Συνέχεια…Βίοι Αγίων του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

«ΑΥΤΗ Η ΠΙΣΤΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΑΥΤΗ Η ΠΙΣΤΙΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΗΝ ΕΣΤΗΡΙΞΕΝ»

(Η θεραπευτική της Ορθοδοξίας και ο κομπογιαννιτισμός των αιρέσεων)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Την Α΄ Κυριακή των Νηστειών η Αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει τον θρίαμβο της αποκρυστάλλωσης του ορθοδόξου δόγματος, με την παύση της εκατονταετούς εικονομαχικής έριδας (726-843), η οποία, όπως είναι γνωστό, συντάραξε την Εκκλησία. Η ευσεβής βασιλομήτωρ Θεοδώρα η Αυγούστα, ως επίτροπος του ανηλίκου υιού της βασιλέως Μιχαήλ Γ΄ (842-867), αναστήλωσε οριστικά τις Ιερές Εικόνες στους Ναούς, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), σύμφωνα με τις οποίες η προσκύνηση τους δεν είναι ειδωλολατρία, διευκρινίζοντας, ότι δεν προσκυνούμε την ύλη των Εικόνων, αλλά τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Όχι μόνον επιτρέπεται η προσκύνησή τους και ιδιαίτερα ο εικονισμός του Χριστού, αλλά επιβάλλεται, διότι αποτελεί ομολογία περί της αληθούς ενανθρωπήσεώς Του.

Αποκαλείται και Κυριακή της Ορθοδοξίας, για να δηλωθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αληθινή και μοναδική, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, όπως πιστεύουμε και ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως και πως, ό, τι αυτοαποκαλείται ως «εκκλησία» εκτός Αυτής είναι ψεύτικη, στην καλλίτερη περίπτωση λεκτικό σχήμα. Για να γίνει γνωστό ότι μόνη Αυτή διατηρεί, εκφράζει  και διδάσκει απόλυτα απαραχάρακτη την αλήθεια όπως τη δίδαξε ο Χριστός, όπως την παρέλαβαν και διέδωσαν «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8) οι άγιοι Απόστολοι, όπως την  κατενόησαν και την οριοθέτησαν από τις πλάνες οι άγιες Σύνοδοι, όπως την παρέλαβαν και μας την παρέδωσαν οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες,  όπως την διατηρεί η αυτοσυνειδησία του ορθοδόξου πληρώματος. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας είναι η αληθινή και μοναδική Εκκλησία του Χριστού, διότι αποδεδειγμένα, δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε τίποτε από την αρχέγονη πίστη, από ό, τι οι άγιες Σύνοδοι όρισαν, σε αντίθεση με τις παντοειδείς αιρέσεις και κακόδοξες ομάδες, οι οποίες διαφοροποιήθηκαν από Αυτή, αναιρώντας αλήθειες και προσθέτοντας αλλότριες δοξασίες, αποκομμένοι από το αδιαίρετο σώμα Της.

Ο προσδιορισμός «Ορθόδοξη» καθιερώθηκε μετά την απόσχιση από την Εκκλησία του δυτικού Χριστιανισμού (1054), για να ορίσει την «ορθή δόξα» της, την γνησιότητά της, την ορθή φανέρωση της σώζουσας αποκαλυμμένης αλήθειας, μόνο σ’ Αυτή. Ακόμη σημαίνει και την δοξολογία στον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος μας αποκάλυψε, δια του σαρκωμένου Υιού Του, μέρος της άφατης δόξας Του και του τρόπου της σωτηρίας μας, του μόνου αποτελεσματικού τρόπου θεραπείας μας από την πνευματική μας ασθένεια, απότοκη της πτώσεως και της αμαρτίας. Ο ορισμός αυτός της ορθότητας την οριοθετεί από κάθε απόκλιση από Αυτή και κάθε παραχάραξη του τρόπου θεραπείας μας. Κι’ ακόμα να δηλώσει ότι η απομάκρυνση από αυτό το πνευματικό θεραπευτήριο, αναστέλλει τη θεραπεία και οδηγεί στον πνευματικό θάνατο.

Η πτωτική μας κατάσταση και η εμμονή μας στην αμαρτία, είναι η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «Νενόσηκεν οὖν ἡ φύσις τήν ἁμαρτίαν, διά τῆς παρακοῆς τοῦ ἑνός, τουτέστιν τοῦ ᾿Αδάμ· οὕτως ἁμαρτωλοί κατεστάθησαν οἱ πολλοί, οὐχ ὡς τῷ ᾿Αδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσαν πώποτε, ἀλλ᾿ ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπό νόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας. ῞Ωσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἐν ᾿Αδάμ, διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν καί τόν πόνον, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη».

Η Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έναν και μόνο σκοπό είχε, την θεραπεία μας από τα αγιάτρευτα και θανατερά τραύματα της αμαρτίας. Να μας θεραπεύσει, να μας

αγιάσει, να μας δώσει ξανά τη δυνατότητα της ένωσής μας με το Θεό, δηλαδή της κατά χάριν θεώσεως.   Κάθε άλλη αντίληψη για την Θεία Ενανθρώπιση και το έργο της Εκκλησίας στον κόσμο είναι λανθασμένη και ξένη με την πατερική διδασκαλία. Ο μακαριστός μεγάλος θεολόγος και Καθηγητής π. Ι. Ρωμανίδης, διευκρίνισε πως «Η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικό σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή». Σε άλλο σημείο τόνισε πως «Ἡ Ὀρθοδοξία ξεχωρίζει ἀπό ἕνα μοναδικό φαινόμενο, πού δεν ὑπάρχει στις ἄλλες θρησκεῖες. Αὐτό εἶναι ἀνθρωπολογικό καί θεραπευτικό. Σ’ αὐτό διαφέρει. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία θεραπευτική ἀγωγή πού θεραπεύει την ἀνθρώπινη προσωπικότητα».

Αντίθετα, στην αίρεση ή στα άλλα θρησκευτικά σχήματα, λείπει η δυνατότητα της θεραπείας. Αν μπορούσαν οι πάμπολλες και πολυποίκιλες θρησκείες και πλάνες να προσφέρουν θεραπεία, δηλαδή σωτηρία, δεν χρειάζονταν να σαρκωθεί ο Θεός Λόγος, να ιδρύσει την Αγία Του Εκκλησία, να υποστεί ο Ίδιος τον σταυρικό θάνατο, να διωχθούν και να χύσουν το αίμα τους εκατομμύρια μάρτυρες στην δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Να δοθούν μεγάλοι αγώνες και να χυθούν ποταμοί μελάνης για την  διάσωση της μόνης σώζουσας διδασκαλία της. Άλλωστε ο Χριστός δεν ίδρυσε θρησκεία, έστω την τελειότερη, αλλά μας έδωσε την Εκκλησία Του, το μυστικό Του Σώμα, με κεφαλή τον Ίδιο (Κολ.1,18), να είναι το πνευματικό θεραπευτήριο στους αιώνες, «αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ» (Κολ.1,10).

Ο αοίδιμος π. Ιωάννης Ρωμανίδης διευκρινίζει και πάλι: «Τι είναι η αίρεση; Στην πατερική παράδοση αίρεση είναι κομπογιαννιτισμός. Γιατί η αίρεση καταδικάζεται; επειδή δεν συμφωνούν στο δόγμα; Αυτό είναι το πρόβλημα. Καταδικάζεται, επειδή στην αίρεση δεν υπάρχει θεραπεία. Και εφ’ όσον δεν υπάρχει θεραπεία, είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο. Οι Πατέρες έβλεπαν την αίρεση ως ένα είδος κομπογιαννιτισμού, όπου δεν υπάρχει θεραπεία». Και για να γίνει κατανοητός ο συλλογισμός του, έφερε χαρακτηριστικά παραδείγματα από τον χώρο της επιστήμης: «Νομίζω, την βασική διαφορά μπορούμε να την κατανοήσουμε, αν πάρουμε για παράδειγμα την ιατρική επιστήμη. Εκεί έχουμε τους γιατρούς που ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο. Αν δεν είναι κάποιος γιατρός μέλος του Ιατρικού Συλλόγου, δεν μπορεί να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Για να είναι ένας γιατρός νόμιμος, πρέπει όχι μόνο να είναι απόφοιτος μιας ανεγνωρισμένης ιατρικής σχολής, άλλα και μέλος του Ιατρικού Συλλόγου. Τα ίδια ισχύουν και για τους δικηγόρους. Στις επιστήμες αυτές υπάρχει μία συνεχής δοκιμασία· διότι, αν παρεκτραπεί κάποιος, ως προς την ορθή εξάσκηση του επαγγέλματος του, τότε δικάζεται από το αρμόδιο όργανο του επαγγελματικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει και αποβάλλεται του επαγγελματικού Σώματος. Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην Εκκλησία. Η αντίστοιχη διαδικασία μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, η αποβολή, δηλαδή, ή η αποκοπή κάποιου μέλους της, ονομάζεται αφορισμός· προκειμένου δε περί εκκλησιαστικού αξιώματος, καθαίρεσις, έτσι, οι αιρετικοί αφορίζονται από το Σώμα της Εκκλησίας. Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπεί να θεραπεύει, έτσι και στην Εκκλησία, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί σε έναν αιρετικό να θεραπεύει τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύει».

       Και καταλήγει ο διαπρεπής θεολόγος και ομολογητής της Ορθοδοξίας: «Όταν εξετάζουμε τις διδασκαλίες των Οικουμενικών Συνόδων, θα δούμε ότι κάθε αίρεση, που έχει καταδικασθεί από την Εκκλησία, καταργούσε αυτομάτως την διδασκαλία της Εκκλησίας περί Θεώσεως και περί φωτισμού και έτσι

καταστρέφεται η ευκαιρία της θεραπείας. Οπότε, η αίρεση είναι αίρεση, διότι καταστρέφει την δυνατότητα θεραπείας του ανθρώπου· γι’ αυτό είναι αίρεση».

Υπ’ αυτή την θεώρηση ο διαχρονικός αγώνας των αγίων Πατέρων κατά των αιρέσεων δεν είναι κάποιας μορφής ιδεολογική αντιπαράθεση, σύγκρουση απόψεων, με τους αιρεσιάρχες, αλλά περιφρούρηση της θεραπευτικής της Εκκλησίας. Η χριστιανική πίστη, το σύνολο των δογματικών αρχών δεν είναι θεωρήματα, ή ιδεολογήματα, αλλά θεραπευτικά μέσα, δια των οποίων επιτυγχάνεται στην Εκκλησία η θεραπεία του ανθρώπου από τα τραύματα της αμαρτίας, από την πνευματική νοσηρότητα, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο σε συνεχή φθορά και εν τέλει στο θάνατο, αφού, όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος «τα οψώνια της αμαρτίας (είναι) θάνατος» (Ρωμ.6,23). Γι’ αυτό και η όποια αντιπαράθεση δεν στοχεύει τον πεσμένο στην αίρεση άνθρωπο, τον πνευματικά ασθενή, αλλά στην αναίρεση της πλάνης του, στη θεραπεία του, με την αρχή: «αγάπη για τον αιρετικό, αποστροφή για την αίρεση».

Εδώ πρέπει να κάμουμε αναφορά και για την άκρως λαθεμένη αντίληψη και την  αντιμετώπιση των αιρετικών (η λέξη εντός και εκτός εισαγωγικών) από τον παραφθαρμένο δυτικό Χριστιανισμό. Ο αιρετικός δεν είναι κατ’ αυτόν πνευματικά ασθενής, αλλά εχθρός του Χριστού και της Εκκλησίας, εγκληματίας προορισμένος για ψυχοσωματική εξόντωση. Αυτά μαρτυρεί ο φρικώδης θεσμός της «Ιερής Εξέτασης», ο οποίος οδήγησε σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, στους οκτώ και πλέον αιώνες λειτουργίας του. Μάλιστα, υπό την επίδραση της δικονομικής αντίληψης για την σχέση ανθρώπου και Θεού και την αμαρτία (παράβαση νόμου – τιμωρία – δικαίωση), δικαιολόγησε αυτές τις φρικαλεότητες, ήτοι: τα φρικτά βασανιστήρια και ο μαρτυρικός θάνατος δια της πυράς, «εξιλεώνουν» τον αιρετικό από την «ενοχή» του και ταυτόχρονα «εξαγιάζεται» και η απάνθρωπη και βδελυρή αυτή πρακτική, η οποία αποτελεί μια από τις πλέον αποκρουστικές και εφιαλτικές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας! «Η Ιερά Εξέταση έμεινε στην ιστορία σαν το πιο απεχθές συλλογικό όργανο ψυχικής και σωματικής εξουθένωσης του ανθρώπου. Εξευτέλισε, βασάνισε και θανάτωσε χιλιάδες ανθρώπους για την υπεράσπιση της Πίστης. Σύνθημά της: Φωτιά στο κορμί για να σωθεί η ψυχή. Από την αποτρόπαια ιστορία των βασανιστηρίων που επινόησαν «οι κρατούντες» άνδρες, η Ιερά Εξέταση υπήρξε το πιο μισητό δείγμα»!

Να προσθέσουμε ακόμη και τα ανείπωτα εγκλήματα και τις γενοκτονίες εκατομμυρίων θυμάτων των «σταυροφοριών», των αποικιοκρατών «ιεραποστόλων», των ουνιτών στην Ανατολική Ευρώπη και αλλαχού, την φοβερή γενοκτονία 880.000 – 1.000.000 Ορθοδόξων Σέρβων, κατά διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι, κλπ. Το «έγκλημά» τους ήταν ότι ήθελαν να παραμείνουν ορθόδοξοι, όμως «αιρετικοί» για τους δυτικούς και αρνήθηκαν να σπασθούν τις κακοδοξίες τους!

Η ίδια φρίκη υπάρχει και σε άλλες αιρέσεις και θρησκείες. Είναι γνωστό για το πως αντιμετωπίζονται άνθρωποι που εγκαταλείπουν αιρετικές ομάδες. Είναι επίσης πασίγνωστες οι συνέπειες αποχώρησης από συγκεκριμένες θρησκείες, όπου η αποστασία τιμωρείται ακόμα και με το θάνατο!

Η μοναδική μία και αδιαίρετη και αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ουδέποτε μίσησε άνθρωπο, αμαρτωλό ή αιρετικό. Ουδέποτε εξουθένωσε οιονδήποτε, πολλώ δε μάλλον θανάτωσε για τα πιστεύω του. Όσο και αν ερευνήσει κάποιος την ιστορία, δεν θα βρει ουδεμία περίπτωση βασανισμού ή θανάτωσης αιρετικού. Συμπεριφέρεται πάντα με αίσθημα αγάπης, θεωρώντας τον πνευματικά

ασθενή. Ακόμα και όταν αναγκάζεται να τον αποβάλλει από το εκκλησιαστικό σώμα, το κάνει από αγάπη, τόσο προς τον ίδιο να συναισθανθεί το λάθος τους και να μετανοήσει, όσο και για τους άλλους πιστούς, να μην «μολυνθούν» από το πνευματικό απόστημα του αμετανόητου αιρετικού.

Στις δύστηνες ημέρες μας, όπου κυριαρχεί η πνευματική σύγχυση, και ο περιρρέον συγκρητισμός τείνει να εξαφανίσει την αλήθεια, βυθίζοντάς την στον δαιμονικό κυκεώνα των παντοειδών πλανών, κινδυνεύουμε οι πιστοί να χάσουμε την θεραπευτική αξία και δύναμη της μόνης σώζουσας αποκεκαλυμμένης αλήθειας. Είναι άκρως ανησυχητικό να λέγεται από επίσημα εκκλησιαστικά χείλη ότι υπάρχει αλήθεια, θεραπεία, σωτηρία, λύτρωση και εκτός της Εκκλησίας, με το απίστευτο και αμάρτυρο στην πατερική μας παράδοση αιτιολογικό, ότι «τα χαρισματικά όρια της Εκκλησίας δεν ταυτίζονται με τα κανονικά της»! Ότι «υπάρχουν και άλλοι δρόμοι (εκτός της Εκκλησίας) που οδηγούν στο ίδιο Θεό»! Και το πλέον τραγελαφικό και αντιφατικό: «Η Εκκλησία ούσα αδιαίρετη ως προς την ουσία της, διεσπάσθη εν χρόνω», και άλλα πολλά!

Κατόπιν αυτών, κατά την περίλαμπρη ημέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας, ας συνειδητοποιήσουμε οι συνειδητοί πιστοί ότι έχουμε την ύψιστη ευλογία να είμαστε μέλη της μοναδικής και αληθινής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης, της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, η οποία ούτε σφάλει, ούτε, διαιρείται, ούτε διασπάται και προσφέρει, μόνον αυτή, σωτηρία και λύτρωση. Ακόμη ας συνειδητοποιήσουμε ότι κατέχουμε,  αποκλειστικά μόνον εμείς οι ορθόδοξοι, την «ἅπαξ παραδοθείσα τοῖς ἁγίοις πίστη» (Ιουδ.4), ακέραιη, ανόθευτη, απαραχάρακτη, γνήσια και σώζουσα. Ότι, αυτή δεν είναι κάποιο σύνολο θεωρημάτων, θρησκευτικών αρχών και ιδεολογημάτων, αλλά βίωμα, τρόπος ζωής, υπαρξιακή ανάγκη, μέθεξη με την ένσαρκη Αλήθεια (Ιωάν.14,6), τον Λυτρωτή μας Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος με την ρομφαία του σωστικού Του λόγου «νενίκηκε τον κόσμον» (Ιωάν.16,33), το διάβολο, την αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο. Αυτή η μοναδική πίστη είναι «ἡ νικήσασα τὸν κόσμον» (Α΄Ἰω.5,4). Αυτή την αληθινή και σώζουσα πίστη οφείλουμε να τηρήσουμε και εμείς απαραχάρακτη και να την παραδώσουμε ανόθευτη στις επόμενες γενιές, για να έχει εσαεί την θεραπευτική και απολυτρωτική της δύναμη!

 

 

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Α΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας μας. Σύμπασα η Εκκλησία εορτάζει με κάθε λαμπρότητα, με κύριο  χαρακτηριστικό του εορτασμού την περιφορά των ιερών εικόνων και την ανάγνωση του Συνοδικού της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου σε όλους τους ναούς.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να εορτάζεται η ημέρα αυτή σε ανάμνηση της παύσης της εικονομαχίας και της οριστικής αναστήλωσης των ιερών εικόνων από την  ευσεβή βασίλισσα  του Βυζαντίου Θεοδώρα (μετέπειτα αγία της Εκκλησίας μας) στις 4-3-843. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε μείζονος σημασίας διότι με τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), ολοκληρώθηκε η διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας (τριαδολογικό και χριστολογικό δόγμα). Η εικονομαχική έριδα (726-843) υπήρξε άλλωστε ένας θλιβερός σταθμός της εκκλησιαστικής ιστορίας, η οποία προξένησε αφάνταστη φθορά στο σώμα της Εκκλησίας. Μέσα όμως από αυτή τη λαίλαπα βγήκε και κάτι θετικό, η διατύπωση της θεολογίας των ιερών εικόνων, η οποία κατ ουσίαν, όπως θα δούμε, είναι επέκταση και ανάπτυξη του χριστολογικού δόγματος.

Όπως είναι γνωστό το πρόβλημα της εικονομαχίας το προκάλεσαν παράγοντες έξω από την Ελληνορθοδοξία. Ο Ιουδαϊσμός και ο Ισλαμισμός θεωρούν τον εικονισμό ως ειδωλολατρία. Γενικά η λαοί της Μέσης Ανατολής απεχθάνονται την εικονική τέχνη, γι’ αυτό και πέρασε αυτή η νοοτροπία στις θρησκείες τους. Αντίθετα ο Ελληνισμός, η πιο ευγενική έκφραση του παγκοσμίου πολιτισμού, όχι μόνο δέχεται τον εικονισμό, αλλά και τον προήγαγε σε ύψιστη τέχνη.

Ο Χριστιανισμός στην ορθόδοξη μορφή του, όπως είναι γνωστό, απόρριψε  τις προλήψεις του  παρελθόντος και υιοθέτησε κάθε άξία που προάγει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο Ελληνισμός  έδωσε άπειρα στοιχεία χρήσιμα στη νέα πίστη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ελληνισμός στην γνήσια μορφή του μεταστοιχειώθηκε ως Χριστιανισμός και συγκεκριμένα σε Ελληνορθοδοξία!

Η απαράμιλλη εικονική  ελληνική τέχνη παραλήφθηκε από την Εκκλησία και χρησιμοποιήθηκε για την ποιμαντική Της διακονία. Η εικόνα από την εποχή των κατακομβών μέχρι σήμερα λειτουργεί ως το βιβλίο των αγραμμάτων στους ναούς. Για να είναι αυτό σύμφωνο με την θεολογία της Εκκλησίας μας, οι Πατέρες διατύπωσαν  προσεκτική διδασκαλία σύμφωνη με τις βιβλικές επιταγές.

Βεβαίως η Παλαιά Διαθήκη απαγορεύει ρητά την προσκύνηση ομοιωμάτων -ειδώλων του Θεού (Έξοδ.20,4), αλλά μέχρι τότε ο Θεός ήταν άγνωστος στους ανθρώπους,  και γι’ αυτό είχαν αντικαταστήσει τη λατρεία του Θεού με ξόανα και άλλα ομοιώματα. Αυτή τη λατρεία απαγορεύει η Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή Διαθήκη, την εποχή της χάρητος, ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, «ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού» (Ιωάν.1,14). Τον είδαμε, τον ακούσαμε «και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» Αυτόν (Α΄Ιωάν.1,1), «Ημείς δε ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμεθα» (Ι.Δαμασκ. P.G.94,1328). Η πραγματική ενανθρώπησή Του μας υποχρεώνει να Τον θεωρούμε τέλειο άνθρωπο, όπως και τέλειο Θεό. Κατά συνέπεια ως πραγματικός άνθρωπος μπορεί ακόμα και να εικονισθεί, διαφορετικά η μη παραδοχή του εικονισμού Του σημαίνει μη παραδοχή της πραγματικής ενανθρώπησής Του.

Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα

από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, αλλά η τιμή απευθύνεται προς το εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P.G. 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P.G.94 1356). Η  ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.

Η εικόνα έχει επίσης τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με  γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείο.

Οι εικονοκλαστικές αρχές της εικονομαχικής περιόδου δυστυχώς υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από διάφορες αιρετικές ομάδες και διασώζονται ως τις μέρες μας. Οι διάφορες προτεσταντικές ομάδες έχουν ως κύρια αρχή τους τον ανεικονισμό και πολεμούν με λύσσα την Ορθοδοξία μας, η οποία δέχεται την τιμητική προσκύνηση των ιερών προσώπων της πίστεώς μας μέσω των ιερών εικόνων.

Απαντάμε στους σύγχρονους εικονοκλάστες ότι η Αγία μας Καθολική Εκκλησία καθόρισε επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης. Μια προσεκτική ανάγνωση του «Συνοδικού» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που διαβάζεται στους ναούς την Κυριακή της Ορθοδοξίας, περιχαρακώνει την βιβλική αλήθεια και δίνει πειστική απάντηση στους επικριτές της Εκκλησίας μας. Η εικονομαχία είναι αποστροφή προς την ύλη, απόρροια των αιρετικών μανιχαϊστικών δοξασιών, οι οποίες δυστυχώς πέρασαν μέσα στις διδασκαλίες πολλών αιρετικών ομάδων, όπως και των συγχρόνων μας αιρετικών προτεσταντών.

Αλλά δεν έχει μόνο σημασία για την Εκκλησία η αναστήλωση των Ιερών Εικόνων, αλλά και για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο μονολιθικός θρησκευτικός ανεικονισμός είχε αναμφίβολα αρνητικές συνέπειες για την προαγωγή της εικονικής ωραιότητας. Η εικόνα και μάλιστα η θρησκευτική απεικόνιση, αποτελεί βασικό στοιχείο του παγκόσμιου πολιτισμού. Η παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά έχει να επιδείξει ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής αξίας έργα θρησκευτικής ζωγραφικής. Τα σπουδαιότερα μνημεία – ναοί του κόσμου είναι καταστόλιστοι από εικονογραφίες άφθαστης τεχνοτροπίας. Το ίδιο και τα μεγάλα μουσεία επιδεικνύουν με καμάρι εικόνες θρησκευτικής τέχνης. Είναι γνωστό σε όλους το παγκόσμιο ενδιαφέρον για την ορθόδοξη εικονογραφία και γι’ αυτό οργανώνονται εκθέσεις με τεράστια επιτυχία.  Μπορούμε να σκεφτούμε ποια θα ήταν τα αποτελέσματα, αν επικρατούσαν οι εικονομάχοι στο Βυζάντιο. Δε θα είχαμε τη δυνατότητα να θαυμάζουμε αυτούς τους θησαυρούς, οι οποίοι είναι για μας τους ορθοδόξους το ξεχείλισμα της πίστεως των διαχρονικών ιερών εικονογράφων. Άλλωστε η εικονογραφία για την Ορθοδοξία μας δεν ήταν μια μονοσήμαντη καλλιτεχνική έκφραση, αλλά βαθειά μυστική λειτουργία του εικονογράφου, ο οποίος ζωγράφιζε νηστεύοντας και προσευχόμενος!

Μελετώντας επίσης με προσοχή το «Συνοδικό», που διαβάζεται αυτή τη μεγάλη ημέρα στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να αποκαθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, ώστε να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς. Βεβαίως το θέμα αυτό είναι μεγάλο δεν εξαντλείται σε μια παράγραφο του παρόντος άρθρου. Κάποιοι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο ελληνισμός! Δεν κάνουν τον κόπο όμως να μελετήσουν την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο αυτών των απόψεων, τις οποίες αν και κάποιες από αυτές τις διατύπωσαν διακεκριμένοι σοφοί και συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδος, όπως είναι οι πλατωνικές ιδέες για την προΰπαρξη των ψυχών, τις οποίες πρώτοι (η πλειοψηφία) των άλλων αρχαίων σοφών τις απέρριπτε (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ)! Ή έστω την άποψη κάποιων άλλων σοφών, οι οποίοι δίδασκαν την αιωνιότητα του υλικού κόσμου, την οποία και αυτή είχαν απορρίψει πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με το «Ένα», την πρωταρχική αρχή του κόσμου! Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτόμενες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, για την Οποία αυτές ήταν αντίθετες  με τη διδασκαλία Της; Ας αποκαλέσουν πρώτα υβριστές της Ελλάδος τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Επίσης ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες και τον υλικό κόσμο μη πραγματικό, «φάσμα των ιδεών» και μετά την Αγία μας Εκκλησία και τους θεοφόρους Πατέρες μας! Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τον άλλον, έστω και αν διαφωνούσε μαζί τους! Θα τρίζουν από αγανάκτηση, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς έχρισαν τους εαυτούς τους σε όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα! Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, τη σκέψη και τη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφράστηκαν σύμφωνα με τα πιστεύω τους, ελεύθερα και απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες οι μεταγενέστεροι. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι σοφιστές ή ηδονιστές, κατά των ιδεοκρατών ή ό, τι έπραττε ο μέγας Σωκράτης κατά των σοφιστών, οι οποίοι υπεράσπιζαν τις αρχές τους, απορρίπτοντας ό, τι δε συμφωνούσε με αυτές. Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θωλοκουλτουριάρηδες, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι πια κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και πιο πολύ σε μας τους απογόνους τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό. Εν προκειμένω, πραγματικοί και μάλιστα άθλιοι υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή ψυχοπαθολογική υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ίσως γνησιότερα από εκείνους!

Σε αντίθεση με όλους τους λογίς εικονοκλάστες, εμείς, ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ’ αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε  έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζονται οι άλλοι να μας ακολουθούν…

 

ΟΙ ΔΗΘΕΝ ΥΒΡΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Αγία μας Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία καθόρισε, ως όφειλε, επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης, διότι πιστεύει ότι η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία. Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων περιχαρακώνουν την βιβλική αλήθεια και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας, ώστε να αποτελούν την αλάνθαστη πυξίδα πλεύσης του νοητού σκάφους της ως τα έσχατα της ιστορίας.

Μελετώντας με προσοχή το «Συνοδικό» Της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, το οποίο διαβάζεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων να καθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, με στόχο να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς.

Κάποιοι, όμως περίεργοι τύποι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο Ελληνισμός, επειδή απορρίπτονται από αυτή ορισμένες δοξασίες των αρχαίων προγόνων μας ως αντίθετες με τη χριστιανική διδασκαλία! Δεν κάνουν όμως τον κόπο να μελετήσουν, τι είδους δοξασίες είναι αυτές και την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο τους, ακόμη και στην αρχαία Ελλάδα.

Αναφέρουμε ως παραδείγματα τις δοξασίες της προΰπαρξης των ψυχών και της αϊδιότητας του κόσμου, τις οποίες η πλειοψηφία των αρχαίων σοφών (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ) τις απέρριπτε, αν και είχαν διατυπωθεί από μεγάλους σοφούς (π.χ. Πλάτων). Την ύπαρξη και κατά συνέπεια την προΰπαρξη της ψυχής την είχαν απορρίψει οι περισσότεροι των αρχαίων φιλοσόφων. Η δοξασία περί της αιωνιότητας του υλικού κόσμου, αν και είχε διατυπωθεί από ορισμένους φιλοσόφους (υλοζωιστές), εν τούτοις την απέρριψαν πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι ερχόταν σε κραυγαλέα αντίθεση με την πίστη τους στο «Ένα», την πρωταρχική, κατ’ αυτούς, «άυλη» αρχή του κόσμου! Έστω επίσης οι  αρχαιοελληνικές πίστεις στην ειμαρμένη καθώς και η πίστη στη «θεότητα» των άστρων των στωικών, όχι μόνο απορρίφτηκαν από την πλειοψηφία των αρχαίων σοφών, αλλά πολεμήθηκαν με σφοδρότητα από τους ατομικούς φιλοσόφους, τον Αναξαγόρα, τον Καρνεάδη, τον  Ίππαρχο, κ.α.

Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτέες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, αφού οι δοξασίες αυτές ήταν αντίθετες  με τη διδασκαλία Της; Ας μην ξεχνάμε επίσης πως υπάρχουν διδάγματα, δοξασίες και θεσμοί των αρχαίων προγόνων μας απόλυτα απαράδεκτες, όπως λ.χ. ο θεσμός της δουλείας, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η κοινοκτημοσύνη των γυναικών (Πλάτων), η «ιερή πορνεία», οι φρικτές ανθρωποθυσίες καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και ως τον 4ο μ. Χ. αιώνα, κ.α. τα οποία κρινόμενα με το πνεύμα του Χριστιανισμού και με τη σημερινή πραγματικότητα, είναι σαφώς αποβλητέα. Υπήρχε περίπτωση να υιοθετήσει κάτι τέτοια η Εκκλησία, για να μη θεωρηθεί «υβρίστρια» των Ελλήνων; Και για ποιο λόγο άλλωστε να το κάνει, αφού ήλθε να απελευθερώσει καθολικά τον άνθρωπο από τη δεισιδαιμονία και την κακοδαιμονία του προχριστιανικού κόσμου και όχι να τον διαιωνίσει!

Αλλά αν θέλουν να αποκαλέσουν κάποιους υβριστές των Ελλήνων, ας αρχίσουν από τους αρχαίους Έλληνες σοφούς, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είχαν απορρίψει

ό, τι θεωρούν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» ως «ελληνικό». Ας αρχίσουν από τους ίδιους τους σοφούς, οι οποίοι απέρριπταν τις απόψεις άλλων σοφών. Ας αποκαλέσουν

πρώτα υβριστές των Ελλήνων τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα (427-347 π. Χ.) υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες, τον δε υλικό κόσμο δήθεν αιώνιο των υλοζωιστών ως μη πραγματικό, ως αντικατοπτρισμό του ιδεατού κόσμου, ως «φάσμα των ιδεών»!

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τους σοφούς και επιστήμονες (σχεδόν στο σύνολό τους), οι οποίοι δεν συμφωνούσαν με τα σκοταδιστικά διδάγματα της αρχαίας θρησκείας και τις δεισιδαιμονίες των ιερέων και καταδιώχτηκαν άγρια από αυτούς. Είναι άλλωστε γνωστό, πως περισσότεροι από πεντακόσιοι γνωστοί σοφοί και επιστήμονες βρήκαν τραγικό θάνατο κατά τις εκκαθαρίσεις, που έκανε το ιερατείο, μέσω της πολιτικής εξουσίας, μόνο στην Αθήνα, με τις φρικτές «δίκες περί αθεΐας»!

Ας αποκαλέσουν το Σωκράτη (469-399 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, επειδή δίδασκε «καινά δαιμόνια», δηλαδή αλλότρια θρησκευτική πίστη από την κρατούσα, τη δήθεν ελληνική, και γ’ αυτό τον σκότωσαν. Ας αποκαλέσουν τον Αριστοτέλη (384-322 π. Χ.) υβριστή των Ελλήνων, ο οποίος θέλοντας να στηλιτεύσει τις δεισιδαίμονες πρακτικές του ιερατείου, και να αναιρέσει την πίστη στους ανύπαρκτους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, αναγκάστηκε να φύγει από την Αθήνα και να καταφύγει στην Χαλκίδα, προκειμένου να γλυτώσει τη ζωή του. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον μεγάλο Αίσωπο (6ος π. Χ. αιών), ο οποίος κατάγγειλε την απάτη της αρχαίας θρησκείας και την πρακτική των απατεώνων ιερέων του δελφικού «ιερού», και οι οποίοι τον δολοφόνησαν στον ανίερο εκείνο τόπο. Ας αποκαλέσουν υβριστές της Ελλήνων τον ελευθερόφρονα Αλκιβιάδη, τους ρήτορες Λεωγόρα και Ανδοκίδη και τον μεγάλο κυνικό φιλόσοφο Διογένη, (5ος π. Χ. αιών), οι οποίοι διακωμώδησαν τα γελοία πνευματιστικά ελευσίνια μυστήρια.

Ας αποκαλέσουν υβριστές των Ελλήνων τον Πυθαγόρα (580-490 π. Χ.) και τους μαθητές του, οι οποίοι εξαιτίας του φόβου τους από τους ιερείς και των οργάνων τους, δημιούργησαν μυστική σχολή, όπου δίδασκαν δόγματα αντίθετα με τα κρατούντα και τους οποίους οι ιερείς έκαψαν ζωντανούς στον Κρότωνα το 430 π. Χ.!

Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων το σοφιστή Πρωταγόρα ( 480-411 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι το πραγματικό θείον είναι άγνωστο στους ανθρώπους και πως οι «θεοί» της αρχαίας θρησκείας ήταν ανύπαρκτοι, και γι’ αυτό τον καταδίωξαν άγρια οι ιερείς και έκαψαν τα «αιρετικά» βιβλία του στην αγορά της Αθήνας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Αναξαγόρα (490-427 π. Χ.), ο οποίος δίδασκε ότι ο υλικός κόσμος δεν είναι αιώνιος, αλλά ποίημα του Νου, και τα άστρα δεν είναι θεοί, αλλά διάπυρες μάζες, και ο οποίος παραλίγο να χάσει τη ζωή του από το αθηναϊκό ιερατείο και το δεισιδαίμονα όχλο. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ξενοφάνη (570-480 π. Χ.), ο οποίος μίλησε για τον ένα Θεό και αρνήθηκε, την χονδροειδή ειδωλολατρία, τον ανόητο πολυθεϊσμό και το γελοίο ανθρωπομορφισμό της αρχαίας θρησκείας. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Επίκουρο (341-270 π. Χ.), ο οποίος αρνήθηκε την ύπαρξη των «θεών» της αρχαίας θρησκείας και του όχλου και τη μεταθανάτια ζωή, το βασίλειο του Πλούτωνα στον Άδη, Νήσους Μακάρων κλπ. Ας αποκαλέσουν υβριστή των Ελλήνων τον Ευήμερο (2ος αιών π. Χ.), ο οποίος χαρακτήρισε τους «θεούς» της αρχαίας θρησκείας, ως κάποιους επιφανείς ανθρώπους της παλιάς εποχής, τους οποίους θεοποίησαν οι απατεώνες ιερείς και επέβαλαν τη λατρεία τους στους αμαθείς όχλους για να τους εκμεταλλεύονται.

Ας αποκαλέσουν, τέλος, υβριστή των Ελλήνων το ίνδαλμά τους, τον παρανοϊκό Ιουλιανό (361-363 μ. Χ.), ο οποίος απαγόρευε τη διδασκαλία στα σχολεία των έργων

αρχαίων φιλοσόφων και ποιητών, όσων είχαν γράψει εναντίον της αρχαίας θρησκείας, καίγοντας με μανία τα έργα τους! Δείτε άλλωστε τι είχε γράψει σε επιστολή του ο άθλιος εκείνος «εστεμμένος φιλόσοφος»: «ας μη φτάνει στην ακοή επικούρειος ή πυρρώνειος λόγος. Τώρα αλήθεια, οι θεοί (σ.σ. μέσω αυτού) καλά έκαναν και κατέστρεψαν τα έργα τους, ευτυχώς που τα βιβλία τους χάθηκαν» (Ιουλ.Επιστ.89β, Προς αρχιερέα Θεόδωρο, 301c)!

Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, από την ακατανόητη «υπεράσπισή» τους από τους σύγχρονους «αρχαιολάτρες», οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τους άλλους, έστω και αν διαφωνούσαν μαζί τους, ξέχωρα από τους σκοταδιστές ιερείς, τα παράσιτα της θρησκείας και τον δεισιδαίμονα και αμαθή όχλο! Θα τρίζουν τα κόκαλά τους από αγανάκτηση διότι τους ταυτίζουν οι σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» με τους σκοτεινούς παράγοντες της αρχαίας θρησκείας και με τον χυδαίο και θρησκομανή όχλο, ο οποίος ποτέ δε μπόρεσε να δημιουργήσει πολιτισμό και καταδίωκε την αντίθετη γνώμη!  Θα τρίζουν από αγανάκτηση τα κόκαλά τους, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς σύγχρονοι «αρχαιολάτρες» έχρισαν τους εαυτούς τους όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα!

Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφραζόμενοι σύμφωνα με τα πιστεύω τους ελεύθερα, απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες στη διαχρονική μορφή του Ελληνισμού. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί, οι οποίοι απέρριπταν ό, τι δε συμφωνούσε με τις δικές τους απόψεις. Τι το πιο φυσικό για πολιτισμένους, ορθά και ελεύθερα σκεπτόμενους ανθρώπους;

Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θιασώτες της θολής κουλτούρας, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και περισσότερο ημών των απογόνων τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό, όσοι αρνούνται την ιστορική ενότητά του και τον περιορίζουν χρονικά κατά τη δική τους υποκειμενική εκτίμηση. Εν προκειμένω, πραγματικοί και μάλιστα άθλιοι υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους, βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ασύγκριτα γνησιότερα από εκείνους με την ορθόδοξη πίστη τους.

Σε αντίθεση με όλους τους σύγχρονους εικονοκλάστες του πραγματικού και διαχρονικού Ελληνισμού, μηδέ των «αρχαιολατρών» εξαιρουμένων, εμείς ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ’ αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε μονολιθικό δόγμα. Για τούτο έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζουμε τους άλλους να μας ακολουθούν! Ο εκλεκτισμός μας είναι το μεγάλο μας μυστικό για το ότι η Εκκλησία μας θριαμβεύει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια και

μαζί Της θριαμβεύει και το γνήσιο ελληνικό πνεύμα, το οποίο χωρίς Αυτή θα ήταν χαμένο, ίσως χωρίς ανάμνηση, κάπου στα έσχατα της αρχαιότητας, όταν ο

Χριστιανισμός βρήκε να ψυχορραγεί τον Ελληνισμό και τον ανάστησε από το βέβαιο θάνατό του!

Κατά συνέπεια θα συνεχίσουμε, ως Χριστιανοί και ως Έλληνες, την αδιαίρετη διαχρονική μας παράδοση, να είμαστε εκλεκτικοί, εφαρμόζοντας το λόγο του Μ. Βασίλειου: «Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ’ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας» (Μ. Βασιλείου: Προς τους Νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων»! Αυτός ο εκλεκτισμός μας είναι, και θα είναι, η ειδοποιός διαφορά μας με τους μονιστές και μονολιθικούς υβριστές μας, ως δήθεν υβριστές των Ελλήνων. Έχουμε ευτυχώς την ικανότητα να παίρνουμε ό, τι εκλεκτό και ωφέλιμο από το ανθρώπινο πνεύμα και να απορρίπτουμε ό, τι σαθρό και βλαβερό για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό, αδιαφορώντας για τους κακόηχους γρυλλισμούς των επικριτών μας!

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *