Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η ιερή γη της Παλαιστίνης έχει αγιαστεί από ένα μέγα πλήθος ασκητών, οι
οποίοι διάλεξαν την Αγία Γη για να ζήσουν και να ασκηθούν. Ένας από αυτούς είναι
και ο άγιος Γεράσιμος ο Ιορδανίτης, μια αγιασμένη πραγματικά μορφή της αρχαίας
Εκκλησίας μας.
Καταγόταν από τη Μικρά Ασία. Γεννήθηκε στα Μύρα της Λυκίας ανάμεσα στα
έτη 376 και 391. Οι γονείς του, ευγενείς και πλούσιοι της περιοχής, ήταν ευσεβείς και
φρόντισαν να μορφώσουν και το παιδί τους με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Του
ενέπνευσαν τις χριστιανικές αρετές και του δίδαξαν την αληθινή ζωή, που είναι η
μίμηση της ζωής του Χριστού. Του δίδαξαν την ανεκτίμητη αξία της ψυχής, για την
οποία πρέπει πρωτίστως να φροντίζει ο άνθρωπος και λιγότερο για τα υλικά
πράγματα και το σώμα.
Όταν έφτασε στην ηλικία της εφηβείας, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια
και να ακολουθήσει την μοναχική ζωή. Μοίρασε τη μεγάλη περιουσία του στους
φτωχούς και εντάχτηκε σε κάποιο κοινόβιο μοναστήρι της περιοχής. Εκεί έδειξε
ασυνήθιστο ζήλο για τη μοναχική ζωή και δεν άργησαν να φανούν τα σημάδια των
αρετών του. Όλοι τον αγαπούσαν και τον υπολήπτονταν.
Μετά από αρκετό καιρό αποφάσισε να φύγει στην έρημο για μεγαλύτερη άσκηση
και ησυχία. Με την ευλογία του γέροντά του κατέφυγε σε έρημους και απρόσιτους
τόπους της Λυκίας. Εκεί με αδιάλειπτη προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και πόλεμο
κατά των παθών του έφτασε σε ύψη αγιότητας. Είχε γίνει πολύτιμο σκεύος του Αγίου
Πνεύματος. Ιδιαίτερα θεωρούσε ο ασκητής Γεράσιμος ως ύψιστη πρακτική της
πνευματικής του πορείας και του αγώνα του κατά των παθών, την νηστεία. Είχε γίνει
για τους άλλους μοναχούς της Λυκίας πρότυπο ασκητού.
Υπήρχε όμως μέσα στην ψυχή του μια γλυκιά επιθυμία από μικρό παιδί. Να πάει
να προσκυνήσει τα μέρη που βάδισε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και τα ιερά
σεβάσματα και προσκυνήματα της Αγίας Γης. Σκεφτόταν ακόμα να μείνει για πάντα
εκεί. Είχε πληροφορηθεί πως στην Αγία Γη είχαν ασκούνταν μεγάλες
προσωπικότητες, στις οποίες ήθελε να μοιάσει, όπως ο άγιος Θεοδόσιος ο
Κοινοβιάρχης και ο Μέγας Ευθύμιος.
Το 451 αποφασίζει να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Άφησε το ασκητήριό του
στη Λυκία και έφτασε στα Ιεροσόλυμα. Πρώτα απ’ όλα προσκύνησε τον Πανάγιο
Τάφο του Σωτήρα και το φρικτό Γολγοθά. Κατόπιν κατευθύνθηκε προς την έρημο
της Νεκράς Θαλάσσης για να βρει το κατάλληλο μέρος για να ασκητέψει. Φρόντισε
να βρίσκεται κοντά στην έρημο Ρουβά, όπου ασκήτευε ο Μέγας Ευθύμιος, για να
τον συμβουλεύεται. Τον επισκέπτονταν συχνά για να παίρνει οδηγίες για τον
πνευματικό του αγώνα. Τελικά εγκαταστάθηκε σε ένα ερημικό μέρος κοντά στον
Ιορδάνη, όπου αποφάσισε να περάσει τη ζωή του με αυστηρή άσκηση.
Η ζωή του στο αφιλόξενο εκείνο μέρος ήταν δύσκολη. Τον βασάνιζε η αφόρητη
ζέστη, διότι, όπως είναι γνωστό, βρίσκεται περί τα τετρακόσια μέτρα κάτω από την
επιφάνεια της θάλασσας. Περισσότερο απ’ όλα τον βασάνιζε ο διάβολος, ο οποίος
πάσχιζε να τον κάνει να επιστρέψει στον κόσμο. Εκείνος όμως έμενε αμετακίνητος
στην απόφασή του και αγωνίζονταν εναντίον των δαιμονικών πειρασμών, με
αδιάκοπη προσευχή, αυστηρή νηστεία και αγρυπνία. Κατόρθωσε να νικήσει τους
τρεις μεγάλους πειρασμούς: την σάρκα, τον κόσμο και το διάβολο και να γίνει
χαριτωμένος, αποδέκτης της Θείας Χάριτος.
Η φήμη του δεν άργησε να διαδοθεί. Πλήθος ασκητών συνέρρεαν στο ασκητήριό
του να πάρουν την ευλογία του και να ωφεληθούν από τη σοφία του. Πολλοί είχαν
εγκατασταθεί τριγύρω, ώστε να τον έχουν ως πνευματικό τους καθοδηγητή. Το
γεγονός αυτό ανάγκασε τον άγιο ασκητή να ιδρύσει κοινόβιο μοναστήρι, μία λαύρα,
όπου έγινε ηγούμενος ο ίδιος, ένα μίλι μακριά από τον Ιορδάνη. Οι φυσικές
πολυάριθμες σπηλιές της περιοχής χρησιμοποιήθηκαν ως κελιά για τους μοναχούς.
Από τη λαύρα αυτή ο άγιος Γεράσιμος πήρε την ονομασία Ιορδανίτης.
Έβαλε ο ίδιος κανόνες, τους οποίους τηρούσαν με ακρίβεια οι πολυάριθμοι
μοναχοί. Φρόντισε να κατοικούν στη λαύρα οι νεώτεροι μοναχοί, ώστε να τους έχει
κοντά του για πνευματική καθοδήγηση. Ενώ μακρύτερα στις σπηλιές οι πιο έμπειροι.
Άφηνε συχνά τη λαύρα και πήγαινε κοντά σε άλλους μεγάλους δασκάλους της
ερήμου, όπως τον Μ. Ευθύμιο, τον άγιο Θεόκτιστο και τον άγιο Κυριακό τον
Αναχωρητή. Λόγω της υποδειγματικής ταπείνωσής του, πίστευε ότι ήταν ακόμη
ανώριμος πνευματικά και είχε την ανάγκη έμπειρων δασκάλων, αυτός ο οποίος
καθοδηγούσε την πληθώρα των μοναχών της λαύρας του!
Η εγκράτειά του υπήρξε παροιμιώδης. Μαγειρευτό φαγητό έτρωγε μόνο την
Κυριακή στην κοινή τράπεζα της λαύρας. Κατά τη Μ. Τεσσαρακοστή δεν έτρωγε
καθόλου, παρά μόνο τη Θεία Κοινωνία, από αυτή ζούσε!
Έφτασε σε μεγάλα ύψη αγιότητας, ώστε και αυτά τα άγρια σαρκοφάγα και
αιμοβόρα θηρία τον σέβονταν, δεν τον πείραζαν και μάλιστα τον υπηρετούσαν. Όπως
αναφέρεται στο συναξάρι του, συνάντησε κάποτε ένα λιοντάρι, το οποίο είχε
καρφωμένο στο πόδι του ένα καλάμι και υπέφερε. Ο άγιος πλησίασε, έβγαλε το
καλάμι και περιποιήθηκε την πληγή του. Εκείνο από τότε τον ακολουθούσε πιστά και
τον υπηρετούσε. Συνόδευε το γαϊδουράκι της λαύρας, που μετέφερε νερό από τον
Ιορδάνη στη Μονή. Όταν πέθανε ο άγιος, το λιοντάρι έμεινε χωρίς τροφή και νερό,
πάνω στον τάφο του αγίου, όπου πέθανε ύστερα από μερικές μέρες!
Ο άγιος Γεράσιμος κοιμήθηκε σε βαθιά γεράματα, εκατό χρονών, στις 4
Μαρτίου του 475. Είχε δώσει εντολή να θάψουν το σώμα του σε άγνωστο μέρος για
να μην τύχει τιμών. Έτσι μέχρι σήμερα δεν γνωρίζουμε που βρίσκεται το τίμιο
λείψανό του. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Μαρτίου, όπου πανηγυρίζει και η
ομώνυμη Μονή του στον Ιορδάνη ποταμό.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ
ΡΑΨΑΝΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι Νεομάρτυρες, οι οποίοι έδωσαν τη ζωή τους για την αγάπη του Χριστού,
προέρχονταν από όλες τις τάξεις και τα επαγγέλματα. Μια πλειάδα από αυτούς ήταν
μορφωμένοι και είχαν ζηλευτά επαγγέλματα, τα οποία αντάλλαξαν με τη μαρτυρία
της σώζουσας αλήθειας της Εκκλησίας και έχυσαν το αίμα τους για γι’ αυτή. Ένας
από αυτούς είναι και ο ένδοξος άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος της Ραψάνης,
γραμματοδιδάσκαλος στο επάγγελμα.
Γεννήθηκε το 1798 στη Ραψάνη της Θεσσαλίας, σε έναν σημαντικό συνοικισμό
στον Κάτω Όλυμπο. Καταγόταν από επιφανή οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν
Χατζηλάσκαρης ή Αναστάσιος Ψάλτης. Δεν είναι γνωστό όμως αν το Ψάλτης είναι
επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα
Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Τους διέκρινε βαθειά
ευσέβεια, με την οποία γαλούχησαν το μικρό Γεώργιο.
Η οικονομική τους ευχέρεια τους επέτρεψε να προσφέρουν την καλλίτερη δυνατή
μόρφωση σ’ αυτόν. Μετά τη βασική του εκπαίδευση, στα 1816 τον έγραψαν στην
ξακουστή Ανώτερη Σχολή της Ραψάνης, η οποία είχε ιδρυθεί το 1767 από τον
δραστήριο Επίσκοπο Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιο, για να συνεχίσει
ανώτερες σπουδές.
Κατά διάρκεια των σπουδών του ο Γεώργιος έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια και
φιλομάθεια, αποκτώντας σοβαρή κατάρτιση. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε
γραμματοδιδάσκαλος, δηλαδή δάσκαλος κατώτερου σχολείου στη Ραψάνη,
επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία συνδύαζε με την
βαθειά του πίστη στο Θεό και την απόλυτη προσήλωσή του στην Εκκλησία. Μαζί με
τα εγκύκλια μαθήματα δίδασκε και τα εκκλησιαστικά γράμματα στους μαθητές του,
τις αρχές της χριστιανικής πίστεως. Στο διδακτικό του έργο είχε εντάξει και τη
διδασκαλία της πατριδογνωσίας, αφυπνίζοντας τους έλληνες μαθητές του και
καλλιεργώντας την ιδέα της ελευθερίας. Γενικά ήταν καλοκάγαθος και μειλίχιος,
κερδίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό των μαθητών του και την εκτίμηση και την
εμπιστοσύνη των γονέων τους.
Η Ραψάνη στα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε μια σημαντική ακμή. Είχε γίνει
κέντρο εμπορικής, βιοτεχνικής και εμπορικής ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής,
λόγω της γεωγραφικής της θέσης της, στις παρυφές των Τεμπών. Αυτό είχε ως
αποτέλεσμα να ακμάζουν εκεί τα γράμματα, να καλλιεργείται η πνευματική άνθιση
και να αναδεικνύονται ισχυρές προσωπικότητες. Ήταν δε όνειρο και καύχηση των
εύπορων γονέων της Θεσσαλίας και άλλως περιοχών, να στείλουν τα παιδιά τους να
σπουδάσουν στις ονομαστές σχολές της Ραψάνης. Ακόμα και πολλοί Οθωμανοί
έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν εκεί.
Αυτό έκαμε και κάποιος επιφανής τούρκος, από την κωμόπολη Δερελί (τους
σημερινούς Γόνους). Αποφάσισε να στείλει το γιό του να σπουδάσει στο σχολείο που
δίδασκε ο Γεώργιος, βάζοντάς τον οικότροφο σε κάποιο φιλικό του σπίτι. Το μικρό
τουρκόπουλο φοιτούσε μαζί με τα ελληνόπουλα, και είχε προσαρμοσθεί στο κλίμα
του ελληνικού σχολείου. Ο διδάσκαλος Γεώργιος δέχτηκε με καλοσύνη το
τουρκόπουλο και το μεταχειρίζονταν όπως τα ελληνόπουλα. Αλλά και εκείνο
γρήγορα κέρδισε την αγάπη και την εμπιστοσύνη του προς τον ευγενή και
καλοκάγαθο δάσκαλό του.
Ο μικρός τούρκος μαθητής, με τον καιρό και εξαιτίας της αγάπης και αφοσίωσης
που έτρεφε για το δάσκαλό του, άρχισε να αλλάζει νοοτροπία. Η ένθερμη και γεμάτη
γλυκύτητα λόγου διδασκαλία του για τις αρχές της Ελληνοορθοδοξίας άσκησαν
τεράστια επιρροή στο χαρακτήρα του και άλλαξαν άρδην τις διαθέσεις του. Έπαψε να
τρέφει εχθρικά αισθήματα για τους Ρωμιούς, όπως του είχαν διδάξει οι γονείς του.
Είχε γοητευθεί από όσα άκουγε από το δάσκαλό του για την χριστιανική πίστη και
άρχισε να αμφιβάλλει για τα δικά του πιστεύω. Μάλιστα άρχισε να μιλάει, με
συμπάθεια και δημόσια για την αξία της χριστιανικής πίστεως και τις όμορφες
παραδόσεις των Ρωμιών. Να εκδηλώνει την εκτίμησή του προς αυτούς και τη
δυσφορία του για τις ταπεινώσεις και εξουθενώσεις τους από τους εξουσιαστές
Οθωμανούς ομοφύλους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μιλούσε απαξιωτικά για την
ισλαμική θρησκεία την οποία άρχισε να την περιφρονεί. Ήταν φανερό πως ο
ένθερμος και ένθεος δάσκαλος Γεώργιος είχε σπείρει στην τρυφερή παιδική του
ψυχή την ευλογημένη πίστη στο Χριστό!
Η μεγάλη και εμφανής αλλαγή συμπεριφοράς του τουρκόπουλου θορύβησε τους
γονείς και το συγγενικό περιβάλλον του. Ήταν μια μεγάλη προσβολή γι’ αυτούς και
τη θρησκείας τους, να αλλαξοπιστήσει το παιδί τους από έναν «γκιαούρη» (άπιστο)
δάσκαλο. Να ασπασθεί τη θρησκεία των υποδούλων τους και να μιλά με συμπάθεια
γι’ αυτούς. Μόλις έγινε γνωστό το συμβάν στους μουσουλμάνους της περιοχής,
ξύπνησε μέσα τους το άσβεστο μίσος τους εναντίον των Χριστιανών Ρωμιών και
ζητούσαν επίμονα εκδίκηση!
Μια ομάδα από αυτούς πήγαν στη Ραψάνη, αναζητώντας τον ελληνοδιδάσκαλο
Γεώργιο. Εισέβαλαν στη σχολή, σαν άγρια θηρία και τον συνέλαβαν. Αφού τον
ξυλοκόπησαν αλύπητα, τον έδεσαν και τον μετέφεραν, σέρνοντας και δέρνοντας,
στον Τύρναβο, όπου ήταν, από το 1811, η έδρα του τούρκου σατράπη της
Θεσσαλίας και του τουρκικού στρατοδικείου, στον αιμοβόρο και ανελέητο Βελή
Πασά, γιο του επίσης αιμοδιψή Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Η κατηγορία εναντίον
του ήταν πολύ βαριά, εκχριστιανισμός μουσουλμάνου! Σύμφωνα με την «σαρία», τον
ισλαμικό νόμο, η αποκήρυξη του Ισλάμ και η προσβολή του τιμωρούνταν με την
ποινή του θανάτου. Όταν αυτός ήταν ανήλικος, όπως το συγκεκριμένο τουρκόπουλο,
θανατώνονταν οι αίτιος.
Η σύλληψη του δάσκαλου Γεωργίου έριξε, όπως ήταν αναμενόμενο, σε μεγάλη
θλίψη την οικογένειά του και τους κατοίκους της Ραψάνης. Ήξεραν τι θα
ακολουθούσε. Η φημισμένη σχολή έχασε έναν λαμπρό δάσκαλο και οι Ραψανιώτες
ένα ηρωικό παλληκάρι.
Δεν μας έχει διασωθεί η διαδικασία της ανάκρισης και της απολογίας του
Μάρτυρα. Επίσης δεν γνωρίζουμε αν την υπόθεση χειρίστηκε ο ίδιος ο Βελή Πασάς,
ή κάποιος τούρκος στρατοδίκης, ή κάποιος μουλάς δικαστής (κατής). Εικάζουμε ότι
οι τούρκοι προσπάθησαν να τον τρομοκρατήσουν και να του τάξουν την αθώωσή
του, αν δεχόταν να εξισλαμισθεί και να αποκτήσει πλούτη και αξιώματα. Αυτή ήταν
μια πάγια αρχή των τουρκικών ανακριτικών και δικαστικών αρχών, η οποία
προβλέπονταν και από τον ισλαμικό νόμο: όποιος ασπάζονταν το Ισλάμ του
χαρίζονταν οποιαδήποτε ποινή και του παραχωρούνταν δικαιώματα και πλούσιες
αμοιβές!
Προφανώς ο Γεώργιος αρνήθηκε και παραδόθηκε στους άγριους και ανελέητους
στρατιώτες για να βασανισθεί, έως ότου δεχτεί να αλλαξοπιστήσει. Αρχικά τον
γύμνωσαν και τον έριξαν σε μπάνιο, με βραστό νερό. Μετά του τρυπούσαν όλο του
το σώμα με μυτερά καρφιά και κοπίδια. Του έσκιζαν τις σάρκες με σιδερένια νύχια.
Του κάρφωσαν στα πόδια πέταλα αλόγου και τον περιέφεραν στην πόλη του
Τυρνάβου για διαπόμπευση. Κατόπιν τον κάρφωσαν σε τετράγωνο στύλο, ίσο στο
ύψος του, τον τύλιξαν με σχοινιά και πανιά, εμποτισμένα με πίσσα και άλλα
εύφλεκτα υλικά και του έβαλαν φωτιά. Αλλά ο Θεός τον προστάτεψε, ούτε μια τρίχα
της κεφαλής του δεν κάηκε! Αυτό εξόργισε περισσότερο τους δημίους του, οι οποίοι,
κατόπιν αποφάσεως της τουρκικής διοικήσεως, οδηγήθηκε στις όχθες του ποταμού
Πηνειού, κοντά σε μια γέφυρα, εκεί που είχε μαρτυρήσει ο άλλος ηρωικός
Νεομάρτυρας της περιοχής ο Γεδεών, όπου τον αποκεφάλισαν.
Ήταν 5 Μαρτίου του έτους 1818, όταν η ψυχή του ηρωικού Μάρτυρα Γεωργίου
φτερούγησε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, τον Οποίο είχε αγαπήσει και
υπηρετήσει στη σύντομη διδακτική του καριέρα. Ήταν μόλις 20 ετών παλληκάρι.
Εκεί κοντά στη γέφυρα τον ενταφίασαν. Αλλά την πρώτη κιόλας νύχτα οι τούρκοι
στρατιώτες σκοποί είδαν με έκπληξη ένα απίστευτο θέαμα. Μια φωτεινή στήλη να
ενώνει τον ουρανό με τον τάφο του Μάρτυρα. Την άλλη νύχτα επαναλήφτηκε το
παράδοξο φαινόμενο και οι στρατιώτες πήγαν και το ανέφεραν στον Βελή Πασά, ο
οποίος θορυβήθηκε και παράγγειλε στους συγγενείς του στη Ραψάνη να έλθουν και
να παραλάβουν το λείψανό του και με τιμές το μετέφεραν στη γενέτειρά του, όπου το
ενταφίασαν με τιμές. Τα τίμια λείψανά του ευωδιάζουν και θαυματουργούν ως τα
σήμερα.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.
Η πίστη, η ομολογία και το μαρτύριο των Νεομαρτύρων διέσωσε την
ελληνορθόδοξη ταυτότητά μας και διατήρησε άσβεστη την ελπίδα της ελευθερίας και
της εθνικής μας αποκατάστασης. Το τιμημένο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο
της λευτεριάς και κράτησε αναμμένη τη σπίθα της εθνικής και θρησκευτικής
ιδιοπροσωπίας των υποδούλων προγόνων μας. Είναι χρέος μας να μην είμαστε
επιλήσμονες για την υπέρτατη προσφορά τους στην Εκκλησία και το Γένος μας, διότι
η ιστορική λήθη είναι συνώνυμη με τον εθνικό αφανισμό!
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ (ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ) ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ουδέποτε υπήρξε στην Εκκλησία απουσία πατερικών μορφών. Όπως σε κάθε
εποχή, και στους σύγχρονους χρόνους αναδείχνονται Πατέρες και διδάσκαλοι. Μια
τέτοια σύγχρονη πατερική μορφή υπήρξε και ο Σέρβος νεοφανής άγιος Νικόλαος
(Βελιμίροβιτς), επίσκοπος Ζίτσης και Αχρίδος, ο οποίος έλαβε την προσωνυμία «ο
Σέρβος Χρυσόστομος», λόγω της ρητορικής του δεινότητας και των αγώνων του για
την μόνη σώζουσα ορθόδοξη πίστη.
Γεννήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1880 στο χωριό Λέλιτς της Νότιας Σερβίας από
φτωχούς, πολύτεκνους και ευσεβείς γονείς. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη Ιερά
Μονή Τσέλιε. Από μικρό παιδί έδειξε μια ασυνήθιστη αγάπη για την Εκκλησία και
κλίση για την αρετή και την προσευχή. Απομονώνονταν συχνά και προσεύχονταν με
τις ώρες. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του εισήχθη στην Ιερατική Σχολή του Αγίου
Σάββα στο Βελιγράδι. Εκεί έδειξε ιδιαίτερη επιμέλεια στις σπουδές του, ώστε το
Πατριαρχείο της Σερβίας, εκτιμώντας την φιλομάθειά του και το ήθος του, τον
έστειλε με υποτροφία για ανώτερες σπουδές στην Ελβετία, την Γερμανία και την
Αγγλία. Έμαθε επίσης άριστα επτά γλώσσες.
Παράλληλα με τις σπουδές του καλλιέργησε και την πνευματική του πρόοδο.
Πίστευε ακράδαντα στο Θεό και φλέγονταν από πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία.
Μελετούσε με πάθος τους Πατέρες και την ορθόδοξη θεολογία. Το 1908 υπέβαλε το
Πανεπιστήμιο της Βέρνης διδακτορική διατριβή με θέμα: «Η πίστη στην
Ανάσταση του Χριστού, ως θεμελιώδες δόγμα της αποστολικής Εκκλησίας».
Ακολούθως σπούδασε το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και υπέβαλε άλλη διατριβή
στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης σχετικά με τη φιλοσοφία του Μπέρκλεϋ.
Το 1909 επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου όμως αρρώστησε βαριά από
δυσεντερία και λίγο έλειψε να πεθάνει. Όταν ανάρρωσε πήρε την απόφαση να γίνει
μοναχός στη Ιερά Μονή Ρακόβιτσα και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Αργότερα διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή του Αγίου Σάββα στο
Βελιγράδι και συνάμα ορίστηκε ιεροκήρυκας στην σερβική πρωτεύουσα. Εν τω
μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, κατά τη διάρκεια του οποίου
επέδειξε σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο στον δοκιμαζόμενο σερβικό λαό. Στα 1915
στάλθηκε στην Αγγλία και στις Η.Π.Α. για να ζητήσει βοήθεια από τους Σέρβους
μετανάστες για τους πεινασμένους της Σερβίας.
Το 1919 εξελέγη Επίσκοπος Ζίτσης και δύο χρόνια αργότερα μετατέθηκε στην
ιστορική Επισκοπή της Αχρίδος. Η επισκοπική του διακονία σημαδεύτηκε από
υποδειγματική ποιμανατορία. Λειτουργούσε με κατάνυξη και κήρυττε με φλογερό
πάθος. Ήταν ιδιαίτερα χαρισματικός ρήτορας, ο οποίος σαγήνευε τους πολυπληθείς
ακροατές των κηρυγμάτων του. Εργάστηκε άοκνα για την πνευματική αφύπνιση του
ιερού κλήρου και για την ανέγερση ναών και μοναστηριών. Παράλληλα άσκησε ένα
αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο, με την σύσταση ιδρυμάτων, όπως
ορφανοτροφείων, όπου έβρισκαν καταφύγιο χιλιάδες ορφανά και εγκαταλειμμένα
παιδιά. Ήταν πολύ αγαπητός από το λαό του, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του
πατέρα και προστάτη του.
Παρ’ όλο τον φόρτο της ποιμαντικής του διακονίας ασκούνταν και ό ίδιος στην
αρετή και την πνευματική πρόοδο, προσευχόταν, νήστευε, αγρυπνούσε. Θαύμαζε τον
αγιορείτικο μοναχισμό και φρόντιζε να έρχεται συχνά στο Άγιο Όρος για πνευματικό
ανεφοδιασμό. Επισκεπτόταν συνήθως την Ιερά Μονή Παντελεήμονος, όπου
συνδέθηκε με τον όσιο Σιλουανό (+1938), του οποίου θαύμαζε την αγία βιωτή. Εκεί
γνώρισε και τον Γέροντα Σωφρόνιο (+1993).
Ο άγιος Νικόλαος υπήρξε σπουδαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας πληθώρας
αξιόλογων έργων, τα οποία εξέδωσε σε είκοσι τόμους. Τα διακρίνει η βαθειά του
ορθόδοξη θεολογική σκέψη, η ποιητικότητα, η γλαφυρότητα και ακρίβεια. Το
σημαντικότερο σύγγραμμά του είναι ο «Πρόλογος της Αχρίδος», συνοπτικά
συναξάρια αγίων όλων των ημερών του έτους, με σχόλια και πνευματικές νουθεσίες.
Συνέθεσε επίσης πολλά ποιήματα, εκκλησιαστικούς ύμνους και ακολουθίες. Ακόμα
άφησε περισσότερες από τριακόσιες επιστολές – απαντήσεις σε δύσκολα ποιμαντικά
προβλήματα, τα οποία του υπέβαλλαν οι πιστοί. Είναι δε τέτοια η συγγραφική του
καλλιέπεια ώστε ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς είχε πει για τον άγιο Νικόλαο πως «Ας
με συγχωρέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αλλά ο Νικόλαος τον ξεπέρασε»!
Ήταν ακραιφνής ορθόδοξος. Βαδίζοντας στα βήματα των αγίων Πατέρων της
Ορθοδοξίας, είχε τη βεβαιότητα και διακήρυττε ότι Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η
μοναδική και αληθινή Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού
και πως έξω από αυτή υπάρχει το σχίσμα και η αίρεση. Μελέτησε όσο ολίγοι τον
δυτικό χριστιανισμό, τον παπισμό και τις πολυάριθμες ομάδες του
κατακερματισμένου προτεσταντισμού και πείστηκε ότι αυτός βρίσκεται σε τρομερές
πλάνες, οι οποίες δεν αφήνουν περιθώρια για να έχει την παραμικρή εκκλησιαστική
υπόσταση Το 1930 έλαβε μέρος στην Πανορθόδοξη Προσυνοδική Διάσκεψη στη
Μονή Βατοπεδίου στο Άγιο Όρος, όπου εξέφρασε με σαφήνεια την προσήλωσή του
στην Ορθοδοξία και διατράνωσε την αντίθεσή του στα πρώιμα τότε ανοίγματα των
ορθοδόξων προς τους αιρετικούς και το κοσμικό φρόνημα. Το 1937 κατάγγειλε με
σφοδρότητα τη συμφωνία Γιουγκοσλαβίας και Βατικανού, με την οποία θα γινόταν
η χώρα του πεδίο ιεραποστολής των αιρετικών παπικών. Κατόρθωσε να ματαιώσει
την υπογραφή της, αλλά όχι και την γενοκτονία, η οποία επακολούθησε λίγα χρόνια
μετά το (1941-45), περισσότεροι από 880.000 Σέρβοι ορθόδοξοι βρήκαν τραγικό
θάνατο από τους παπικούς Κροάτες Ουστάσι, όταν αρνήθηκαν τον βίαιο
εκλατινισμό τους, με την καθοδήγηση του παπικού «κλήρου» και κύρια του
«αρχιεπισκόπου» του Ζάγκρεμπ Α. Στέπινατς (νυν παπικού αγίου!) και την
προτροπή του Βατικανού!
Ο άγιος Νικόλαος είχε μελετήσει σε βάθος και την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και
ιστορία, διαπιστώνοντας την πνευματική γύμνια του ευρωπαίου ανθρώπου, η οποία
οφείλεται στην αλλοίωση του χριστιανικού μηνύματος από τον παπισμό και τον
προτεσταντισμό. Παρατήρησε την ραγδαία και προκλητική αποβολή της χριστιανικής
κληρονομιάς και την υιοθέτηση μιας παράδοξης ειδωλολατρίας, της λατρείας του
ανθρώπου και ό, τι έχει σχέση με την υλιστική και ηδονιστική απόλαυσή του. Γι’
αυτό αποκάλεσε την Ευρώπη «Λευκή Δαιμονία». Πρόβλεψε δε πως η πανίσχυρη
Ευρώπη σύντομα θα γίνει συντρίμμια, λόγω αυτών των επιλογών της. Διαπίστωσε
πως «Ο Χριστός απομακρύνθηκε από την Ευρώπη, όπως άλλοτε από την χώρα
των Γαδαρηνών, μετά από αίτημα των κατοίκων της».
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσέφερε ανεκτίμητες
υπηρεσίες στο δοκιμαζόμενο λαό του. Όρθωσε με ηρωισμό το ανάστημά του στους
βαρβάρους και απάνθρωπους φασίστες και ναζιστές κατακτητές. Διαμαρτυρήθηκε με
παρρησία εναντίον των μαζικών εκτελέσεων στο Κράλιεβο. Κατάγγειλε με
σφοδρότητα την υποκρισία των δυτικών χριστιανικών (υποτίθεται) κρατών, ιδιαίτερα
για την αδιαφορία και την δικαιολόγηση της φοβερής γενοκτονίας των 880.000
νεκρών Σέρβων Ορθοδόξων από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι. Είναι ο
πρώτος που θα τους ανακηρύξει Νεομάρτυρες και θα συνθέσει υπέροχη Ακολουθία
προς τιμήν τους.
Για την πατριωτική και αντιστασιακή του δράση το 1941 συνελήφθη και
οδηγήθηκε στις φυλακές Νταχάου, μαζί με τον μαρτυρικό Σέρβο Πατριάρχη
Γαβριήλ, για τρία φρικτά χρόνια. Απελευθερώθηκε στις 8 Μαΐου 1945 από τους
συμμάχους. Αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία και ελευθερία να ασκήσει τα
ποιμαντικά του καθήκοντα. Το άθεο και απάνθρωπο μαρξιστικό καθεστώς, που
εγκαθιδρύθηκε στην Γιουγκοσλαβία, πρώτο του μέλημα ήταν ο διωγμός της
Εκκλησίας και γενικά κάθε θρησκευτικής πίστεως και εκδήλωσης. Ο άγιος Νικόλαος
στοχοποιήθηκε από τους κομμουνιστές, τον οποίο χαρακτήρισαν «εχθρό του λαού»,
αυτόν τον μεγάλο ανθρωπιστή, ο οποίος διέσωσε χιλιάδες ανθρώπους στα χρόνια της
κατοχής και επέδειξε πρωτοφανή πατριωτικό φρόνημα!
Έτσι εξαναγκάστηκε να ξενιτευτεί. Το 1946 μετέβη στην Αμερική, όπου
αναδείχθηκε σπουδαίος ποιμένας, διδάσκαλος, καθηγητής, κήρυκας, ομολογητής και
όσιος στο Νέο Κόσμο. Απέβη ένας φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας στην
αμερικανική ήπειρο, σε μια εποχή, που έκανε την εμφάνισή του ο πρώιμος
οικουμενισμός, ο οποίος σχετικοποιεί την Ορθοδοξία μας. Διορίστηκε καθηγητής
στην σερβική Ιερατική Σχολή της Λίμπερτυβιλ (Ιλλινόις), στην Θεολογική
Ακαδημία Αγίου Βλαδίμηρου και στις Ιερατικές Σχολές της Τζόρντανβιλ (Νέας
Υόρκη) και Αγίου Τύχωνος (Πενσυλβανία).
Όντας καθηγητής στην Σχολή του Αγίου Τύχωνος, κοιμήθηκε ξαφνικά, ενώ
ετοιμαζόταν να τελέσει τη Θεία Λειτουργία στις 5 Μαρτίου 1956. Τα λείψανά του
μεταφέρθηκαν στη Σερβία το 1991 και τοποθετήθηκαν στην Ιερά Μονή Τσέλιε,
δίπλα με τα ιερά λείψανα του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (+1979). Η επίσημη
αγιοκατάταξή του έγινε το Μάιο του 2003 από τη Σερβική Εκκλησία και η μνήμη
του ορίστηκε να εορτάζεται στις 5 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
ΑΓΙΟΣ ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΡΕΥΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η αττική γη ανέδειξε, σε όλες τις ιστορικές περιόδους, μια πλειάδα αγίων, οι
οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς
είναι και ο Όσιος Λαυρέντιος από τα Μέγαρα, κτήτορας της Ιεράς και Σεβασμίας
Μονής Φανερωμένης Σαλαμίνας.
Γεννήθηκε και έζησε το δεύτερο μισό του 18 ου αιώνα στα Μέγαρα της Αττικής
από φτωχούς, αλλά ευσεβείς γονείς, τον Δημήτριο και την Κυριακή. Ονομαζόταν
Λάμπρος Κανέλλος και ασκούσε το επάγγελμα του αγρότη και του οικοδόμου. Ήταν
νυμφευμένος με μια ευσεβή σύζυγο, τη Βασίλω, με την οποία απέκτησαν δύο παιδιά,
τον Ιωάννη και το Δημήτριο. Ζούσαν μια ήσυχη και ενάρετη οικογενειακή και
χριστιανική ζωή, στα δύσκολα εκείνα χρόνια της τουρκοκρατίας.
Κάποτε ο ευσεβής χωρικός Λάμπρος είδε ένα παράξενο όνειρο, την Παναγία, η
οποία του ζήτησε να μεταβεί στο απέναντι νησί, τη Σαλαμίνα, για να οικοδομήσει
έναν ναό, στα σωζόμενα ερείπια παλαιότερου ναού της. Ο Λάμπρος ταράχτηκε, μεν
αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Το όνειρο επαναλήφτηκε άλλες δύο φορές. Την
τρίτη φορά κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει και τον κατέλαβε ιερός φόβος.
Διηγήθηκε το συμβάν στους δικούς του και τους φίλους του, οι οποίοι τον
συμβούλεψαν να υπακούσει στην προτροπή της Θεοτόκου.
Αποφάσισε λοιπόν να μεταβεί στη Σαλαμίνα. Κατέβηκε στην παραλία του
Μεγάλου Πεύκου και προσπάθησε να βρει πλεούμενο να τον περάσει στην αντίπερα
όχθη του νησιού. Όμως ήταν χειμώνας και υπήρχε θαλασσοταραχή και οι
βαρκάρηδες είχαν αποσύρει τις βάρκες τους στη στεριά. Ο Λάμπρος στεκόταν
αμήχανος και στενοχωρημένος στην ακτή, προσευχόμενος στην Παναγία να τον
βοηθήσει να περάσει στο νησί. Τότε συνέβη το εξής παράδοξο και θαυμαστό
γεγονός. Μια γλυκιά φωνή σαν μελωδία ακούστηκε: «Ρίξε το πανωφόρι σου στην
θάλασσα και ανέβα επάνω σε αυτό, θα πλεύσεις με ασφάλεια και σώος θα
αποβιβαστείς στην απέναντι ακτή του νησιού»!
Γεμάτος πίστη και άκρατη συγκίνηση ο ευσεβής Λάμπρος υπάκουσε στη
μυστηριώδη εντολή και χωρίς να χάσει καιρό άπλωσε την κάπα του στα κύματα,
ανέβηκε σε αυτή και σαν σε σχεδία, κατάφερε να διασχίσει το θαλάσσιο πέρασμα και
να φτάσει στη βόρεια πλευρά της Σαλαμίνας, με ασφάλεια και χωρίς να βραχεί
καθόλου! Βγαίνοντας στη στεριά αντίκρισε τα χαλάσματα ερειπωμένης παλιάς
Μονής.
Αμέσως άρχισε το οικοδομικό έργο της ανέγερσης του ναού, όπως τον πρόσταξε
η Παναγία. Αλλά ανασηκώνοντας τις πέτρες βρήκε μια παμπάλαια και μαυρισμένη
από το χρόνο και την υγρασία εικόνα της Θεομήτορος, την Θαυματουργή Εικόνα
της Παναγίας της «Φανερωμένης» ή «Νεοφανείσας». Ο Λάμπρος αναλύθηκε σε
δάκρυα χαράς, διότι συνειδητοποίησε ότι αξιώθηκε να γίνει όργανο της θείας χάριτος,
ταπεινός υπηρέτης της Θεοτόκου. Γι’ αυτό αποφάσισε να μείνει στον αγιασμένο
εκείνο τόπο, να γίνει μοναχός και να κτίσει Ιερά Μονή προς τιμήν της Υπεραγίας
Θεοτόκου, όπου θα στέγαζε την Θαυματουργό Εικόνα της.
Γύρισε στην οικογένειά του και διηγήθηκε με δέος όσα βίωσε. Τα δυο του παιδιά
είχαν μεγαλώσει και δεν είχαν ανάγκη την αρωγή του και η πιστή του σύζυγος του
έδωσε την άδεια να γίνει μοναχός. Ο Λάμπρος αποχαιρέτησε την αγαπημένη του
οικογένεια και επέστρεψε στη Σαλαμίνα, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το
μοναχικό όνομα Λαυρέντιος.
Λαυρέντιος άρχισε τις οικοδομικές εργασίες το έτος 1682. Βοηθούμενος από
ευσεβής χριστιανούς της περιοχής, έκτισε αρχικά ναό, προς τιμήν του Αγίου
Νικολάου και στη συνέχεια, με πολλούς κόπους, μια περίλαμπρη Μονή, την οποία
αφιέρωσε στην Παναγία την Φανερωμένη. Μετά το πέρας των εργασιών ήρθαν και
άλλοι μοναχοί να εγκαταβιώσουν εκεί. Ο Λαυρέντιος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος
και έγινε ηγούμενος της Μονής. Με τον προσωπικό του αγώνα, την αδιάλειπτη
προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και τη μελέτη της Αγίας Γραφής και των
Πατέρων, κατέστη μια άρτια πνευματική προσωπικότητα. Οι αρετές του, η σοφία του
και αγιότητά του είχαν γίνει γνωστές στην ευρύτερη περιοχή, όπου συνέρρεαν πλήθη
πιστών να πάρουν την ευλογία του και να τον συμβουλευτούν. Η ευλάβειά του
επέδρασε και στην οικογένειά του. Η σύζυγός του, τον ακολούθησε στη μοναχική
ζωή, εκάρη και εκείνη μοναχή και έλαβε το μοναχικό όνομα Βασσιανή. Ο ένας από
τους γιούς του, ο Ιωάννης, μιμούμενος τον πατέρα του Λαυρέντιο, αποφάσισε να
αφιερωθεί στην Εκκλησία, εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Ιωακείμ
και γινόμενος διάδοχός του στην ηγουμενία της Μονής.
Μετά από οκτώ χρόνια ηγουμενίας αποφάσισε να αποσυρθεί σε έρημο τόπο, για
να ζήσει ως ερημίτης. Αφού κατέστησε ηγούμενο τον Ιωακείμ, κατευθύνθηκε προς τα
νότια της νήσου και εγκαταστάθηκε σε απόκρημνο και δυσπρόσιτο βραχώδες μέρος.
Έκτισε εκεί ένα μικρό κελί, όπου το αφιέρωσε στον Προφήτη Ηλία. Λάξευσε στο
βράχο κοίλωμα για να συγκεντρώνει το νερό της βροχής για τις ανάγκες του και
τρέφονταν με άγρια χόρτα του βραχώδους βουνού. Εκεί ζούσε στη γαλήνη της
ερήμου με προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, ψάλλοντας αδιάκοπα αίνους στο Θεό και
ευχαριστώντας την Παναγία για την τιμή που του έκανε να Την υπηρετήσει.
Αλλά οι πιστοί τον ανακάλυψαν και συνέρεαν στο δύσβατο ερημητήριό του να
πάρουν την ευλογία του και να ζητήσουν τη βοήθειά του στις δυσκολίες της ζωής
τους. Μάλιστα αξιώθηκε να επιτελεί και πολλά θαύματα. Πλήθος ασθενών έτρεχαν
να βρουν την υγεία τους στον άγιο ερημίτη. Εκείνος γεμάτος καλοσύνη δεν
αρνούνταν σε κανέναν τη βοήθειά του. Χαρακτηριστικό γεγονός είναι η
θαυματουργική ίαση από ανίατη ασθένεια συζύγου Οθωμανού αξιωματούχου των
Αθηνών. Παρά τις αντιρρήσεις της τουρκάλας ασθενούς, κλήθηκε ο Άγιος στο σπίτι
τους στην Αθήνα, την οποία σταυρώνοντάς την, την θεράπευσε και την έσωσε από
βέβαιο θάνατο. Ο Οθωμανός αξιωματούχος, μαζί με τις ευχαριστίες του, απέδωσε
στην Ιερά Μονή έκταση της, την οποία παράνομα κατείχε εκείνος, στην απέναντι
περιοχή της Μεγαρίδος, στη θέση, η οποία μέχρι σήμερα αποκαλείται Βλυχάδα.
Ο τραχύς και δύσκολος ασκητικός του αγώνας έφθειραν την υγεία του.
Ασθένησε και στις 7 (κατ’ άλλους στις 9) Μαρτίου του 1707 κοιμήθηκε ειρηνικά,
παραδίδοντας την ψυχή του στο Θεό και στην Παναγία Μητέρα Του. Έφυγε χωρίς να
δει την αγιογράφηση του καθολικού της Μονής, την οποία ολοκλήρωσε ο γιός του
Ιερομόναχος Ιωακείμ. Το ιερό του λείψανο τάφηκε στο διακονικό του καθολικού του
παρεκκλησίου του Αγίου Χαραλάμπους, ή κατ’ άλλη πληροφορία στο καθολικό του
παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου, στο δάπεδο του ναού, μπροστά στο Άγιο Βήμα.
Η Ιερά Μονή Φανερωμένης, σεμνύνεται για τον όσιο κτήτορά της και έχει την
ευλογία να κατέχει Λείψανα του, σε αργυρές λειψανοθήκες. Η τιμία κάρα του
βρίσκεται για προσκύνηση στην αγία πρόθεση του παρεκκλησίου του Αγίου
Νικολάου, μπροστά στην ολόσωμη τοιχογραφία του και δίπλα στην θαυματουργή
εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης.
Η μνήμη του τιμάται στις 7 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής του κοιμήσεως.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση