απίστευτες πρακτικές σκοταδισμού και δεισιδαιμονίας στις μάζες των ειδωλολατρών. Γι’ αυτό και ξεσήκωναν συχνά τον φανατισμένο όχλο εναντίον του Μάρκου. Ανήμερα του Πάσχα του 68 μ. Χ., την ώρα που ο Μάρκος κήρυττε, όρμισαν και τον συνέλαβαν, τον έδεσαν με σχοινιά και τον έσερναν στους δρόμους της Αλεξάνδρειας. Εν μέσω απερίγραπτων εξευτελισμών και βασανισμών υπέμεινε το μαρτύριο με πρωτοφανή ηρωισμό και ανεξικακία, έως ότου, εξέπνευσε από τα τραύματα των ανελέητων λιθοβολισμών του ειδωλολατρικού φανατισμένου πλήθους. Προσπάθησαν να κάψουν το λείψανό του, αλλά δεν το κατάφεραν, διότι ξέσπασε απρόβλεπτη καταιγίδα. Το παρέλαβαν οι χριστιανοί της πόλεως και το έθαψαν με τιμές σε γειτονικό χωριό. Ο τάφος του έγινε τόπος προσκυνήματος και πηγή αγιασμού και θαυμάτων.
Τον 828 δύο Ενετοί έμποροι άρπαξαν τα λείψανα του αγίου Μάρκου και τα μετέφεραν στην Βενετία. Προς τιμή του έκτισαν λαμπρότατο ναό και κατασκεύασαν
πολύτιμη λάρνακα, όπου τοποθέτησαν τα ιερά του λείψανα. Η μνήμη του εορτάζεται στις 25 Απριλίου.
Ο Ευαγγελιστής Μάρκος συνέγραψε το δεύτερο, κατά σειρά στην Καινή Διαθήκη Ευαγγέλιο. Η συγγραφή έγινε περί το 65 και είναι το συντομότερο από τα άλλα τρία, περιέχοντας 16 κεφάλαια. Κύρια επιδίωξή του είναι να αποδείξει τη θεία καταγωγή του Χριστού και ότι Αυτός είναι ο αληθινός Μεσσίας και λυτρωτής του κόσμου. Να Τον παρουσιάσει ως τον μοναδικό κραταιό και παντοδύναμο Θεό, επιμένοντας κυρίως στην εξιστόρηση των θαυμάτων Του και των πράξεών Του και λιγότερο στα λόγια και τη διδασκαλία του Χριστού. Χαρακτηρίζεται έτσι ως Ευαγγέλιο της δράσεως.
Ο Κλήμης ο Αλεξανδρέας (+215), αναφέρει πως το Ευαγγέλιό Του ο Μάρκος το έγραψε στην κραταιά και κοσμοκράτειρα τότε Ρώμη και πως το απευθύνει στους Ρωμαίους. Αυτό φρονούν και σύγχρονοι μελετητές. Γι’ αυτό και θέλει να αποδείξει στους αποδέκτες του Ευαγγελίου του ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο ένας, ο μοναδικός και παντοδύναμος Θεός, ασύγκριτα ανώτερος από τους ανύπαρκτους ειδωλολατρικούς «θεούς» της Ρώμης. Ότι ο Χριστός είναι ασύγκριτα ισχυρότερος από τους ισχυρούς και διεφθαρμένους Ρωμαίους αυτοκράτορες, οι οποίοι είχαν θεοποιήσει τους εαυτούς τους και απαιτούσαν λατρεία από τους υπηκόους τους.
Πολλοί μελετητές της Καινής Διαθήκης θεωρούν το Ευαγγέλιο του Μάρκου ως το αρχαιότερο Ευαγγέλιο, το οποίο αποτέλεσε την πηγή των άλλων δύο «συνοπτικών» Ευαγγελιστών (Ματθαίου και Λουκά). Ο αποστολικός Πατέρας Παπίας (2ος αιών) αναφέρει την πληροφορία ότι «ο Μάρκος υπήρξε ερμηνευτής του Πέτρου», πως το Ευαγγέλιό του είναι στην ουσία λόγια και εξιστορήσεις εκείνου και γι’ αυτό είναι αξιόπιστο. Το ίδιο και ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος (+164) το χαρακτηρίζει ως «απομνημονεύματα του Πέτρου». Αναφέρει και γεγονότα που παραλείπουν οι άλλοι δύο «συνοπτικοί». Το διακρίνει η σαφήνεια, η ακρίβεια, η απλότητα και η χάρη. Η γλώσσα του είναι απλή και κατανοητή, χωρίς να χάνει την λογιότητά της. Παραθέτει λατινικές ορολογίες, δείγμα ότι απευθύνεται στους Ρωμαίους ειδωλολάτρες. Τέλος το διακρίνει η ζωηρότητα και η ορμητικότητα, εκφράζοντας προφανώς τη γνωστή μας παρορμητικότητα του Πέτρου.
Αυτός ήταν ο άγιος Ευαγγελιστής Μάρκος και το θεόπνευστο Ευαγγέλιό του.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση