Συνέχεια…Βίοι Αγίων 10-13.5.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΣΙΜΩΝ Ο ΚΑΝΑΝΙΤΗΣ Ή ΖΗΛΩΤΗΣ

ΛΑΜΠΡΟΣ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΣ Θεολόγος – Καθηγητής

Οι Άγιοι Απόστολοι τυγχάνουν ιδιαίτερης τιμής από την Εκκλησία μας, διότι είχαν την υπέρτατη ευλογία από το Θεό να επιλεγούν και να γίνουν μαθητές του Χριστού. Να δουν και να ζήσουν τα θαύματά Του και να ακούσουν το κήρυγμα της σωτηρίας του κόσμου. Κι ακόμα διότι υπήρξαν οι πρώτοι συνεχιστές του έργου Του. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος απόστολος Σίμων, ο επονομαζόμενος Καναναίος, ή Κανανίτης, ή Ζηλωτής.

Το όνομά του αναφέρεται στα λεγόμενα συνοπτικά Ευαγγέλια, ήτοι: του Ματθαίου, του Μάρκου και του Λουκά και στις Πράξεις των Αποστόλων.  Στους καταλόγους του Ματθαίου και του Μάρκου κατατάσσεται ενδέκατος στη σειρά, και στον κατάλογο του Λουκά ένατος και τέλος στις Πράξεις ενδέκατος.  Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι ο Ναθαναήλ, ο οποίος αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου και κάποιοι άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι ο Βαρθολομαίος. Αυτό το συμπεραίνουν από την προσωνυμία του Ζηλωτής, στον οποίο ταιριάζουν τα λόγια του Κυρίου: «Ίδε αληθώς Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ εστί» (Ιωάν.1,48). Όπως είναι γνωστό ο Ναθαναήλ ομολόγησε ευθαρσώς στο Χριστό: «ραββί, συ ει ο υιός του Θεού, συ ει ο βασιλεὺς του Ισραήλ» (Ιωάν.1,50). Αυτά αν πρόκειται για τον Σίμωνα.

Καταγόταν πιθανότατα από την Χαναάν ή οποία είναι γνωστή ως Κανά της Γαλιλαίας, όπου ο Χριστός, παραβρέθηκε σε γάμο και έκαμε και το πρώτο Του θαύμα, μεταβάλλοντας το νερό σε κρασί (Ιωάν.2,1-11). Κάποιοι μάλιστα ισχυρίζονται πως ο γαμπρός του γάμου αυτού ήταν ο Σίμων. Βέβαια αυτό είναι αυθαίρετη εικασία και δεν έχει κανένα ιστορικό έρεισμα. Η προσωνυμία του ως Κανανίτης είναι ίσως δηλωτικό της καταγωγής του από την Χαναάν ή την Κανά της Γαλιλαίας. Αλλά η λέξη «Καναναίος» είναι Χαλδαϊκή και σημαίνει «Ζηλωτής». Πράγματι ο Λουκάς τον προσονομάζει ως «Ζηλωτή» (Λουκ.6,15. Πράξ.1,13). Η προσωνυμία αυτή ήταν τιμητική για την εποχή αυτή και δήλωνε τον ανδρείο, τον αγωνιστή, τον τολμηρό, τον πατριώτη.

Οι ζηλωτές αποτελούσαν μια ξεχωριστή κοινωνική τάξη στην ιουδαϊκή κοινωνία στα χρόνια του Χριστού. Αποτελούνταν από λαϊκούς αγωνιστές, οι οποίοι μάχονταν εναντίον των Ρωμαίων κατακτητών, συνεχίζοντας την παράδοση των Μακκαβαίων επαναστατών. Όμως συχνά, πολλοί από αυτούς, εκμεταλλεύονταν τον απελευθερωτικό αγώνα και καταντούσαν τύραννοι του ιδίου του λαού τους. Προέβαιναν σε παράνομες πράξεις βίας και ληστειών για ίδιο όφελος και γι’ αυτό τον 1ο μ. Χ. αιώνα είχε αναπτυχθεί λαϊκή δυσαρέσκεια κατά του κινήματος των ζηλωτών. Οι συσταυρούμενοι με τον Κύριο ληστές ήταν ζηλωτές.

Δε γνωρίζουμε αν ο Σίμων ανήκε στην μερίδα των ζηλωτών ή προέρχονταν από αυτό. Το πιο πιθανό είναι να προέρχονταν από τους ζηλωτές. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανήκε ταυτόχρονα και στους ζηλωτές, διότι το ζηλωτικό κίνημα ήταν αντίθετο με την διδασκαλία του Χριστού. Τα περί αγάπης των εχθρών και ανοχής κηρύγματά Του τους έβρισκε αντιθέτους, όπως και οι εγκληματικές πράξεις τους ήταν καταδικασμένες από τον Κύριο.

Υπάρχει και μια άλλη υπόθεση για τον Σίμωνα. Είναι πιθανό να μην είχε καμιά σχέση με τους ζηλωτές και το προσωνύμιο «Ζηλωτής» να σήμαινε τον ένθερμο μαθητή του Χριστού.

Μέσα από τα ευαγγελικά κείμενα ο Σίμων φέρεται ως ένας άδολος, αθώος και άγιος άνθρωπος. Ο Χριστός εκδήλωνε συχνά την εκτίμησή Του γι’ αυτόν, τον οποίο κατέτασσε στους πλέον αφοσιωμένους μαθητές Του. Τον διακατείχε φόβος Θεού και βαθειά ευσέβεια. Δεν αναφέρεται καμιά περίπτωση δυστροπίας του, όπως εκδήλωναν

συχνά κάποιοι από τους αποστόλους. Σέβονταν τις θρησκευτικές εβραϊκές παραδόσεις και είχε μεγάλη προσμονή για τον ερχομό του Μεσσία. Έζησε με δέος τα θαύματα του Κυρίου και γοητεύτηκε από την διδασκαλία Του.

Είδε, μαζί με τους υπολοίπους δέκα μαθητές τον Κύριο αναστάντα και τα θαυμαστά γεγονότα, που επακολούθησαν. Έγινε μάρτυρας της ανάληψης του Κυρίου και αποδέκτης της αποστολής του για τον ευαγγελισμό του κόσμου (Ματθ.28,20), «έως εσχάτου της γης» (Παρξ.1,8).

Την αγία ημέρα της Πεντηκοστής βρέθηκε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, όπου, μαζί τους δέκα μαθητές και τη Θεοτόκο, έλαβε το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος (Πραξ.2,1-12) και έλαβε μέρος στην εκλογή του Ματθία, ο οποίος πήρε τη θέση του προδότη Ιούδα (Πραξ.1,23-26).

Ακολούθως εστάλη στην ιεραποστολική του περιοδεία. Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για το ιεραποστολικό του έργο. Αρχαία παράδοση αναφέρει ότι μετέβη στην Αίγυπτο και στην Αφρική, φτάνοντας μέχρι την Μαυριτανία, κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο του Χριστού και ιδρύοντας Εκκλησίες. Κατόπιν επέστρεψε στην Ιερουσαλήμ, όπου αναχώρησε, μαζί με τον απόστολο Ιούδα του Ιακώβου ή του Θαδδαίου στη Μεσοποταμία και την Περσία, όπου κήρυξε και εκεί με θέρμη το Ευαγγέλιο και βρήκε μαρτυρικό θάνατο.

Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Μαΐου.

 

 

 

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ: ΟΙ ΦΩΤΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ο εκχριστιανισμός των Σλαβικών λαών είναι ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα, τόσο για την Εκκλησία, όσο και για την πολιτική ιστορία. Η μεγάλη ομοεθνία των Σλάβων άφησαν πίσω τους το βάρβαρο και ειδωλολατρικό παρελθόν και εντάχτηκαν στον πολιτισμένο κόσμο και το σπουδαιότερο: γνώρισαν τη σώζουσα αλήθεια του Ευαγγελίου, χάρις στους δύο μεγάλους άνδρες, τους αγίους θεσσαλονικείς αδελφούς Κύριλλο και Μεθόδιο.

Έζησαν τον 9ου αιώνα. Ήταν δύο από τα επτά παιδιά ονομαστής οικογένειας της Θεσσαλονίκης. Ο πατέρας τους Λέων ο δρουγγάριος, ευσεβής άνθρωπος, κατείχε υψηλή στρατιωτική θέση. Φρόντισε να δώσει σπουδαία μόρφωση στα παιδιά του και να τα τοποθετήσει σε ανώτερες κρατικές θέσεις.

Ο Κύριλλος (Κωνσταντίνος ήταν το κοσμικό του όνομα), γεννήθηκε το 827. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, χειροτονήθηκε ιερέας και έφτασε στο βαθμό του επισκόπου. Παράλληλα δίδαξε στα εκεί ονομαστά πανεπιστήμια Φιλολογία, Φιλοσοφία και Θεολογία. Γνώριζε τη σλαβική, την εβραϊκή, τη συριακή και την αραβική γλώσσα, τις οποίες χρησιμοποίησε στο κατοπινό ιεραποστολικό του έργο.

Ο Μεθόδιος (Μιχαήλ ήταν το κοσμικό του όνομα), γεννήθηκε το 815. Έκαμε και αυτός λαμπρές σπουδές και ξεκίνησε την καριέρα του ως ανώτατος στρατιωτικός διοικητής της Θεσσαλίας. Αλλά αργότερα παραιτήθηκε από το αξίωμά του, αποσύρθηκε σε μοναστήρι στον Όλυμπο, όπου εκάρη μοναχός.

Βρισκόμαστε με μια εποχή που το Βυζάντιο βρίσκεται στο απόγειο της δυνάμεώς του. Η βυζαντινή δόξα είχε φτάσει ως τους βαρβάρους, οι οποίοι θαύμαζαν τον βυζαντινό πολιτισμό. Το 863 ο Σλάβος ηγεμόνας της Μοραβίας Ρατισλάβος ζήτησε από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ και τον Πατριάρχη Φώτιο να στείλουν ιεραποστόλους για να εκχριστιανίσουν το λαό του και να υιοθετήσουν τον πολιτισμό των βυζαντινών. Τόσο ο αυτοκράτορας Μιχαήλ, όσο και ο άγιος Φώτιος επέλεξαν τους δύο αδελφούς να αναλάβουν το δύσκολο αυτό έργο. Εκείνοι δέχτηκαν με χαρά και προθυμία, διότι θεώρησαν την αποστολή τους ως κλήση του Θεού για τη σωτηρία των Σλάβων, οι οποίοι βρισκόταν στο σκοτάδι της πλάνης. Αλλά και να τους καταστήσουν φίλους της αυτοκρατορίας, σταματώντας τις ληστρικές επιδρομές τους στα βόρεια σύνορά της.

Η πρώτη ενέργειά τους ήταν να δημιουργήσουν αλφάβητο, για να προσεγγίσουν ευκολότερα τους αμαθείς αυτούς λαούς. Ο μεγαλοφυής Κύριλλος εφηύρε αλφάβητο, στηριζόμενο στο ελληνικό και αποδίδοντας τους φθόγγους της σλαβικής γλώσσας. Η γραφή του ονομάστηκε Κυριλλική, προς τιμή του Κυρίλλου και αποτέλεσε ως τα σήμερα το αλφάβητο όλων των σλαβικών λαών. Ονομάστηκε Γλαγολιτικό, στο οποίο μετέφρασαν την Αγία Γραφή και πολλά θεολογικά και λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας.

Έχοντας την στήριξη των βυζαντινών και του Ρατισλάβου, εργάστηκαν με πρωτοφανή ζήλο και σε σύντομο χρόνο εκχριστιάνισαν του Μοραβούς και άλλους λαούς της Κεντρικής Ευρώπης. Αλλά αυτό δεν άρεσε στους βάρβαρους Φράγκους, οι οποίοι είχαν ασπασθεί το λατινικό δόγμα, και είχαν υιοθετήσει κακόδοξες πίστεις, όπως την αίρεση του φιλιόκβε, διότι έβλεπαν ως απειλή την επιρροή των βυζαντινών στις κτήσεις τους. Παράλληλα προκάλεσαν την οργή και τη ζήλια των Λατίνων κληρικών, διότι και εκείνοι έβλεπαν να περιορίζεται η εξουσία τους στα μέρη εκείνα. Επιπλέον έβλεπαν με καχυποψία την αλλαγή εθίμων των χριστιανών, οι οποίοι αρέσκονταν να ακολουθούν πλέον τα βυζαντινά. Ας μην ξεχνάμε πως την ίδια εποχή έχουμε το πρώτο, επί ιερού Φωτίου σχίσμα, με την Εκκλησία της Ρώμης, η οποία

άρχισε να δηλητηριάζει τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών. Το αποτέλεσμα ήταν οι εντάσεις και οι διώξεις των δύο ιεραποστόλων από τους ψευδάδελφους χριστιανούς.

Το 868 αναγκάστηκαν να μεταβούν στη Ρώμη για να απολογηθούν στον πάπα Ανδριανό Β΄, κατηγορούμενοι ότι παρέβαιναν το λατινικό δόγμα, επειδή είχαν εισάγει τη σλαβική γλώσσα στη λατρεία, ενώ ήταν υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν μόνο τρεις γλώσσες, η εβραϊκή, η ελληνική και η λατινική. Ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος υποστήριξαν με σθένος πως οι γλώσσες είναι ανθρώπινα κατασκευάσματα και πως όλοι οι λαοί έχουν το δικαίωμα να ακούνε το λόγο του Θεού και να τελείται  η λατρεία τους στη μητρική τους γλώσσα και στην κουλτούρα τους. Ο Πάπας πείστηκε και ευλόγησε τις μεταφράσεις και δικαίωσε τους δύο βυζαντινούς ιεραποστόλους. Μάλιστα τέλεσε ο ίδιος, με συλλειτουργούς του τον Κύριλλο και Μεθόδιο, λειτουργία στη σλαβική γλώσσα, αναγνωρίζοντάς την και επίσης καταδίκασε ως κακόδοξους (τριγλωσσίτες), όσους απέκλειαν και άλλες γλώσσες από τη θεία λατρεία.

Ο Κύριλλος (Κωνσταντίνος) κατά την παραμονή του στη Ρώμη αρρώστησε και κοιμήθηκε το Φεβρουάριο του 869, αφού προηγουμένως έλαβε το μοναχικό σχήμα και το μοναχικό όνομα Κύριλλος. Ετάφη με τιμές στην περίφημη βασιλική του Αγίου Κλήμεντα, όπου σώζεται μέχρι σήμερα το τάφος του. Το έργο του στους Σλάβους το συνέχισε ο Μεθόδιος, εν μέσω αφόρητων διώξεων, φυλακίσεων και ταλαιπωριών από τους Φράγκους και του Λατίνους, παρ’ όλη τη στήριξη που είχε από τον Πάπα. Είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Σιρμίου. Κοιμήθηκε στις 6 Απριλίου του 885. Η μνήμη τους εορτάζεται από κοινού στις 11 Μαΐου.

Οι άγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος, οι φωτιστές των Σλάβων ανήκουν χωρίς αμφιβολία στις κορυφαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας ιστορίας. Φώτισαν, με το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου, τους ευρισκομένους στο στα σκοτάδια της πλάνης λαούς Κεντρικής Ευρώπης και ταυτόχρονα τους εκπολίτισαν, μεταλαμπαδεύοντας σ’ αυτούς τον θαυμαστό βυζαντινό πολιτισμό. Δίκαια οι αδελφοί μας Σλάβοι τιμούν με ιδιαιτερότητα του δύο μεγάλους άνδρες και θεωρούν εμάς τους Ορθοδόξους Έλληνες ως φωτιστές τους.  Ιδού ο σωστικός και εκπολιτιστικός ρόλος της Εκκλησίας μας στον κόσμο, που δεν είναι σε θέση να δουν οι πνευματικά κοντόφθαλμοι σύγχρονοί μας επικριτές Της!

 

ΑΓΙΟΣ ΕΠΙΦΑΝΙΟΣ ΚΥΠΡΟΥ: Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΠΑΤΕΡΑΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ορισμένοι από τους αγίους μας χαρακτηρίζονται ως Πατέρες και Διδάσκαλοι της Εκκλησίας. Κι’ αυτό διότι διακρίθηκαν, πέρα από την  αγιότητά τους, και για την μεγάλη προσφορά τους στην Εκκλησία. Έχοντας τεράστια μόρφωση, θεολογική παιδεία και ποιμαντική ικανότητα, σημάδεψαν την εποχή τους, αλλά και παραμένουν στους αιώνες αυθεντίες και πρότυπα αληθινών ποιμένων. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Επιφάνιος Επίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου.

Είχε ιουδαϊκή καταγωγή. Οι γονείς του ήταν πάμφτωχοι αγρότες Ιουδαίοι. Γεννήθηκε στο χωριό Βησανδούκη (ή Βησανδούκ) κοντά στην Ελευθερούπολη της Παλαιστίνης περί το 315. Σύμφωνα όμως με κυπριακή παράδοση, γεννήθηκε στο χωριό Καλοπαναγιώτης, Μαραθάσας της Κύπρου, και μεγάλωσε στη Βησανδούκη. Είχε ένα ακόμη αδελφό τον Καλλίτροπο και μια αδελφή.

Αν και μεγάλωσε σε ιουδαϊκό περιβάλλον, μια εσωτερική δύναμη τον έσπρωχνε να αναζητήσει την αλήθεια εκτός της ιουδαϊκής θρησκείας. Αυτό έγινε όταν ήταν σε ηλικία δώδεκα ετών. Αφού πέθαναν οι γονείς του και γνώρισε, δυο ονομαστούς αγίους και σοφούς ασκητές, τον Λουκιανό και τον Ιλαρίωνα, οι οποίοι του μίλησαν για τον Χριστιανισμό και τον κατήχησαν στην χριστιανική πίστη.

Ο Επιφάνιος κατηχήθηκε για όσο καιρό απαιτούνταν, από τους δύο σεβάσμιους και ένθερμους μοναχούς και έγινε γνώστης της χριστιανικής διδασκαλίας. Κατόπιν έλαβε το άγιο Βάπτισμα. Επτά ημέρες μετά πήρε την απόφαση να αφιερωθεί ψυχή τε και σώματι στο Χριστό, στην πίστη του Οποίου βρήκε αυτό που ζητούσε: την αλήθεια και τη σωτηρία. Τακτοποίησε την αδελφή του σε κάποιο γυναικείο μοναστήρι και έφυγε για την έρημο της Παλαιστίνης. Πήγε να γνωρίσει αγίους ασκητές και να ζήσει μαζί τους την αγία και ισάγγελη ζωή της ερήμου. Συνάντησε τους πλέον επιφανείς και αγίους ασκητές, με τους οποίους συγκατοίκησε, έχοντας τους ως διδάσκαλους και καθοδηγητές του στον πνευματικό του αγώνα, για την τελείωσή του.

Προσευχόταν αδιάκοπα, νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε τις άγιες γραφές και υπακούοντας στις προτροπές των Γερόντων πρόκοβε στην αρετή και την αγιότητα. Σύντομα έγινε ο ίδιος παράδειγμα για άλλους ασκητές. Η φήμη του διαδόθηκε σε όλη την περιοχή.

Τον απασχολούσε έντονα η δράση των αιρετικών, τους οποίους θεωρούσε ως όργανα του διαβόλου, για τη ματαίωση του σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου. Για να μάθει περισσότερα για τις πλάνες τους συναναστρέφονταν μαζί τους, αποκομίζοντας έτσι πλούσια εμπειρία, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια για την αντιμετώπισή τους.

Λίγο μετά πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου φοίτησε στις εκεί ονομαστές σχολές, αποκτώντας σημαντική θεολογική κατάρτιση και κλασσική παιδεία. Σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία και έμαθε πέντε γλώσσες (Ελληνικά, Εβραϊκά, Λατινικά, Συριακά και Κοπτικά).

Αργότερα γύρισε στην Παλαιστίνη, όπου ίδρυσε μοναστήρι, συγκέντρωσε μεγάλη αδελφότητα και την ποίμανε για τριάντα περίπου χρόνια, αποκτώντας φήμη αγίου.

Το 367 μπήκε σε κάποιο πλοίο να ταξιδέψει σε κάποιο τόπο. Όμως, κατά θαυματουργικό τρόπο, εγέρθηκε μεγάλη θαλασσοταραχή, η οποία οδήγησε το πλοίο στην Κύπρο. Προσάραξε στην πόλη Σαλαμίνα, η οποία είχε μετονομασθεί σε Κωνσταντία, διότι την ανοικοδόμησε, μετά από κάποιο καταστροφικό σεισμό, περί τα μέσα του 4ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος (339-361), παίρνοντας  έτσι από αυτόν το όνομά της.

Η Κωνσταντία ήταν η έδρα του αρχιεπισκόπου Κύπρου, η οποία ήταν κενή εκείνη την περίοδο. Οι κάτοικοι υποδέχτηκαν με τιμές τον Επιφάνιο, διότι η φήμη του είχε φτάσει ως εκεί και του ζήτησαν να καταστεί ποιμενάρχης τους. Εκείνος, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του, δέχτηκε και χειροτονήθηκε Επίσκοπος Κωνσταντίας. Θεώρησε την θαυματουργική του ακούσια μετάβαση στην Κύπρο, ως κλήση από το Θεό, για να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού.

Από την θέση του αυτή ο άγιος Επίσκοπος ξεκίνησε ένα τεράστιο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο. Η πρώτη του ενέργεια ήταν να αποδευσμεύσει την Εκκλησία της Κύπρου από την Εκκλησία της Αντιόχειας και να την προσδέσει στην Εκκλησία της Αλεξάνδρειας, διότι πίστευε πως η δεύτερη εξέφραζε καλλίτερα την διδασκαλία του αγίου Αθανασίου, τον οποίο θαύμαζε και είχε ως πρότυπό του. Αντίθετα, θεωρούσε πως η Εκκλησία της Αντιοχείας είχε παρεκκλίνει σε πλάνες και ιδιαίτερα προς αυτές του Ωριγένη, τον οποίο θεωρούσε ως μέγα αιρετικό και αγωνίστηκε για την καταδίκη των δοξασιών του. Μάλιστα δε δίστασε να έρθει σε ρήξη με τον αρχιεπίσκοπο  Ιεροσολύμων Ιωάννη, ο οποίος συμπαθούσε τον αρχαίο αυτό εκκλησιαστικό συγγραφέα. Λόγω δε της πολεμικής του προς τον Ωριγένη τήρησε μια επιφυλακτική θέση προς την φιλοσοφία και την κλασσική παιδεία.

Έστρεψε με ιδιαίτερο ζήλο την προσοχή του και τη μέριμνά του στη διαφύλαξη της ορθοδόξου πίστεως από τις αιρέσεις, οι οποίες ταλάνιζαν την Εκκλησία την εποχή εκείνη, όπως οι αρειανοί, οι πνευματομάχοι, οι ωριγενιστές, αλλά και οι ειδωλολάτρες. Ο Επιφάνιος, εκφράζοντας την διδασκαλία της Εκκλησίας, πίστευε πως η αλήθεια είναι συνώνυμη με τη σωτηρία, πως οι πλάνες, οι αιρέσεις και οι κακοδοξίες, όχι μόνο δεν σώζουν, αλλά οδηγούν στην απώλεια. Είναι τα ολέθρια σπέρματα και ζιζάνια του διαβόλου στον αγρό του Κυρίου, τα οποία τείνουν να καταπνίξουν τον αγαθό σπόρο (Ματθ.13,2). Γι’ αυτό και αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις για την προάσπιση της ορθοδόξου πίστεως. Κατέστη ένας από τους πλέον γόνιμους αντιαιρετικούς Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ως άριστος γνώστης των Αγίων Γραφών και των εκκλησιαστικών συγγραμμάτων, αντιμετώπισε με αποτελεσματικότητα τους αιρετικούς της Μεγαλονήσου. Παράλληλα συνέγραφε στηλιτευτικούς λόγους κατά όλων των αιρέσεων.

Άσκησε επίσης σημαντικό φιλανθρωπικό έργο, χάρις στο οποίο βρήκαν αγάπη και στήριξη χιλιάδες αναξιοπαθούντες Κύπριοι. Επίσης έκτισε πολλούς ναούς, μεταξύ των οποίων τη μεγάλη βασιλική της Κωνσταντίας, την οποία δεν πρόλαβε να αποπερατώσει και της οποίας σώζονται μέχρι σήμερα τα ερείπια. Ακόμα αξιώθηκε να επιτελέσει και πολλά θαύματα. Θεράπευσε την δαιμονισμένη κόρη του Πέρση Βασιλιά και ανάστησε το νεκρό γιο ενός άλλου Πέρση άρχοντα. Απάλλαξε από ένα φοβερό λιοντάρι μια περιοχή, το οποίο κατασπάραζε ανθρώπους και ζώα. Απάλλαξε από δαιμόνιο το γιο ενός Ρωμαίου Έπαρχου, ονόματι Κάλλιστου και επίσης θεράπευσε και αυτόν τον αυτοκράτορα Μ. Θεοδόσιο (379-395), από σοβαρή πάθηση των άκρων.

Ήταν άνθρωπος αγαθών προαιρέσεων και ευκολόπιστος. Αυτό τον οδήγησε να προβεί σε κάποιες λανθασμένες επιλογές του, για τις οποίες αργότερα μετανόησε. Κυριότερο λάθος του ήταν να  συνταχθεί με τον κακεντρεχή αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Θεόφιλο (385-412), εναντίον του ιερού Χρυσοστόμου (354-307). Περισσότερο απ’ όλα επηρεάστηκε από το γεγονός, ότι κάποιοι ωριγενιστές Αλεξανδρινοί, διωγμένοι από το Θεόφιλο, βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου αρχιεπίσκοπος ήταν ο Χρυσόστομος.

Το 402 μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήρθε σε ρήξη με αυτόν, κατηγορώντας τον ως αιρετικό. Για να πετύχει την καταδίκη των ωριγενιστών συμμάχησε με τους αντιπάλους του Χρυσοστόμου, αλλά εκείνοι εκμεταλλεύτηκαν

αυτή τη συμμαχία. Ο Χρυσόστομος του ζήτησε να φύγει. Τελικά ο Επιφάνιος κατάλαβε το λάθος του, ζήτησε συγνώμη και αναχώρησε για την Κύπρο. Αλλά  κατά την επιστροφή του, στις 12 Μαΐου 403, κοιμήθηκε ξαφνικά εν πλω, ύστερα από τριάντα έξι χρόνια αρχιερατείας. Το τίμιο λείψανό του το είχε μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Λέων ΣΤ΄ ο Σοφός (866-912). Η μνήμη του εορτάζεται στις 12 Μαΐου.

Ο άγιος Επιφάνιος κατατάσσεται στους μεγάλους Πατέρες και Διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Μας άφησε ένα τεράστιο και ανεκτίμητο συγγραφικό έργο, αντιρρητικό κατά των μεγάλων αιρέσεων της αρχαίας Εκκλησίας. Γνωστό είναι το έργο του «Πανάριον», όπου αποκρούει όλες τις κακοδοξίες της εποχής του. Ο «Αγκυρωτός» (σε 120 παραγράφους επιτομή της Θεολογίας), το «Περί των δώδεκα λίθων των όντων εν τοις στολισμοίς του Ααρών» και άλλα πολλά.  

 

 

 

«ΕΘΑΥΜΑΣΑΝ ΟΤΙ ΜΕΤΑ ΓΥΝΑΙΚΟΣ ΕΛΑΛΕΙ»

(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Σαμαρείτιδος)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η πέμπτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη σε μια σημαντική γυναίκα της Καινής Διαθήκης, στην αγία Φωτεινή τη Σαμαρείτιδα. Αυτή η γυναίκα, ούσα αμαρτωλή και «αιρετική» (κατά τους Ιουδαίους), αξιώθηκε να γίνει συζητητής του Κυρίου, ο Οποίος της αποκάλυψε ύψιστες αλήθειες, τις οποίες δεν είχε αποκαλύψει, εισέτι, ούτε στους μαθητές Του.

Η Σαμάρεια ήταν πόλη, αλλά και ονομασία περιοχής, στα βορειοανατολικά της Παλαιστίνης. Απείχε περί τα 45 χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ και είχε ιδρυθεί από τον βασιλιά Αμβρί, τον 10ο π. Χ. αιώνα. Καταλήφτηκε πολλές φορές από βασιλείς της Δαμασκού και άλλους από ειδωλολατρικούς λαούς. Τον 2ο π. Χ. αιώνα καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε από τον Ρωμαίο ανθύπατο Γυβίνιο και τον Ηρώδη το Μέγα και γι’ αυτό είχε μετονομαστεί σε Σεβάστεια ή Σεβαστή, προς τιμήν του Καίσαρος. Εκτός από την πόλη Σαμάρεια στην περιφέρεια της Σαμάρειας υπήρχαν και άλλες πόλεις όπως η Καισάρεια και η Συχέμ, όπου βρισκόταν ένα σημαντικό μνημείο για τους Ισραηλίτες, το φρέαρ του πατριάρχη Ιακώβ, το οποίο άνοιξε για να ποτίσει την οικογένειά του και τα ποίμνιά του. Οι Σαμαρείτες ήταν ισραηλιτικής καταγωγής, αλλά, λόγω των ιστορικών περιπετειών,  αποκόπηκαν ενωρίς από τις υπόλοιπες φυλές. Λόγω ότι είχαν αναμειχθεί με τους ειδωλολάτρες, είχαν υιοθετήσει πολλές από τις συνήθειες τους και κατά συνέπεια είχαν διαφοροποιηθεί κυρίως από τους Ιουδαίους, οι οποίοι τους μισούσαν και τους αποστρέφονταν με βδελυγμία. Κύριο χαρακτηριστικό των Σαμαρειτών ήταν ότι είχαν μεταθέσει την ιερότητα του ναού της Ιερουσαλήμ στο όρος Γαριζίν, όπου πίστευαν ότι κατοικεί ο Θεός και προσέτρεχαν εκεί να προσευχηθούν.

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήρθε στον κόσμο να σώσει ολόκληρο ανθρώπινο γένος και όχι μόνο τους Ιουδαίους, όπως αντιλαμβάνονταν εκείνοι λαθεμένα το πρόσωπο του Μεσσία. Γι’ αυτό και περιόδευσε σε περιοχές που κατοικούσαν μη Ιουδαίοι. Σε μια από τις περιοδείες Του ανέβηκε, με τους μαθητές του, και στη Σαμάρεια να κηρύξει και εκεί το ευαγγέλιο της σωτηρίας. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο το γεγονός πως στις παραβολές Του αναφέρθηκε κάποιες φορές στους Σαμαρείτες, παρουσιάζοντάς τους ως ηθικά ανώτερους από τους Ιουδαίους (Λουκ.10,25-37).

Έφτασαν κάποιο ζεστό μεσημέρι στη Συχέμ και στάθμευσαν στο ιστορικό πηγάδι του Ιακώβ. Οι μαθητές Του είχαν πάει στην πόλη για να αγοράσουν προμήθειες. Ο Χριστός είχε μείνει μόνος και διψασμένος στο στόμιο του πηγαδιού, περιμένοντας κάποιον να έρθει με δοχείο άντλησης, διότι το πηγάδι ήταν βαθύ, περίπου 35 μέτρα βάθος, να του δώσει νερό να ξεδιψάσει.

Κάποια στιγμή ήρθε μια γυναίκα Σαμαρείσσα να αντλήσει νερό. Ο Κύριος της ζήτησε να του δώσει νερό, υποσχόμενος ότι θα της έδινε σε αντάλλαγμα το «ζωντανό νερό» να μην διψάσει ποτέ πια. Εκείνη εξέφρασε την απορία της, πως ήταν δυνατόν ένας «ορθόδοξος» Ιουδαίος να ζητά χάρη από μια «αιρετική» Σαμαρείτισσα. Αυτή ήταν η αφορμή για να προκαλέσει συζήτηση μαζί της. Ως Θεός γνώριζε ότι η γυναίκα εκείνη είχε δεκτική ψυχή για να καρποφορήσει ο λόγος Του, διότι έμελλε να γίνει η ευαγγελιστής των ομοεθνών της. Γι’ αυτό έπιασε μαζί της υψηλού θεολογικού χαρακτήρα συζήτηση, αποκαλύπτοντάς της υψηλές αλήθειες, τις οποίες δεν ήταν ώριμοι να ακούσουν, ούτε οι μαθητές Του. Επίσης της ανάγγειλε ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας και πως ήρθε μαζί Του η νέα μεσσιανική εποχή. Ακόμα της αποκάλυψε, για πρώτη φορά, την πνευματική φύση του Θεού και την πνευματική και αληθινή λατρεία Του και πως έφτασε το τέλος στις θρησκευτικές αντιλήψεις του κόσμου, είτε  αυτές είναι ιουδαϊκές, είτε σαμαρειτικές, είτε  εθνικές. Πως έφτασε ο

πολυπόθητος καιρός κατά τον οποίο θα λατρεύεται ο Θεός «εν πνεύματι και αληθεία» (Ιωάν.4,23).

Η γυναίκα αυτή ήταν αμαρτωλή. Άλλαζε τους άνδρες και ζούσε έκλυτη ζωή. Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στο Χριστό να πιάσει συζήτηση μαζί της και να της αποκαλύψει τα μυστήρια της σωτηρίας. Δεν ήταν άλλωστε η μόνη αμαρτωλή στον κόσμο, διότι, «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ.3,23). Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να αναζητήσει δικαίους, αλλά αμαρτωλούς, να τους καλέσει σε μετάνοια (Λουκ.5,31). Γι’ αυτό και συναναστρέφονταν με αμαρτωλούς, πόρνες και τελώνες, κάτι που σκανδάλιζε σφόδρα τους ηθικιστές Ιουδαίους (Λουκ.7,34). Δεν είναι πια πρόβλημα αυτή καθ’ εαυτή η αμαρτία, αλλά η αμετανοησία, η εμμονή στην αμαρτία. Παραδείγματα προς μίμηση δεν είναι οι «ηθικοί» Φαρισαίοι, όπως ήταν στην ιουδαϊκή κοινωνία, αλλά οι μετανοημένοι τελώνες, πόρνες, ληστές και οι λοιποί αμαρτωλοί.

Οι μαθητές του Κυρίου, όταν επέστρεψαν, «εθαύμασαν ότι μετά γυναικός ελάλει» (Ιωάν.4,26). Δεν πίστευαν στα μάτια τους, βλέποντας τον διδάσκαλό τους να συζητά με μια γυναίκα Σαμαρείτισσα «αιρετική». Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι ο Χριστός, ήρθε στον κόσμο για να λυτρώσει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και όχι να εξυπηρετήσει τους εθνικισμούς και μεγαλοϊδεατισμούς των ομοφύλων Του και γι αυτό στράφηκε και προς τους «αιρετικούς» Σαμαρείτες, να τους αναγγείλει το μήνυμα της σωτηρίας. Δε μπορούσαν να διανοηθούν ότι διάλεξε μια γυναίκα να διαλεχτεί μαζί της, στο στόμιο ενός πηγαδιού, αποκαλύπτοντάς  της τα μυστήρια του Θεού και τον πνευματικό τρόπο προσέγγισής Του από τους ανθρώπους. Είχαν την πεποίθηση πως η γυναίκα δεν είχε ιδιαίτερη αξία, δεν της επιτρεπόταν να ασχολείται με τέτοια θέματα. Ήταν ανώφελη κάθε συζήτηση με αυτή, αφού δε θα μπορούσε ποτέ να κηρύξει, διότι κάθε μαρτυρία της γυναίκας θεωρούνταν αναξιόπιστη.

Ο Χριστός όμως ήρθε να αλλάξει και αυτές τις νοοτροπίες. Να δώσει σε όλα τα ανθρώπινα πρόσωπα την αρμόζουσα αξία τους, ανεξάρτητα από το φύλο, την καταγωγή, την κοινωνική και εθνική καταγωγή. Γκρέμισε όλα τα στεγανά, που είχε θέσει η αμαρτία. Έδωσε την αξία που στερούταν η γυναίκα, εμπράκτως (και) στο πρόσωπο της Σαμαρείτιδος, δίνοντάς της το ύψιστο προνόμιο να είναι ο πρώτος άνθρωπος ο οποίος πληροφορήθηκε ευθέως και ξεκάθαρα ότι Αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Η φύση της ως γυναίκα και μάλιστα αμαρτωλή, δε στάθηκε εμπόδιο να της αποκαλυφθούν από το Χριστό τα μυστήρια του Θεού.

Αυτό είναι ένα από τα πολλά παράξενα και ακατανόητα, στους διαχρονικούς ορθολογιστές, συμβάντα της ζωής του Χριστού. Λογικά θα περίμενε κανείς την υψηλή αυτή θεολογική συζήτηση να την κάνει με τους Γραμματείς, τους Φαρισαίους και το ιουδαϊκό ιερατείο και όχι με μια άσημη, και εγνωσμένης ηθικής ελευθεριότητας γυναίκα. Αλλά όμως «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη, και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά» (Α΄Κορ.1,27), αφού «ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν» (Α΄Κορ,1,21). Προτίμησε αυτήν, διότι, ως Θεός, διείδε ότι στην ψυχής της σιγόκαιγε η ελπίδα της σωτηρίας, από τον ερχόμενο Μεσσία, τον οποίο περίμενε εναγωνίως, σε αντίθεση με την θρησκευτική και πολιτική ιουδαϊκή ηγεσία, η οποία τον περίμενε ως έναν εγκόσμιο λαμπρό και ισχυρό βασιλιά και τίποτε περισσότερο. Γι’ αυτό και Τον σταύρωσαν, όταν είδαν ότι δεν εκπλήρωσε τις φθηνές προσδοκίες τους.  Εδώ βλέπουμε το υπέρτατο μεγαλείο της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία δεν «χωρά» στα υπερφίαλα μυαλά των σοφών του κόσμου, αλλά στις ταπεινές καρδιές.

Στο πρόσωπο της αγίας Φωτεινής καταξιώθηκε η γυναικεία φύση, η οποία βρισκόταν στο απόλυτο περιθώριο στον προχριστιανικό κόσμο και συνεχίζει να

βρίσκεται, στον σύγχρονο εξωχριστιανικό. Ο λόγος Του καρποφόρησε στην ψυχή της και η ως τότε η αμαρτωλή και ταπεινή αυτή γυναίκα αναδείχτηκε θερμός κήρυκας του Ευαγγελίου στους ομοφύλους της και αλλαχού, ώστε η Εκκλησία μας να της προσδώσει τον υπέρτατο τιμητικό τίτλο της ισαποστόλου. Είναι η κατοπινή αγία Φωτεινή, σωστό φωτεινό ορόσημο στην πορεία του κόσμου προς τη σωτηρία.

Τελειώνοντας, μπορούμε να φανταστούμε με ποιους «συνομιλεί» σήμερα ο Χριστός. Προφανώς όχι με τους σύγχρονους μεγαλορρημονούντες «θεολόγους», ιδιαίτερα με όσους διαστρέφουν το λόγο Του, με τον γνωστή άνυδρη και ξύλινη «θεολογία» τους, την οποία διατυπώνουν, με ακαταλαβίστικους συλλογισμούς και φιλοσοφικούς όρους, για να κάμουν επίδειξη γνώσεων και να καταστούν ως «σημαίνοντες θεολόγοι». Τέτοια παραδείγματα έχει να μας παρουσιάσει πάμπολλα η μεσαιωνική αιρετική σχολαστική «θεολογία», αλλά και η σύγχρονη προτεσταντική, η οποία επιχειρεί μέσω της «θεολογίας» να καταρρίψει την πίστη στο Θεό! Δε «συνομιλεί» με τους θιασώτες της λεγομένης Οικουμενικής Κινήσεως, του διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, οι οποίοι σχετικοποιούν την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας και αναβιβάζουν σε «σώζουσες αλήθειες» τις αιρετικές δοξασίες των αιρετικών και αλλοθρήσκων, ως δήθεν «διαφορετικές παραδόσεις και πίστεις», τις αιρετικές τους κοινότητες σε «εκκλησίες» και τις θρησκείες σε «διαφορετικούς τρόπους αναγωγής στον ίδιο Θεό».  Δε «συνομιλεί» με τη σύγχρονη διανόηση, η οποία κλεισμένη στα στεγανά της, δεν έχει να προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση ταυτότητας και βιώνει πρωτοφανή υπαρξιακή αγωνία. Δεν «συνομιλεί» με τους ισχυρούς του κόσμου, οι οποίοι τον εκθρόνισαν και στη θέση Του θρόνιασαν την ανθρώπινη ματαιοδοξία. Με ποιους λοιπόν «συνομιλεί»; Αναμφίβολα, με ταπεινούς στην καρδιά, κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς, των οποίων ο απλοϊκός λόγος είναι αγνή και αυθεντική θεολογία, διότι δεν είναι θεωρία, ή ιδεολογία, αλλά υπαρξιακή εμπειρία, ξεχείλισμα πίστεως και αγάπης προς Αυτόν και προς τους αδελφούς τους!

 

 

ΑΓΙΑ ΓΛΥΚΕΡΙΑ Η ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Οι γυναίκες και μάλιστα οι νεαρές παρθένες, Μάρτυρες της Εκκλησίας μας επέδειξαν τον ίδιο ηρωισμό με τους άνδρες κατά τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους, όπου η πίστη του Χριστού διώκονταν με δαιμονική μανία από τον αρχαίο ειδωλολατρικό παρηκμασμένο κόσμο. Μια από αυτές υπήρξε η αγία Μάρτυς Γλυκερία.

Έζησε τον 2ο μ. Χ. αιώνα στα χρόνια που αυτοκράτορας της Ρώμης ήταν ο Αντωνίνος ο Ευσεβής (138-161). Γεννήθηκε στην πόλη Τραϊανούπολη και ήταν κόρη του υπάτου της πόλεως Μακαρίου. Όταν ακόμα μικρή κατηχήθηκε κρυφά από θερμούς Χριστιανούς και έγινε ένθερμη Χριστιανή.  Ως έφηβη είχε αναπτύξει αξιοθαύμαστη κατηχητική δράση, μεταστρέφοντας στην Εκκλησία πλήθος νεανίδων ειδωλολατρών.

Η δράση της έγινε γνωστή στους αδίστακτους ιερείς των ειδώλων, οι οποίοι την κατήγγειλαν στον φανατικό ειδωλολάτρη ηγεμόνα Σαβίνο, ο οποίος έδωσε διαταγή να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν μπροστά του. Η νεαρή Γλυκερία, πριν την παρουσιάσουν στον τύραννο είχε σημειώσει στο μέτωπό της το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ομολόγησε με ηρωισμό την πίστη της στο Λυτρωτή και Σωτήρα Χριστό. Ο Σαβίνος την οδήγησε σε παρακείμενο βωμό να θυσιάσει στο άγαλμα του Δία. Η Γλυκερία προσευχήθηκε στο Χριστό και αμέσως ακούστηκε μια μεγάλη βροντή και το είδωλο έπεσε από μόνο του και συντρίφτηκε. Τότε οι ειδωλολάτρες ιερείς, γεμάτοι οργή, την παρέδωσαν στον ηγεμόνα να λιθοβοληθεί. Εκείνος συγκέντρωσε πλήθος φανατισμένων ειδωλολατρών, δίνοντάς τους εντολή να τη φονεύσουν δια λιθοβολισμού.  Όρμισαν μανισμένοι και άρχισαν να την λιθοβολούν με μανία και κατάρες. Όμως οι λίθοι άλλαζαν κατεύθυνση και δεν άγγιζαν τη Μάρτυρα! Τότε την εξέλαβαν ως μάγισσα και άρχισαν να τη βρίζουν χυδαία.

Ο ηγεμόνας την έκλεισε φυλακή και μάλιστα να την ασφαλίσουν, φοβούμενος πως με τα μαγικά της θα δραπέτευε. Εκεί την επισκέφτηκε ο σεβάσμιος Χριστιανός ιερέας της πόλεως Φιλοκράτης για να την εμψυχώσει. Βρήκε την Μάρτυρα να προσεύχεται. Εκείνη το μόνο που του ζήτησε ήταν να την σφραγίσει με το σημείο του Τιμίου Σταυρού.

Το επόμενο πρωί οδηγήθηκε στο δικαστήριο, στο όπου πρωτοστατούσε ο ηγεμόνας Σαβίνος. Τη ρώτησε αν ήταν διατεθειμένη να θυσιάσει στο Δία για να της χαριστεί η ζωή. Εκείνη αρνήθηκε κατηγορηματικά και ομολόγησε για μια ακόμα φορά την πίστη της στο Χριστό. Τότε ο ηγεμόνας διέταξε να την κρεμάσουν από τα μαλλιά και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Μάρτυρας κρεμασμένη δοξολογούσε το Θεό!

Ο ηγεμόνας έδωσε εντολή να τη ξεκρεμάσουν και να της συντρίψουν το πρόσωπο, διότι δεν άντεχε να ακούει τις δοξολογίες της. Αλλά την ίδια στιγμή εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και παρέλυσε τους δημίους της, μένοντας ακίνητοι σαν νεκροί. Βλέποντας το νέο αυτό θαύμα ο Σαβίνος, διέταξε να την κλείσουν στη φυλακή και να μην της δίνουν τροφή για να πεθάνει από την πείνα. Αλλά όμως άγγελοι της πήγαιναν τροφή και εκείνη δοξολογούσε αδιάκοπα το Θεό.

Έμεινε εκεί κλεισμένη για πολύ καιρό. Κάποτε ο ηγεμόνας αποφάσισε να πάει στην πόλη Ηράκλεια και σκέφτηκε να πάρει μαζί του την Γλυκερία για να την πιέσει εκεί να αρνηθεί την πίστη της. Γεμάτος έκπληξη διαπίστωσε πως δεν είχε πάθει ασιτία και είδε στο κελί της παραθεμένα πολλά εδέσματα και παραξενεύτηκε.

Οι Χριστιανοί της Ηράκλειας, με επικεφαλής τον Επίσκοπό τους Δομίτιο, όταν πληροφορήθηκαν ότι θα έφτανε στην πόλη τους η αθλοφόρος Μάρτυς του Χριστού, έτρεξαν αν την προϋπαντήσουν και να την τιμήσουν, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από

τους ειδωλολάτρες. Το άλλο πρωί ο ηγεμόνας οργάνωσε δημόσια δίκη, καλώντας πολύ κόσμο να την παρακολουθήσουν και διατάσσοντας την Γλυκερία να θυσιάσει στα είδωλα, διαφορετικά θα την θανάτωνε. Εκείνη για μια ακόμα φορά ομολόγησε την πίστη της στο Χριστό, καταφρονώντας τις απειλές του ηγεμόνα. Τότε εκείνος διέταξε να πυρακτώσουν ένα καμίνι και να την ρίξουν να βρει τραγικό και παραδειγματικό θάνατο. Αλλά το θαύμα επαναλήφτηκε, έκανε το σημείο του Σταυρού και πήδηξε στο καμίνι. Αμέσως οι φλόγες άρχισαν να ξεχύνονται από το καμίνι και μια ουράνια υπέροχη δροσιά αντικατέστησε την θανατερή πυρά. Εκείνη στεκόταν. Σαν τους Τρεις Παίδες της Παλαιάς Διαθήκης, στη μέση της καμίνου, δοξολογώντας το Θεό!

Βλέποντας το θαύμα ο θηριώδης Σαβίνος, όχι μόνον δεν πίστεψε στη δύναμη του αληθινού Θεού, αλλά έδωσε διαταγή για νέα βασανιστήρια. Να τη δέσουν χειροπόδαρα και να της γδάρουν το κεφάλι! Η Γλυκερία υπέμεινε με απίστευτο ηρωισμό το μαρτύριο. Έτσι με το κεφάλι γδαρμένο την πέταξαν στη φυλακή. Όμως και πάλι έγινε το θαύμα. Άγγελος Κυρίου την επισκέφτηκε το μεσονύκτιο, την έλυσε από τα δεσμά και την  θεράπευσε, χωρίς να αφήσει το παραμικρό σημάδι στο κεφάλι της!

Το επόμενο πρωί ο δεσμοφύλακας Λαοδίκιος, όταν πήγε για να την παραλάβει και να την οδηγήσει και πάλι στον ηγεμόνα, διαπίστωσε με θαυμασμό την θαυματουργική θεραπεία της και την απελευθέρωσή της από τα δεσμά. Πήγε στον Σαβίνο και ομολόγησε την μεταστροφή του στο Χριστό. Αμέσως δόθηκε διαταγή να τον αποκεφαλίσουν, και να αξιωθεί το μαρτυρίου! Οι Χριστιανοί πήραν το σώμα του Μάρτυρα και το ενταφίασαν με τιμές. Την δε Γλυκερία αποφάσισε να ρίξει στην αρένα να την κατασπαράξουν τα αιμοβόρα και πεινασμένα θηρία.

Η Μάρτυρας άκουσε με χαρά την απόφαση του ηγεμόνα και στάθηκε γαλήνια στο κέντρο της αρένας, όπου παρακολουθούσαν το θέαμα χιλιάδες ειδωλολάτρες θεατές. Τα πεινασμένα θηρία όρμισαν και την κατασπάραξαν, παραδίδοντας με αυτόν τον φρικτό και βασανιστικό τρόπο την αγία ψυχή της στο Χριστό, που τόσο αγάπησε στη ζωή της. Ο Επίσκοπος Ηρακλείας Δομίτιος περιμάζεψε ό, τι είχε απομείνει από το λείψανό της και το έθεσε σε ασφαλές μέρος της επισκοπής του. Η μνήμη της εορτάζεται στις 13 Μαΐου.

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *