Συνέχεια…Βίοι Αγίων 5-8.12.2025 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου 5.12.2025

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ Ο ΗΓΙΑΣΜΕΝΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ  Θεολόγου – Καθηγητού

Ανάμεσα στους μεγάλους αγίους της Εκκλησίας μας σημαντική θέση κατέχουν οι μεγάλες ασκητικές και μοναχικές μορφές. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Σάββας ο Ηγιασμένος.

Γεννήθηκε  το έτος 439 στο χωριό Μουταλάσκη της Καππαδοκίας. Οι γονείς του ονομάζονταν Ιωάννης και Σοφία, οι οποίοι ήταν πλούσιοι και ευσεβείς. Ο πατέρας ήταν στρατιωτικός και κατά συνέπεια ήταν αναγκασμένος να μεταναστεύει. Όταν ο Σάββας ήταν μικρός, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει με τη σύζυγό του στην Αλεξάνδρεια, αφήνοντας το παιδί του στην ανατροφή σε κάποιον συγγενή του ονόματι Ερμία. Αλλά ενωρίς τον εγκατέλειψε λόγω της κακής συμπεριφοράς της συζύγου του προς αυτόν. Αποφάσισε να απαρνηθεί τα εγκόσμια, καταφεύγοντας στη Μονή Φλαβιανών, όπου, παρά το νεαρό της ηλικίας του έδειξε ασυνήθιστο ζήλο για τη μοναχική ζωή και την άσκηση.  Σε μικρό χρονικό διάστημα ξεπέρασε σε αρετές τους μοναχούς. Μάλιστα άρχισαν να φαίνονται τα σημάδια της αγιότητάς του. Κάποτε κάνοντας το σημείο του σταυρού μπήκε μέσα σε πυρακτωμένο φούρνο, για να σώσει τα ενδύματα των μοναχών, τα οποία είχε λησμονήσει ο φούρναρης,  χωρίς να υποστεί την παραμικρή φθορά.

Μετά από δέκα έτη παραμονής του στη Μονή, ζήτησε ευλογία από τον ηγούμενο να μεταβεί και να εγκατασταθεί στην στους Αγίους Τόπους. Ο ηγούμενος, ύστερα από θεία οπτασία, του έδωσε την άδεια και έτσι ο Σάββας έφτασε στην Ιερουσαλήμ, όπου φιλοξενήθηκε στην Μονή του Αγίου Πασσαρίωνος, το χειμώνα του 456 -457. Παρά τις παρακλήσεις των αδελφών της Μονής να μείνει μαζί τους, εκείνος αποφάσισε να αναχωρήσει για την έρημο, κοντά στον φημισμένο ασκητή  Μ. Ευθύμιο.

Ο άγιος Ευθύμιος, διαβλέποντας την πνευματική πορεία του νεαρού μοναχού, αρνήθηκε να τον δεχτεί στη Λαύρα του και τον έστειλε στην Μονή του Αββά Θεοκτίστου. Εκεί ο Σάββας επιδόθηκε στους ασκητικούς αγώνες, υποδεικνύοντας τέλεια υπακοή και ταπεινοφροσύνη. Ιδιαίτερα αγαπούσε τις ακολουθίες και την προσευχή. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια ασκήθηκε υπό την ηγουμενία του Θεοκτίστου και του Μάριδος. Κατόπιν ζήτησε από τον ηγούμενο Λογγίνο να αποσυρθεί σε παρακείμενο σπήλαιο για μεγαλύτερη άσκηση και ησυχία. Εκεί, για πέντε ολόκληρα χρόνια, έμενε νηστικός όλη την εβδομάδα και έτρωγε μόνο το Σάββατο και την Κυριακή, προσευχόμενος και εργαζόμενος το εργόχειρό του.  Κατά τη διάρκεια της Μ. Τεσσαρακοστής αποσύρονταν πιο βαθιά στην έρημο του Ρουβά, μαζί με τον άγιο Ευθύμιο, προσευχόμενοι και αγρυπνούντες. Η τροφή τους αποτελούνταν από λίγα άγρια πικρά χόρτα της ερήμου και νερό. Αυτή η άσκηση συνεχίστηκε ως το θάνατο του αγίου Ευθυμίου το 473.

Κατόπιν ο Σάββας, διάγοντας το τριακοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του,  προχώρησε πιο βαθιά στην έρημο, όπου συνδέθηκε με τους φημισμένους αγίους ασκητές Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη και  Γεράσιμο Ιορδανίτη. Το 483 ίδρυσε δική του Λαύρα, ανατολικά του χειμάρρου των Κέδρων, συγκεντρώνοντας περίπου εβδομήντα αναχωρητές, υπό την πνευματική του καθοδήγηση. Ο ίδιος διέμενε σε παρακείμενο σπήλαιο, όπου πάλευε σκληρά με τις αδιάκοπες επιθέσεις των δαιμόνων.  Ως δείγμα της αγιότητάς του ανέβλυζε μύρο από τη σπηλιά του. Λίγο αργότερα οι αναχωρητές της Λαύρας του έφτασαν τους εκατόν πενήντα. Κάποιοι μοναχοί τον συκοφάντησαν στον Πατριάρχη Σαλλούστιο και ζήτησαν την αντικατάσταση της ηγουμενίας του. Όμως ο Πατριάρχης, όχι μόνο δεν πίστεψε τις συκοφαντίες, αλλά τον χειροτόνησε πρεσβύτερο το 491.

Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε μακριά και για τούτο πλήθος μοναχών συνέρρεαν στη Λαύρα του, άλλοι να πάρουν την ευλογία του και άλλοι να μείνουν κοντά του. Ο ίδιος, όσο περνούσε ο καιρός, τόσο ενέτεινε τον πνευματικό του αγώνα και την άσκησή του. Το έτος 494 άρχισε η ανοικοδόμηση του ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, διότι ο πρότερος ναός δεν επαρκούσε για τις λατρευτικές ανάγκες των πολυπληθών μοναχών της Λαύρας. Αλλά και πάλι δέχτηκε νέα συκοφαντία εναντίον του. Για να ηρεμίσει η Λαύρα, αποφάσισε να φύγει. Για πέντε χρόνια περιόδευσε την Παλαιστίνη και τη Μ. Ασία, ιδρύοντας Λαύρες. Το 512 έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Αναστάσιο (491-518), να εκθρονίσει την αιρετικό μονοφυσίτη Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ηλία (494-512). Επιστρέφοντας στην Παλαιστίνη, ηγήθηκε του αγώνα των Ορθοδόξων κατά της φοβερής αιρέσεως του μονοφυσιτισμού.

Το 530 έφτασε για δεύτερη φορά στην  Κωνσταντινούπολη, όπου ζήτησε από τον αυτοκράτορα Ιουστινιανό (527-565) να προστατέψει τους πληθυσμούς από τις επιδρομές των αλλοφύλων και από τις ταραχές των ντόπιων. Ήδη ήταν ενενήντα χρονών. Με την επιστροφή του στην Παλαιστίνη αρρώστησε και κοιμήθηκε ειρηνικά στις 5 Δεκεμβρίου του 532. Το 547 βρέθηκε το ιερό του λείψανο άφθορο, το οποίο μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1204 το άρπαξαν οι σταυροφόροι και το μετέφεραν στην Βενετία. Το 1965 επεστράφη στην Λαύρα του, στην Παλαιστίνη, όπου παραμένει εκεί, ως πολύτιμος θησαυρός, αγιάζοντας και θαυματουργώντας τους πολυάριθμους προσκυνητές, οι οποίοι συρρέουν από τα πέρατα του κόσμου. Άλλωστε η φημισμένη Μονή του παραμένει ως τα σήμερα φωτεινός πνευματικός φάρος της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του εορτάζεται στις 5 Δεκεμβρίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης.

Ο άγιος Σάββας έλαβε την προσωνυμία από την Εκκλησία Ηγιασμένος, διότι υπήρξε όντως αγιασμένο σκήνωμα της Χάριτος του Θεού. Με την βαθιά του πίστη στο Θεό, με τον προσωπικό του αγώνα κατά των παθών του και με την καλλιέργεια των αρετών του, αγιάστηκε ο ίδιος και αγίασε και συνεχίζει να αγιάζει τους άλλους. Γι’ αυτό και παραμένει στη συνείδηση των πιστών ως πρότυπο αληθινού Χριστιανού και ανθρώπου, διότι ο ίδιος είχε ενδυθεί από μικρός το Χριστό και έζησε σε όλη του τη ζωή με αυτό το θεϊκό αυτό ένδυμα.

 

 

 

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο ΓΝΗΣΙΟΣ ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού         

Η αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να επιδείξει ατέλειωτους καταλόγους επισκόπων Της οι οποίοι τίμησαν την υψηλή αποστολή τους και έγιναν ζωντανά πρότυπα για μίμηση. Μια από τις αντιπροσωπευτικότερες μορφές ιδανικών επισκόπων Της είναι και ο λαοφιλής άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας (Μ. Ασίας), του οποίου την ιερή μνήμη τιμά εξόχως η Εκκλησία μας στις 6 Δεκεμβρίου.

Το ιερό του συναξάρι είναι στ’ αλήθεια μια λεπτομερής θεώρηση του γνησίου τύπου του ορθοδόξου επισκόπου, ο άγιος Νικόλαος υπήρξε πράγματι αντιπροσωπευτικός τύπος γνησίου επισκόπου της Εκκλησίας του Χριστού. Η ζωή του ολόκληρη υπήρξε προσαρμοσμένη στη ζωή του Χριστού που τόσο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και τάχθηκε να τον υπηρετήσει πιστά. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας τη μεγάλη απόφαση να υπηρετήσει το Χριστό και το λαό του Θεού την πήρε ενώ ήταν ακόμα παιδί!

Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας γύρω στα 265 μ.Χ. σε μια εποχή κρίσιμη,   κατά την οποία η ειδωλολατρία έδινε τις τελευταίες και σκληρότερες μάχες της κατά του Χριστιανισμού. Είναι γνωστοί οι σκληροί διωγμοί των τελευταίων ειδωλολατρών αυτοκρατόρων. Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά «ιερά», με προεξάρχοντα στην Ασία τα διαβόητα μαντεία του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνα, είχαν αναγάγει ως κύρια αποστολή τους να συκοφαντούν τους Χριστιανούς στους τοπικούς άρχοντες ως ασεβείς και ως εκ τούτου να τους καταδεικνύουν υπεύθυνους για τις δυστυχίες που έστελναν (υποτίθεται) οι «θεοί» στους ανθρώπους. Τρανταχτή περίπτωση ο φοβερότερος όλων των διωγμών που κίνησε ο Διοκλητιανός καθ’ υπόδειξη και υποκίνηση των ως άνω μαντείων! Ο άγιος Νικόλαος είδε το φως της ζωής διωκόμενος για την πίστη του.

Οι ευσεβείς γονείς του τον  ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Φρόντισαν επίσης να του δώσουν και την κατά κόσμον μόρφωση ώστε ο νεαρός Νικόλαος να καταστεί μια υπέροχη πνευματική προσωπικότητα, του οποίου η φήμη απλώθηκε νωρίς στη γύρω περιοχή. Οι αρετές και τα προσόντα του εκτιμήθηκαν από την τοπική εκκλησία των Πατάρων, η οποία τον κάλεσε να την υπηρετήσει, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αργότερα όταν χήρεψε η επισκοπή της πόλεως των Μύρων χειροτονήθηκε αυτός επίσκοπός της. Κλήρος και λαός δέχτηκαν με ενθουσιασμό την εκλογή του Νικολάου, προαισθανόμενοι την υποδειγματική για όλη την Εκκλησία ποιμαντική δράση του.

Αφότου εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου έπαψε πλέον να ζει για τον εαυτό του, αλλά ζούσε μόνο για να υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού και όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιά διάκριση. Μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς της επισκοπής του, ώστε πλέον ανεπηρέαστος από προσωπικές  βιοτικές μέριμνες να αφοσιωθεί στο πολυποίκιλο ποιμαντικό του έργο.

Η επισκοπή των Μύρων έγινε το κέντρο της πνευματικής και φιλανθρωπικής διακονίας των κατοίκων όλης της ευρύτερης περιοχής της Λυκίας. Ο επίσκοπος Νικόλαος έγινε ο πατέρας, ο φροντιστής, ο παρήγορος και το καταφύγιο κάθε φτωχού, κατατρεγμένου και πονεμένου ανθρώπου. Αυτός με την απέραντη αγάπη και ανεκτικότητα που έτρεφε στα στήθη του δεν άφηνε κανέναν χωρίς να τον ευεργετήσει και να μην τον στηρίξει πνευματικά και ηθικά και υλικά. Κανένας δε μπόρεσε να εξηγήσει που έβρισκε τους υλικούς πόρους με τους οποίου κάλυπτε τις ανάγκες πλήθους ενδεών ανθρώπων. Παράλληλα έγινε ο διαπρύσιος στηλιτευτής των

εκμεταλλευτών κατά των αδυνάτων και των φτωχών. Με τη σπάνια παρρησία και το θάρρος που διέθετε ασκούσε έλεγχο σε όλους όσοι ευθύνονταν για την κακοδαιμονία του λαού, όσο ψηλά και αν βρίσκονταν. Το συναξάρι αναφέρει πως κάποτε στις μέρες του ο λαός της ευρύτερης περιοχής της επισκοπής του λιμοκτονούσε. Γεμάτος αγωνία ο Νικόλαος κατέβηκε σε κάποιο λιμάνι όπου συνάντησε πλοίο γεμάτο σιτάρι που ήταν έτοιμο να αποπλεύσει για τη Γαλλία έπεισε τον πλοιοκτήτη να μείνει το φορτίο στη Λυκία, πλήρωσε, άγνωστο πως, το σιτάρι και το μοίρασε στους λιμοκτονούντες κατοίκους τους οποίους έσωσε από βέβαιο θάνατο.

Ο κάθε αδύναμος άνθρωπος είχε τον προστάτη του. Ο άγιος βρισκόταν κοντά σε κάθε έναν και σε κάθε δύσκολη περίσταση ευεργετούσε ακόμα και θαυματουργικά. Ο βιογράφος του αναφέρει πλήθος τέτοιων περιστατικών. Ο απόλυτα φτωχός άγιος προικοδοτούσε τα φτωχά κορίτσια, προστάτευε τη σοδιά των φτωχών γεωργών, γινόταν ο αρωγός των ναυτικών. Μέχρι σήμερα παραμένει ο προστάτης των ναυτιλλομένων χάρη στις πάμπολλες θαυματουργικές επεμβάσεις του προς αυτούς.

Η πολιτική εξουσία κατά τον άγιο Νικόλαο υπάρχει από το Θεό να υπηρετεί το λαό. Όταν αυτή αντιστρατεύεται το πραγματικό συμφέρον και το θέλημα του λαού πρέπει να ελέγχεται. Έτσι ο άγιος δεν άργησε να γίνει ο ελεγκτής των διωκτών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οι οποίοι έστειλαν στο θάνατο χιλιάδες χριστιανούς μάρτυρες. Με αφόρητες προσωπικές απαγορεύσεις, διώξεις και βασανιστήρια, υπερασπίζονταν όσους διώκονταν για την πίστη τους. Τους στήριζε, τους ενθάρρυνε να μη δειλιάσουν και γίνουν αρνητές του Χριστού. Παράλληλα είχε γίνει ο παρηγορητής των συγγενών των μαρτύρων, πείθοντάς τους ότι το μαρτύριο για το Χριστό είναι ύψιστη τιμή!

Ο  άγιος επίσκοπος υπήρξε επίσης εκφραστής και της γνήσιας και ανόθευτης πίστης της Εκκλησίας. Η αίρεση ήταν γι’ αυτόν ύβρις κατά του Θεού και της αλήθειας. Ως μέλος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) έδωσε σκληρή μάχη για να απομονωθεί ο αιρετικός και βλάσφημος του Χριστού Άρειος. Για την παρρησία του αυτή κλείστηκε στη φυλακή, διότι οι περιστάσεις τον ανάγκασαν να φερθεί σκληρά στο φοβερό αιρεσιάρχη.

Τα πράγματα του κόσμου τα θεωρούσε όπως και ο απόστολος Παύλος φτηνά, εφήμερα, ανούσια, πραγματικά «σκύβαλα» (Φιλιπ.3,8). Τη δόξα, το χρήμα, τη δύναμη, την κοινωνική καταξίωση τα θεωρούσε υποδεέστερα από τη διακονία του Χριστού. Γι’ αυτό, τα παραμέρισε όλα, και με θέρμη τάχθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας του Θεού. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε υπόδειγμα πραγματικού χριστιανού ηγέτη ταγμένου στη διακονία του λαού του Θεού. Ο άγιος Νικόλαος αποτελεί πράγματι πρότυπο για όλους τους κατοπινούς κληρικούς, γιατί υπήρξε ο ίδιος πιστός μιμητής του Χριστού, πραγματικός «Κανόνας πίστεως, εικόνα πραότητος, (και) εγκρατείας διδάσκαλος» σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής του!

Το 330 μ.Χ. κοιμήθηκε ειρηνικά, γέρος και κατάκοπος, από τον αγώνα και τη συνεχή διακονία ολόκληρης της ζωής του. Το σεπτό αποστεωμένο σκήνωμά του έγινε αντικείμενο τιμής όχι μόνο από τους πιστούς της επισκοπής του, αλλά και από αλλόθρησκους και ειδωλολάτρες οι οποίοι είχαν ευεργετηθεί ποικιλότροπα από αυτόν. Ο τάφος του μέχρι σήμερα στα Μύρα είναι τόπος προσκύνησης των απανταχού της γης χριστιανών, αλλά και πολλών αλλοθρήσκων, οι οποίοι συρρέουν για να τιμήσουν αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα.

Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο άγιος Νικόλαος υπήρξε γνήσιος εκφραστής του χριστιανικού και του ελληνικού ιδεώδους. Ως επίσκοπος υπήρξε ο αντιπροσωπευτικός τύπος του χριστιανού επισκόπου, «εις τύπον και τόπον Χριστού», σύμφωνα με τη θεολογία του Ιγνατίου του θεοφόρου. Φύλακας της ορθής πίστεως και πνευματικός αρωγός των πιστών. Επί πλέον υπήρξε αντιπροσωπευτικός ενσαρκωτής

της ελληνικής παράδοσης. Το ανθρωπιστικό ιδεώδες του ελληνισμού σε συνδυασμό με τον υπέροχο χριστιανικό ανθρωπισμό συναντήθηκαν στο ιερό πρόσωπο του Νικολάου, εφαρμόσθηκαν και έγιναν πράξη. Η δημοκρατική του τακτική και η συλλογικότητα στις ενέργειές του είναι η βίωση της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης, η οποία διασώθηκε και βελτιώθηκε από τη χριστιανική διδασκαλία και πράξη. Γι’ αυτό ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός άνδρας έγινε τόσο διάσημος, τόσο λαοφιλής, ώστε να τιμάται ιδιαζόντως σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Γι’ αυτό τιμάται ιδιαίτερα από όλους τους ορθοδόξους και περισσότερο από τους Έλληνες, γι’ αυτό υπάρχουν τόσοι πολλοί ναοί προς τιμήν του, γι’ αυτό πλήθος ανθρώπων φέρουν με καμάρι το σεπτό του όνομα.

Εμείς οι ορθόδοξοι νεοέλληνες έχουμε χρέος να τιμάμε και να μιμούμαστε υπέροχες προσωπικότητες του ενδόξου παρελθόντος μας, σαν αυτή του αγίου Νικολάου. Σε εποχές ζοφερές, σαν και την εποχή μας, έχουμε ανάγκη από φωτεινά πνευματικά ορόσημα, αντάξιες του αγίου Νικολάου. Στις δύστηνες μέρες μας, όπου βιώνουμε ως Έθνος μια από τις χειρότερες περιόδους της εθνικής μας υπόστασης, όπου μας κυκλώνει το φάσμα της οικονομικής κατάρρευσης και αυτού ακόμα του αφανισμού μας, έχουμε ανάγκη από την αρωγή του αγίου Νικολάου, ο οποίος έσωσε το λαό σε παρόμοιες συνθήκες στον καιρό του, φτάνει να τον επικαλεστούμε. Άγιε του Θεού σπεύσε να μας βοηθήσεις γιατί χανόμαστε…

 

 

 

ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΕΔΙΟΛΑΝΩΝ: Ο ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Δυτική Εκκλησία, όσο ήταν ορθόδοξη, είχε αναδείξει μεγάλες πατερικές μορφές, εφάμιλλους των αγίων Πατέρων της Ανατολής. Επειδή μιλούσαν την λατινική γλώσσα, τους ονομάζουμε Λατίνους Πατέρες. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων, του σημερινού Μιλάνου της Ιταλίας.

Γεννήθηκε περί το 340 στην πόλη Τρέβηρα της Γερμανίας. Ο πατέρας του ονομαζόταν Αμβρόσιος και ήταν ένθερμος χριστιανός και ανήκε σε ευγενή οικογένεια. Μάλιστα η οικογένειά του είχε καταλάβει ύπατα πολιτικά αξιώματα. Ο ίδιος ήταν διοικητής της Γαλλίας. Όταν πέθανε ο πατέρας του ήταν ακόμη παιδί και η μητέρα του εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, όπου αφιερώθηκε στην επιμέλεια του παιδιού της. Είχε την ευχέρεια να του δώσει σπουδαία μόρφωση, μα περισσότερο από την κοσμική γνώση φρόντισε να τον  μορφώσει πνευματικά. Τον κατήχησε στην χριστιανική πίστη και του δίδαξε τις χριστιανικές αρετές.

Ο Αμβρόσιος έδειξε ασυνήθιστη επιμέλεια και επίδοση στις σπουδές του. Σπούδασε λατινική και ελληνική φιλολογία, φιλοσοφία και νομική. Παράλληλα αναδείχτηκε άρτια προσωπικότητα, στολισμένος με ήθος, σεμνότητα, πραότητα και σοβαρότητα. Ξεχώριζε από τους συμμαθητές του ειδωλολάτρες, οι οποίοι ήταν βουτηγμένοι στην ακολασία και στις ασέλγειες.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εγκαταστάθηκε στα Μεδιόλανα, μια σημαντική πόλη της αυτοκρατορίας. Άρχισε την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος, αναδεικνυόμενος γρήγορα σε λαμπρός ρήτορας. Ταυτόχρονα έγινε γνωστός και για το ήθος του, γενόμενος αγαπητός από τους κατοίκους των Μεδιολάνων. Λίγο μετά ο αυτοκράτορας της Δύσεως Ουαλεντιανός εκτιμώντας τις ικανότητές του και το ήθος του τον διόρισε διοικητή των επαρχιών Λιγυρίας και Αιμιλίας, με έδρα τα Μεδιόλανα. Από τη νέα υψηλή κυβερνητική του θέση ο Αμβρόσιος αναδείχθηκε όχι μόνο ικανότατος, ώστε δικαίωσε την επιλογή του αυτοκράτορα, αλλά και δίκαιος και φιλόστοργος ηγέτης, αποδίδοντας δικαιοσύνη και ανακουφίζοντας τους έχοντας ανάγκη. Ως αυτοκρατορικός αξιωματούχος αγαπήθηκε από το λαό και έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως.

Παράλληλα με τα πολιτικά του καθήκοντα, ασχολούνταν και με τα εκκλησιαστικά πράγματα. Τα χρόνια εκείνα η Εκκλησία σπαρασσόταν από έριδες και διαιρέσεις, τις οποίες προκαλούσαν οι αιρετικοί αρειανοί. Μετά το θάνατο του ορθοδόξου Επισκόπου των Μεδιολάνων, οι ομάδες των αρειανών επιχείρησαν να καταλάβουν το επισκοπείο και να χειροτονήσουν δικό τους επίσκοπο. Οι ορθόδοξοι επίσκοποι βρισκόταν σε αμηχανία και δύσκολη θέση, λόγω της έκρυθμης κατάστασης, η οποία έμελλε να προκαλέσει ταραχές και συγκρούσεις. Ο διοικητής Αμβρόσιος, βλέποντας την δύσκολη κατάσταση, κατέβηκε στην  αγορά, όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι ορθόδοξοι. Τότε ένα μικρό παιδί, από θεία έμπνευση, φώναξε από το πλήθος: «Ο Αμβρόσιος γενέσθω επίσκοπος»! Τότε άρχισε να επαναλαμβάνει τη φράση το πλήθος! Ο Αμβρόσιος, ο οποίος βρέθηκε στην αγορά να επιβάλλει την τάξη, εξελέγη επίσκοπος και μάλιστα, χωρίς να είναι ακόμα βαπτισμένος χριστιανός, αλλά ανήκε στην τάξη των κατηχουμένων, αφού την εποχή εκείνοι βαπτίζονταν, κατά κανόνα, ως ενήλικες!

Ο Αμβρόσιος σάστισε. Αλλά θεώρησε τις κραυγές του πλήθος ως κλήση από το Θεό να αναλάβει άλλη διακονία, εκκλησιαστική, ασύγκριτα ανώτερη από την πολιτική.  Αναγκάστηκε να δεχτεί τη θέληση του λαού. Έτσι αμέσως ζήτησε να βαπτισθεί και σε οκτώ ημέρες χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Ακολούθως

την 7η Δεκεμβρίου του 364 χειροτονήθηκε επίσκοπος και ενθρονίστηκε στο θρόνο των Μεδιολάνων.

Πρώτη του ενέργεια ήταν να απαλλαγεί από τη μεγάλη περιουσία του, την οποία μοίρασε στους φτωχούς και το μόνο που κράτησε ήταν τα ενδύματά του και τα βιβλία του. Εργάστηκε δραστήρια για την ανόρθωση της τοπικής εκκλησίας του. Υπήρξε σεμνός και ένθερμος λειτουργός. Άφθαστος κήρυκας του θείου λόγου, ο οποίος συνέπαιρνε τα πλήθη, που συνέρρεαν να τον ακούσουν. Ενίσχυσε την ιεραποστολή και μετέστρεψε στην Ορθοδοξία χιλιάδες αιρετικούς και ειδωλολάτρες. Ταυτόχρονα άσκησε πρωτόγνωρο για την περιοχή φιλανθρωπικό έργο. Έγινε ο στοργικός πατέρας όλων των κατοίκων της επισκοπικής του περιφέρειας, ανεξάρτητα αν ήταν χριστιανοί ή εκτός της Εκκλησίας. Έφτασε κάποτε σε σημείο να πωλεί τα αντικείμενα των ναών για να ελευθερώσει αιχμαλώτους!

Αυτός ο μειλίχιος και πράος άνδρας, όταν χρειαζόνταν, γινόταν άτεγκτος ελεγκτής. Κάποτε η χήρα του αυτοκράτορα Ιουλίνη, η οποία συμπαθούσε τους αρειανούς, το 385, ζήτησε μέσω του υιού της Ουαλεντιανού Β΄ να παραχωρήσει ο Αμβρόσιος ναό στους αρειανούς, έξω από την πόλη. Ο ένθεος επίσκοπος θεώρησε το αίτημα προδοσία της Ορθοδοξίας, αρνούμενος να ικανοποιήσει το αυτοκρατορικό αίτημα! Ο αυτοκράτορας θεώρησε προσβολή την άρνησή του και γι’ αυτό έστειλε στρατιώτες, την  ώρα της Θείας Λειτουργίας να συλλάβουν τον Αμβρόσιο. Ο άγιος επίσκοπος έμεινε γαλήνιος και ατάραχος, ώστε οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τον συλλάβουν. Και επειδή οι πιστοί προειδοποίησαν με στάση, ο αυτοκράτορας ανακάλεσε τη διαταγή του. Όμως η ασεβής βασιλομήτορα επανήρθε με αίτημά της, ένα χρόνο μετά, για παραχώρηση ναό στους αιρετικούς αρειανούς. Ο Αμβρόσιος αρνήθηκε και πάλι και έλεγξε τον αυτοκράτορα, παρομοιάζοντάς τον με τον ασεβή βασιλιά του Ισραήλ Αχαάβ! Ο αυτοκράτορας οργίστηκε και διέταξε τη σύλληψη και την εξορία του ηρωικού και απείθαρχου επισκόπου. Ο Αμβρόσιος έμεινε κλεισμένος στο ναό, φρουρούμενος από πιστούς χριστιανούς για πολλές ημέρες. Αλλά και πάλι ο αυτοκράτορας ανακάλεσε τη διαταγή του, μπροστά στην ηρωική στάση του Αμβροσίου και τον κίνδυνο στάσεως από τον πιστό λαό των Μεδιολάνων.

Αλλά το γεγονός, που έκαμε γνωστό το ηρωικό φρόνημα του Αμβροσίου, ήταν ο δριμύς έλεγχος κατά του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Α΄. Το 390 έγινε στάση στη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν ο στρατηγός της πόλεως και μερικοί αξιωματικοί του. Ο αυτοκράτορας θύμωσε και αποφάσισε να τιμωρήσει σκληρά και παραδειγματικά τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης. Αφού συγκέντρωσε μέγα πλήθος στον ιππόδρομο, διέταξες γενική σφαγή, όπου φονεύτηκαν περισσότεροι από επτά χιλιάδες αθώοι πολίτες. Μετά από λίγο καιρό βρέθηκε στα Μεδιόλανα και μετέβη με την πολυπληθή συνοδεία του στο μητροπολιτικό ναό της πόλεως να εκκλησιαστεί. Ο Αμβρόσιος πληροφορήθηκε την προσέλευση του αυτοκράτορα, πήρε το Ιερό Ευαγγέλιο και τον περίμενε στη θύρα του ναού. Όταν εκείνος πλησίασε τον  έλεγξε δριμύτατα για το αποτρόπαιο έγκλημά του και του απαγόρευσε την  είσοδο στο ναό! Του ζήτησε να μετανοήσει ειλικρινά και να ζητήσει δημόσια συγνώμη για το κρίμα του! Μάλιστα δε τον συγκατάλεξε μεταξύ των μετανοούντων!

Όλοι περίμεναν να οργιστεί ο αυτοκράτορας και να δώσει διαταγή για την τιμωρία του επισκόπου, ο οποίος τόλμησε να εναντιωθεί στον πανίσχυρο ηγεμόνα και να τον ταπεινώσει δημόσια με αυτόν τον τρόπο. Αλλά ο ηρωικός έλεγχος του Αμβροσίου λειτούργησε λυτρωτικά στην ψυχή του αυτοκράτορα. Άρχισε να συνειδητοποιεί το μεγάλο αμάρτημά του, να τρέμει σύγκορμα και να κλαίει με λυγμούς. Ο Αμβρόσιος του επέβαλε επιτήμιο οκτάμηνης αποχής από τη Θεία Ευχαριστία. Τον κοινώνησε τα Χριστούγεννα, ύστερα από δημόσια εξομολόγηση!

Ο Αμβρόσιος απαγόρευσε και την παραμονή και κοινωνία των βασιλέων μέσα στο Ιερό Βήμα, δείχνοντας την ανωτερότητα της ιερατικής εξουσίας, η οποία πηγάζει από το Θεό.

Πολύ σημαντικό, και πρωτοπόρο για την εποχή του, υπήρξε  το αίτημα του Αμβροσίου από τον αυτοκράτορα Γρατιανό, να μην εκτελούνται οι κατάδικοι αμέσως μετά τη δίκη, αλλά μετά την παρέλευση μηνός, ώστε να αποδεικνύεται όντως η ενοχή τους.

Ο Αμβρόσιος υπήρξε μέγας προστάτης της Ορθοδοξίας. Έλαβες μέρος στη Σύνοδο της Ακυληίας, όπου καταδικάστηκαν και καθαιρέθηκαν οι  αρειανοί επίσκοποι Παλλάδιος και Σεκουδιανός. Το 382 προήδρευσε Συνόδου στα Μεδιόλανα, όπου καταδικάστηκε η αίρεση του Απολλιναρίου. Έλαβε επίσης μέρος σε Σύνοδο στη Ρώμη και το 391 στη Σύνοδο της Καπούης.

Τεράστιο υπήρξε και το συγγραφικό έργο του. Διασώθηκαν περισσότερα από εικοσιπέντε περισπούδαστα θεολογικά του έργα και ενενήντα μία επιστολές, τα οποία αποπνέουν άρωμα βαθειάς θεολογικής σκέψεως. Αναδείχτηκε επίσης και μεγάλος εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Πάμπολλοι ύμνοι του χρησιμοποιούνται ως τα σήμερα από τους δυτικούς. Ο γνωστός μας ύμνος, ο οποίος ψάλλεται κατά την ώρα του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σε ευχαριστούμεν, Κύριε, και δεόμεθά σου ο Θεός ημών», ανήκει σ’ αυτόν.

Οι αδιάκοποι αγώνες του, οι κόποι του και ο ασκητισμός του, κλόνισαν την υγεία του. Ασθένησε και κοιμήθηκε ειρηνικά την Μεγάλη Παρασκευή, 4 Απριλίου 397, ύστερα από 23 χρόνια αρχιερατείας. Η κηδεία του έγινε ανήμερα του Πάσχα, στην οποία συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι των Μεδιολάνων, ορθόδοξοι, αρειανοί και ειδωλολάτρες, διότι ο ένθεος επίσκοπος υπήρξε ο πατέρας, ο προστάτης και ο ευεργέτης όλων!

Συγκαταλέγεται στους Μεγάλους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας μας.

Η μνήμη του τιμάται στις 7 Δεκεμβρίου.

 

 

 

ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΑΠΙΟΣ Ο ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Τα άφθαρτα λείψανα πάμπολλων αγίων της Εκκλησίας μας μαρτυρούν την παρουσία των ακτίστων ενεργειών του Θεού σ’ αυτούς, οι οποίοι υπήρξαν, με την πίστη τους και την αγία ζωή τους, σκεύη πολύτιμα της θείας χάριτος. Ένας από τους αγίους που αξιώθηκαν της αφθαρσίας είναι και ο άγιος Πατάπιος, του οποίου, το σεπτό σκήνωμα παραμένει άφθορο για χίλια επτακόσια χρόνια!

Γεννήθηκε στην Θήβα της Αιγύπτου και έζησε τον 4ο μ. Χ. αιώνα. Οι γονείς του ήταν πολύ πλούσιοι και πιστοί Χριστιανοί, οι οποίοι ανέθρεψαν και τον μεγάλωσαν με ευσέβεια και βαθιά πίστη στο Θεό. Από μικρό παιδί έδειξε σημάδια αρετών και πνευματικής ωριμότητας. Ως έφηβος είχε πάρει τη μεγάλη απόφαση να ακολουθήσει το μοναχικό αναχωρητισμό, μιμούμενος τους μεγάλους ασκητές πατέρες της Αιγύπτου, οι οποίοι γινόταν τα πρότυπα για πολλούς Χριστιανούς της εποχής. Άφησε τον κόσμο και αποσύρθηκε σε ερημικό τόπο, όπου διήγε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και αποκοπή των παθών του.

Σε σύντομο χρόνο είχε αποκτήσει τη φήμη του ώριμου πνευματικά ανθρώπου, στον οποίο κατέφευγαν πολλοί άνθρωποι να ωφεληθούν και να πάρουν την ευλογία του. Να ακούσουν τα ψυχωφελή κηρύγματά του και τις πολύτιμες και σοφές συμβουλές του.

Μετά από καιρό αποφάσισε να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με δύο άλλους ασκητές τον Βάρα και τον Ραβουλά, οι οποίοι ήταν εξίσου ενάρετοι άνθρωποι και αξιώθηκαν και αυτοί της αγιότητας. Αποφάσισαν να ζήσουν έξω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Ο μεν άγιος Βάρας ίδρυσε Μονή προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου, στο σημείο Πέτρα. Ό άγιος Ραβουλάς ασκήτευσε κοντά στην πύλη του Ρωμανού. Ο άγιος Πατάπιος εγκαταστάθηκε στην περιοχή των Βλαχερνών, στο Ξηρό Όρος, όπου ίδρυσε ονομαστή Μονή, η οποία έμεινε γνωστή ως Μονή των Αιγυπτίων. Η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την Πόλη και γι’ αυτό τον ακολούθησαν πολλοί ζηλωτές του μοναχισμού, δημιουργώντας έτσι μια μεγάλη και σπουδαία αδελφότητα. Εκεί κήρυττε με θέρμη και πάθος την ανάγκη της σωτηρίας, η οποία επιτυγχάνεται με την ειλικρινή και εκ βαθέων μετάνοια. Πλήθος κατοίκων της Βασιλεύουσας συνέρρεαν στον άγιο ασκητή να ωφεληθούν από τα πύρινα κηρύγματά του. Χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν παρηγοριά και μεταστροφή της ζωής τους στο Χριστό από τα λόγια του Παταπίου.

Στη Μονή αυτή έζησε όλη την υπόλοιπη ζωή του, με άσκηση και διακονία των αδελφών του. Δε γνωρίζουμε πόσα χρόνια έζησε. Επίσης δε γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του. Κοιμήθηκε ειρηνικά και τάφηκε στη Μονή του. Μετά την εκταφή του σκηνώματός του διαπιστώθηκε η αφθαρσία του. Μάλιστα συνοδεύτηκε και από την επιτέλεση πολλών θαυμάτων.

Στα 536 καταστράφηκε από άγνωστη αιτία η Μονή. Ο συνασκητής του άγιος Βάρας διέσωσε το σκήνωμα του αγίου Παταπίου, το οποίο μετέφερε στη Μονή του, τη Μονή Πέτρας, όπου έμεινε σε αυτή ως τα χρόνια των Παλαιολόγων. Μάλιστα οι Παλαιολόγοι είχαν θέσει υπό την προστασία τους το τίμιο λείψανο. Μεγάλη τιμή απέδιδε σε αυτό η Αυγούστα Ελένη Παλαιολόγου, σύζυγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγου και μητέρα του τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Παρενθετικά αναφέρουμε πως η Ελένη Παλαιολόγου στα τέλη της ζωής της ασπάσθηκε το μοναχισμό και μας είναι γνωστή ως αγία Υπομονή.

Μετά την πτώση της Βασιλεύουσας και τον ηρωικό θάνατο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (1453), από τους βάρβαρους Οθωμανούς, όσοι ευγενείς σώθηκαν από τις σφαγές εγκατέλειψαν την Πόλη. Μεταξύ αυτών ήταν και ο ανεψιός της αγίας

Υπομονής, Αγγελής Νοταράς, ο οποίος έφυγε για την Ελλάδα. Μαζί του πήρε και το ιερό λείψανο του αγίου Παταπίου, να μην πέσει στα χέρια των αντιχρίστων κατακτητών. Κατέφυγε στην Κορινθία και έκρυψε τον πολύτιμο θησαυρό του σε μια απόκρημνη πλαγιά των Γερανίων Ορέων, πάνω από το σημερινό Λουτράκι. Το τοποθέτησε βαθιά σε σπήλαιο, όπου το εντοίχισε. Το δε σπήλαιο είχε μεταβάλει σε προσωπικό του ασκητήριο. Αν και μαρτυρίες λένε ότι πέριξ του σπηλαίου υπήρχε ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα. Αργότερα το ασκητήριο ερήμωσε και ξεχάστηκε η ύπαρξη εκεί του ιερού λειψάνου.

Για τετρακόσια χρόνια το ιερό λείψανο έμεινε κρυμμένο στη σπηλιά, χωρίς να γνωρίζει κανένας την ύπαρξή του. Στα 1904 κάποιος ανακαλύφτηκε τυχαία από λειτουργό ιερέα, που τελούσε τη Θεία Λειτουργία στο σπήλαιο. Μαζί με το άφθορο και ευωδιάζον σκήνωμα του αγίου Παταπίου βρέθηκε και η τίμια κάρα της αγίας Υπομονής. Όμως δυστυχώς πιστοί κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να τεμαχίζουν το ιερό λείψανο και να παίρνουν για φυλακτό κομμάτια του. Ο ευλαβής ιερέας από το Λουτράκι Κωνσταντίνος Σουσάνης, ζήτησε την άδεια του επισκόπου και πήρε στο σπίτι του το λείψανο του αγίου, να το προστατέψει από τους βάνδαλους πιστούς.

Στα 1952 ο ιερέας Νεκτάριος Μαρμαρινός, ίδρυσε πέριξ του σπηλαίου, Ιερά Μονή και φρόντισε την επιστροφή του ιερού λειψάνου στον τόπο της ευρέσεώς του. Η επίσημη ίδρυση της Μονής έγινε την 1η Αυγούστου 1952, από τον τότε Μητροπολίτη Κορινθίας Προκόπιο Τζαβάρα. Πρώτη δε ηγουμένη έγινε η γερόντισσα Συγκλητική. Η αδελφότητα της Μονής φρόντισε τα τελευταία χρόνια να κτιστεί, στον κακοτράχαλο και απόκρημνο τόπο εντυπωσιακό συγκρότημα, του καθολικού, των παρεκκλησίων, κελιών και άλλων χώρων.

Η ιερά Μονή δεσπόζει σήμερα στα νοτιοδυτικά Γεράνια Όρη, 650 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και την πασίγνωστη λουτρόπολη του Λουτρακίου. Η μοναστική αδελφότητα αποτελείται από σαράντα περίπου μοναχές, οι οποίες επιτελούν ένα σπουδαίο πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο.

Χιλιάδες είναι οι προσκυνητές, που συρρέουν όλες τις εποχές στην Ιερά Μονή για να δοξάσουν το Θεό, να τιμήσουν τον άγιο Πατάπιο και να προσκυνήσουν το χαριτόβρυτο λείψανό του, το οποίο επιτελεί πάμπολλα θαύματα, σε όσους τον επικαλούνται με πίστη και ευλάβεια. Ιδιαίτερα θεραπεύει τη νόσο του καρκίνου. Η μνήμη του τιμάται στις 8 Δεκεμβρίου.

 

 

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *