ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΛΟΓΓΙΝΟΣ Ο ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ένα από τα κύρια πρόσωπα της Σταυρώσεως του Κυρίου ήταν και ο επικεφαλής του ρωμαϊκού στρατιωτικού αποσπάσματος Εκατόνταρχος, ο οποίος είχε διαταχθεί από τον Ρωμαίο επίτροπο Πόντιο Πιλάτο να επιστατήσει στην σταύρωση του Ιησού.
Τα ιερά Ευαγγέλια αναφέρονται στον Ρωμαίο αξιωματικό, Εκατόνταρχο – Κεντυρίωνα, τον επονομαζόμενο Λογγίνο, του οποίου το όνομα διέσωσε το απόκρυφο «Ευαγγέλιο του Νικοδήμου». Το όνομά του ίσως προέρχεται από την ελληνική λέξη «λόγχη». Πρόκειται για μία συμπαθή και εμβληματική μορφή, ο οποίος αν και συνέβαλλε στο μαρτύριο του Χριστού εκ καθήκοντος, μπόρεσε να κατανοήσει το άδικο πάθος Του και να διακηρύξει, κάτω από το Σταυρό, την θεότητά Του
Σύμφωνα με πανάρχαια εκκλησιαστική παράδοση γεννήθηκε στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα στην Καππαδοκία, στην κώμη Σανδιάλη. Ήταν ιουδαϊκής καταγωγής και έκανε επαγγελματική καριέρα τον ρωμαϊκό στρατό. Μάλιστα, για την ανδρεία του και την σωφροσύνη του, έφτασε στο αξίωμα πού εκατόνταρχου, δηλαδή να διοικεί ομάδα εκατό στρατιωτών. Την εποχή εκείνη έτυχε να υπηρετεί στην Παλαιστίνη, υπό τις διαταγές του Ρωμαίου διοικητή Πόντιου Πιλάτου.
Όταν ο Χριστός είχε παραδοθεί στον Πιλάτο, ως «εχθρός της Ρώμης», με την κατηγορία, «διαστρέφοντα το έθνος και κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα εαυτόν Χριστόν Βασιλέα είναι» (Λουκ.23,2) και καταδικαστεί «ένοχος θανάτου» (Ματθ.26,67), να πεθάνει ως κακούργος με σταυρικό θάνατο, είχε διαταχθεί να τεθεί επικεφαλής του αποσπάσματος της σταύρωσή Του, και μαζί των άλλων δύο ληστών.
Σύμφωνα με τις διηγήσεις των Ιερών Ευαγγελίων είδε και έζησε όλα εκείνα τα συνταρακτικά γεγονότα της σταυρώσεως. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβε την αθωότητά του και ένοιωσε βαθειά συμπάθεια για εκείνον. Δεν αναφέρεται καμιά πράξη βιαιότητας από μέρους του. Παρακολουθούσε με οδύνη το θέατρο του παραλόγου και άκουγε με πόνο τις φωνασκίες και τις κατάρες των Ιουδαίων: «το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών» (Ματθ.27,25). Άκουγε με πίκρα τους εμπαιγμούς κατά του παθόντα αθώου, μένοντας σκυθρωπός. Την ώρα που ο Χριστός εξέπνευσε, ολόκληρη η κτίση συνταράχτηκε και η γη σείστηκε συθέμελα και βυθίστηκε στο σκοτάδι, μέρα μεσημέρι, για τρεις ώρες, κατάλαβε ότι ο σταυρωθείς Ιησούς δεν ήταν απλός άνθρωπος και γι’ αυτό ομολόγησε ότι «αληθώς Θεού Υιός ην Ούτος» (Ματθ.27,54). Είναι η πρώτη ομολογία, πέραν του κύκλου των μαθητών του Χριστού, για την θεότητα Του!
Καθήκον του ήταν επίσης να διαπιστώσει τον θάνατο των τριών εσταυρωμένων. Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, από τον έλεγχο που έκανε, βεβαιώθηκε ότι δύο ληστές ήταν ακόμη ζωντανοί και διέταξε κάποιον στρατιώτη να συντρίψει τα χέρια και τα πόδια τους, για να επιταχύνει ο θάνατός τους. Αντίθετα, διαπίστωσε ότι ο Ιησούς είχε πεθάνει. Για να βεβαιωθεί ακριβέστερα, λόγχευσε την πλευρά του αχράντου Σώματός Του και από αυτή έρευσε αίμα και ύδωρ, που σημαίνει ότι ο θάνατος του Χρήστου ήταν πραγματικός. Αναφέρει η παράδοση ότι το αίμα από την πλευρά του Χριστού έρευσε στο πρόσωπό του και τον θεράπευσε πάραυτα από ένα χρόνιο και επώδυνο οφθαλμικό νόσημα. Το γεγονός αυτό τον συντάραξε και του επιβεβαίωσε την πίστη του στη θεότητα του Χριστού. Ακολούθως πήγε στον ηγεμόνα Πόντιο Πιλάτο για να αναφέρει την εκτέλεση της αποστολής του, διαβεβαιώνοντάς τον για τον θάνατο των καταδικασμένων. Ο Πιλάτος απόρησε για τον σύντομο θάνατο του Ιησού.
Μετά την ταφή του Κυρίου οι Ιουδαίοι ζήτησαν από τον Πιλάτο να βάλει φρουρά στον τάφο, για να αποτρέψει μία πιθανή κλοπή του σώματος του Χριστού από τους μαθητές του (Ματθ.28,13). Σε αυτόν ανατέθηκε και πάλι να τεθεί επικεφαλής στρατιωτικού αποσπάσματος, για την φύλαξη του τάφου. Εκεί είχε ξανά την ευκαιρία και την ευλογία να ζήσει το θαυμαστό γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού. Μέσα στη νύχτα συνταράχτηκε, ο ίδιος και το απόσπασμα, διότι «σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ. ἦν δὲ ἡ ἰδέα αὐτοῦ ὡς ἀστραπὴ καὶ τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ λευκὸν ὡσεὶ χιών. ἀπὸ δὲ τοῦ φόβου αὐτοῦ ἐσείσθησαν οἱ τηροῦντες καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ νεκροί» (Ματθ.28,2-4). Το συνταρακτικό γεγονός του στερέωσε έτι περισσότερο την πίστη στη θεότητα του Χριστού. Με συγκίνησε άκουσε τα λόγια του αγγέλου να αναγγέλλει την Ανάστασή Του στις Μυροφόρες και τους Αποστόλους!
Χωρίς να χάσει χρόνο πήγε στον Πιλάτο, στον οποίο εξιστόρησε το μεγάλο θαύμα, βεβαιώνοντάς τον ότι δεν υπάρχει κανένα ενδεχόμενο κλοπής του σώματος του καταδικασμένου. Όταν οι Ιουδαίοι τον πλησίασαν και προσπάθησαν να τον δωροδοκήσουν, για να πει ότι δήθεν κοιμήθηκε ο ίδιος και η φρουρά και οι μαθητές έκλεψαν το σώμα του Ιησού, αρνήθηκε κατηγορηματικά να δεχτεί κάτι τέτοιο, φωνάζοντας: «Τα μάτια μου είδαν το θαύμα και η ψυχή μου την αλήθεια. Σας διαβεβαιώνω ότι ούτε εγώ, ούτε οι δύο άλλοι στρατιώτες κοιμήθηκαν, έστω για λίγο. Η αλήθεια είναι πιο δυνατό από τα αργύριά σας. Μάταιο κόπο κάνετε να σκοτεινιάσετε αυτό που λάμπει περισσότερο από τον ήλιο. Εγώ θα εξακολουθώ να ομολογώ την Ανάσταση του Χριστού».
Κατόπιν ο Λογγίνος παραιτήθηκε από το αξίωμά του, έψαξε και βρήκε τους Αποστόλους, κατηχήθηκε και έλαβε το άγιο Βάπτισμα. Ακολούθως αποσύρθηκε στην πατρίδα του την Καππαδοκία, στη Σανδιάλη, μαζί με δύο στρατιώτες του, οι οποίοι και αυτοί είχαν πιστέψει στο Χριστό, ιδρύοντας μία πρώιμη χριστιανική κοινότητα στην περιοχή εκείνη, ίσως την αρχαιότερη στην Μικρά Ασία. Εκεί άρχισε να κηρύττει την χριστιανική πίστη, μεταστρέφοντας πολλούς συντοπίτες του Ιουδαίους και Εθνικούς στο Χριστό. Αυτό εξόργισε τους φανατικούς ιουδαίους, οι οποίοι τον μισούσαν θανάσιμα, επειδή βεβαίωσε την ανάσταση του Χριστού και μετέστρεφε ομοπίστους τους στην Εκκλησία. Για να τον εκδικηθούν, τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα της Ρώμης Τιβέριο (14-37 μ.Χ.), για προδοσία κατά του ρωμαϊκού Κράτους διότι υποστήριξε έναν καταδικασμένο για έγκλημα κατά της Ρώμης. Ο Τιβέριος αποδέχθηκε τις κατηγορίες και έδωσε διαταγή στον Πόντιο Πιλάτο να συλλάβει και να τιμωρήσει παραδειγματικά τον αποστάτη πρώην αξιωματικό πού ρωμαϊκού στρατού.
Αυτός έστειλε απόσπασμα στην Καππαδοκία να συλλάβει τον Λογγίνο και να τον οδηγήσει σε αυτόν για να τον τιμωρήσει. Όταν έφτασε το απόσπασμα τη Σανδιάλη και εισέβαλε στο σπίτι του αναζητώντας τον, εκείνος ατάραχος δεν προσπάθησε να διαφύγει, αλλά παρέθεσε παράθεσε πλούσιο γεύμα και προσέφερε φιλοξενία στον επικεφαλής του αποσπάσματος και στους στρατιώτες. Αποδέχτηκαν με ευγνωμοσύνη την φιλοξενία, χωρίς να γνωρίζουν ποιος ήταν πραγματικά ο οικοδεσπότης.
Εν τω μεταξύ οι στρατιώτες αναζητούσαν τον Λογγίνο στην περιοχή, χωρίς αποτέλεσμα. Ύστερα από κάποιες ημέρες αναζήτησης, χωρίς αποτέλεσμα και ενώ ήταν έτοιμοι να επιστρέψουν άπρακτοι στην Ιερουσαλήμ και να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της αποτυχίας τους, ο Λογγίνος τους αποκαλύφτηκε, ότι αυτός ήταν ο καταζητούμενος, αφήνοντάς τους άναυδους! Μάλιστα τους προέτρεψε να τον συλλάβουν και εκτελέσουν διαταγή του Πιλάτου! Εκείνοι με δισταγμούς τον οδήγησαν έξω από την πόλη και τον αποκεφάλισαν, μαζί με τους δύο στρατιώτες του.
Για να βεβαιώσουν τον Πιλάτο την επιτυχή έκβαση της αποστολής τους, πήραν μαζί τους τα κεφάλι του Λογγίνου και των δύο στρατιωτών. Φτάνοντας στην Ιερουσαλήμ τα προσκόμισαν στον Ρωμαίο ηγεμόνα, εκείνος τα πέταξε από το παράθυρο σε παρακείμενο βούρκο.
Αλλά δεν έμελλε να μείνει η τίμια κεφαλή του Λογγίνου στη βρώμα του βούρκου. Μία ευσεβής χήρα γυναίκα της Καππαδοκίας έτυχε να τυφλωθεί. Πίστεψε πως η τίμια κάρα του Λογγίνου θα της έδινε το φως της. Γι’ αυτό πήρε την απόφαση να ταξιδέψει στην Ιερουσαλήμ να βρει και προσκυνήσει την τίμια κάρα του αγίου Μάρτυρα και επικαλεστεί τη βοήθειά του, με οδηγό και βοηθό το γιο της.
Όταν έφτασαν στην Ιερουσαλήμ ο γιος της αρρώστησε και πέθανε. Η γυναίκα γεμάτη θλίψη και απελπισία γύριζε στην αγία Πόλη, με έντονη την ελπίδα, ότι θα έβρισκε την τίμια κάρα. Η θεία χάρις και η βοήθεια του αγίου την οδήγησαν στο βούρκο όπου ήταν ριγμένη. Παρακαλούσε τους περαστικούς να τη βοηθήσουν να φθάσει προς το μέρος της απορρίψεως των απορριμμάτων. Φθάνοντας εκεί, άρχισε να ψάχνει τα βρομόνερα με τα χέρια, ώσπου ένιωσε ότι ψηλαφούσε ένα κρανίο. Μόλις το άγγιξε παραμερίστηκε το σκοτάδι στα μάτια της και είδε την κάρα του αγίου να λάμπει σαν τον ήλιο!
Με δάκρυα χαράς δοξολόγησε το Θεό και παίρνοντάς την στα χέρια της την ασπάσθηκε και την έφερε στο σπίτι που έμενε. Εκεί την καθάρισε, την μύρωσε, γεμίζοντας την ψυχή της με ουράνια αγαλλίαση. Την άλλη μέρα είδε πάλι τον άγιο Λογγίνο πλημμυρισμένο στο φως, με μάτια λαμπρά και κρατώντας από το χέρι το μοναχογιό της χαμογελαστό και ευτυχισμένο της είπε: «Μην κλαις, καλή μου, θα σου δείξω τον τόπο που βρίσκεται ο μοναχογιός σου, στη δόξα του Κυρίου, και θα ξαναβρείς το φως των ματιών σου. Θυμήσου όσα κάποτε σας είπα για το Χριστό, το Σωτήρα μας, για τα Πάθη και την Ανάστασή του, όσα είδα με τα μάτια μου. Και μάθε, ότι ο γιος σου βρίσκεται κοντά στον Ιησού».
Μετά από αυτό, η ευσεβής εκείνη γυναίκα έλαβε μεγάλη παρηγοριά. Πήρε την τίμια κάρα και επέστρεψε στην πατρίδα της την Καππαδοκία. Την τοποθέτησε στο φτωχικό της, κάνοντάς το τόπο προσκύνησης μυριάδων πιστών της περιοχής και πηγή ιαμάτων χιλιάδων ασθενών.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου.
Έτσι δοξάζει ο Θεός όσους Τον τιμούν και έχουν αγαθή προαίρεση, όπως ο άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, ο οποίος, αν και συνέβαλε, εκ καθήκοντος, στην σταύρωση του Θεανθρώπου Λυτρωτή μας, κατέγνωσε την αθωότητά Του, ομολόγησε την θεότητά Του και ο Θεός τον ανάδειξε πολύτιμο σκεύος της Χάρης Του! Αυτό σημαίνει πως και ο μεγαλύτερος αμαρτωλός, εφόσον μετανοήσει ειλικρινά, συγχωρείται και σώζεται! Αυτό είναι το μεγαλείο και η μοναδικότητα της χριστιανικής μας πίστεως!
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ – ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΟΛΕΚΑΣ
(Αδελφός του αγωνιστή Νικηταρά)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μεταξύ των πολυπληθών Νεομαρτύρων στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας υπάρχουν και πολλοί Παιδομάρτυρες, δηλαδή ανήλικα παιδιά, τα οποία ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή τη μαρτυρία τους. Το άωρο της ηλικίας τους δεν τους εμπόδισε να δείξουν ηρωισμό και να καταφρονήσουν τις φοβέρες και τα βασανιστήρια των ανελέητων αλλόθρησκων τυράννων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Νεομάρτυρας – Παιδομάρτυρας Ιωάννης Τουρκολέκας, αδελφός του γνωστού οπλαρχηγού και αγωνιστή Νικηταρά.
Γεννήθηκε στα 1805 στο χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Πατέρας του ήταν ο Σταματέλος Σταματελόπουλος – Τουρκολέκας, περίφημος και ονομαστός για την ανδρεία του, αγωνιστής της περιοχής Λεονταρίου Αρκαδίας, ο οποίος ήταν ο φόβος και ο τρόμος των τούρκων . Μητέρα του ήταν η ευσεβής και γενναία Σοφία, αδελφή της συζύγου (κουνιάδα) του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, την οποία διέκρινε η πίστη και η ευλάβεια στο Θεό, η τιμιότητα και η φλογερή φιλοπατρία. Είχε άλλα τρία αδέλφια, μεταξύ αυτών, τον γνωστό οπλαρχηγό Νικήτα, ή Νικηταρά και τον Νικόλαο, μια ιδιοφυία στην πολεμική τέχνη, την οποία είχε έμφυτη και αργότερα ονομάστηκε λοχαγός.
Στα 1816 ο Ιωάννης, όντας 11 χρονών, μαζί με τον πατέρα του και κάποιον Αναγνώστη, γιο του οπλαρχηγού και αγωνιστή του Πάρνωνα Ζαχαριά, πήγαιναν στο απέναντι νησί των Κυθήρων. Προφανώς είχαν επικηρυχθεί από τις τουρκικές αρχές και ήθελαν να περάσουν στα Κύθηρα, για να γλυτώσουν. Ας σημειωθεί πως το νησί των Κυθήρων ήταν ελεύθερο και ανήκε από το 1815 στο Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων νήσων. Έφτασαν στο λιμάνι της Νεάπολης της Λακωνίας και περίμεναν το πλοίο να περάσουν στην αντίπερα όχθη, αλλά είχε ξεσπάσει κακοκαιρία και επικρατούσε ισχυρή θαλασσοταραχή και ως εκ τούτου ο απόπλους ήταν αδύνατος. Όμως ο αγάς της περιοχής Χουσεΐν πληροφορήθηκε το γεγονός και έστειλε απόσπασμα, τους οποίους συνέλαβε με δόλο και τους έστειλε στην τουρκική αρχή της Μονεμβασιάς. Οι τούρκοι, αφού τους κακοποίησαν, τους έριξαν στη φυλακή του κάστρου.
Ο διοικητής της Μονεμβασιάς δεν ήξερε τι να κάμει τους τρεις φυλακισμένους και γι’ αυτό ζήτησε οδηγίες από τον Βοεβόδα (τοπάρχη) του Μυστρά. Εκείνος τους απάντησε ότι βαρύνονται με σοβαρές κατηγορίες, οι οποίες επισείουν την ποινή του θανάτου. Δηλαδή διέτασσε τη θανάτωσή τους.
Την επόμενη ημέρα ο αγάς διέταξε τον αποκεφαλισμό των δύο ενηλίκων, του πατέρα του αγίου και του Αναγνώστη. Το δε παιδί το οδήγησαν, κατόπιν διαταγής του σε αυτόν. Προφανώς νόμιζε ότι θα μπορέσει να καταφέρει τον εξισλαμισμό του. Είχε προφανώς στο νου του την επιθυμία να το πάρει κοντά του ως ερωμένο του, αφού η παιδεραστία ήταν πολύ διαδεδομένη και νόμιμη στους μουσουλμάνους τούρκους. Τα σεράια τους ήταν γεμάτα από παιδιά χριστιανών, τα οποία άρπαζαν για να ικανοποιούν τις κτηνώδεις ορέξεις τους. Για να το κατορθώσει αυτό έπρεπε να αλλαξοπιστήσει, να εξισλαμισθεί.
Πήρε το παιδί και το οδήγησε στο μέρος που εκείτο το αποκεφαλισμένο σώμα του πατέρα του. Το συμβάν το διηγείται ο ίδιος ο αγωνιστής Νικηταράς, ως εξής: «Στον αδελφό μου πρότειναν ν’ αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του και του λέγουν κάθισε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω κι εγώ εκεί που πάει ο
πατέρας μου. Του ξαναλέγουν· γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά».
Το γενναίο παιδί δε δείλιασε μπροστά στο φοβερό θέαμα του αποκεφαλισμένου πατέρα του και δε σκέφτηκε ούτε στιγμή να ανταλλάξει την πίστη του στον αληθινό Θεό με τη ζωή του. Οι δαιμονικοί και ανελέητοι αλλόθρησκοι δε λυπήθηκαν το απροστάτευτο ορφανό παιδί. Γι’ αυτούς, όπως επιτάσσει το Κοράνιο και διδάσκει η ισλαμική παράδοση, όποιος φονεύσει «άπιστο», δηλαδή Χριστιανό, έχει εξασφαλισμένο τον παράδεισο! Έτσι, χωρίς δισταγμό ύψωσαν το φονικό ξίφος και έκοψαν το κεφάλι του ηρωικού Ιωάννη, ο οποίος προστέθηκε στη χορεία των Νεομαρτύρων και Παιδομαρτύρων. Η σφαγή των τριών αυτών ανθρώπων έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1816, έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού» στην παλαιά Μονεμβασιά. Εκεί, στο δάπεδο της αυλής του Ναού, όπου έγινε η σφαγή του Παιδομάρτυρα Ιωάννη σχηματίστηκε με το αίμα του ένας Σταυρός, φανερό σημείο ότι εισήλθε στη Βασιλεία του Θεού, στη χορεία των Μαρτύρων!
Τα κεφάλια, του Μάρτυρα Ιωάννη και των άλλων δύο ανδρών, τα πήραν οι τούρκοι και τα έστειλαν πεσκέσι στον πασά της Τριπόλεως, τα δε σώματά τους τα έθαψαν σε άγνωστο μέρος στη Μονεμβασιά. Ο τόπος όπου εκτελέστηκε ο άγιος Ιωάννης και σχηματίστηκε ο τίμιος Σταυρός με το αίμα του, έγινε τόπος προσκυνήματος των Χριστιανών, σημειώνονταν πολλά θαύματα και κατέστη πηγή παρηγοριάς και στήριξης των αγωνιζόμενων Ελλήνων.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Οκτωβρίου την ημέρα του μαρτυρίου του, στο χωριό της καταγωγής του Τουρκολέκα της επαρχίας Μεγαλουπόλεως Αρκαδίας, όπου υπάρχει ναός προς τιμήν του.
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΛΟΥΚΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι τέσσερις Ιεροί Ευαγγελιστές, ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης, κατέχουν ιδιαίτερη τιμή μέσα στην Εκκλησία μας, διότι αξιώθηκαν να γίνουν οι συγγραφείς των τεσσάρων Ευαγγελίων, τα οποία αποτελούν τους τέσσερις στύλους, πάνω στους οποίους στηρίζεται η χριστιανική μας πίστη, μαζί με τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης και την Ιερά Παράδοση. Στο άρθρο μας αυτό θα ασχοληθούμε με τον ιερό ευαγγελιστή Λουκά.
Καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και είχε ελληνική καταγωγή. Ήταν πολύ μορφωμένος και ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού. Γνώριζε άριστα την ελληνική γλώσσα, όπως και την εβραϊκή. Αυτό φαίνεται καθαρά από τα ιερά συγγράμματά του, το τρίτο Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, όπου κανένας άλλος συγγραφέας της Καινής Διαθήκης δεν μπορεί να φθάσει την καλλιέπεια του λόγου του. Παράλληλα ήταν και άριστος ζωγράφος. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και την Αθήνα.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες από τη ζωή του πριν τη συνάντησή του με τον απόστολο Παύλο. Εικάζουμε ότι ήταν ειδωλολάτρης. Γνώρισε προφανώς τον Χριστιανισμό στην Αντιόχεια. Αφ’ ότου γνώρισε τον απόστολο Παύλο συνδέθηκε μαζί του και έγινε αφοσιωμένος μαθητής του και ακόλουθός του ως το μαρτυρικό του τέλος. Κήρυξε με θέρμη και ζήλο τη νέα σώζουσα πίστη στη Θράκη, τη Μακεδονία, την Θεσσαλία, την Αχαΐα, την Ασία, την Κύπρο, το Ιλλυρικό, την Ιουδαία και την Μ. Ασία, μεταστρέφοντας πλήθος ειδωλολατρών και Ιουδαίων στον Χριστιανισμό.
Θεώρησε σκόπιμο να γράψει, όσα είχε ακούσει από τους αγίους Αποστόλους, τον απόστολο Παύλο, τη Θεοτόκο και άλλους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες, για το θείο Πρόσωπο και το έργο του Κυρίου, δεκαπέντε χρόνια μετά την Ανάληψή Του. Να μείνει εσαεί αιώνιο γραπτό μνημείο και μαρτυρία στην Εκκλησία του Χριστού. Συνέγραψε λοιπόν το γνωστό μας «Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο», το τρίτο κατά σειράν βιβλίο της Καινής Διαθήκης. Σε αυτό αρχίζει με τη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και με ζωηρότητα και ακριβή χρονολόγηση περιγράφει τη Γέννηση του Κυρίου, τη δράση, τα θαύματα, το σταυρικό Πάθος και την Ανάστασή Του, με ακριβείς ιστορικές συγκυρίες και χάρη λογοτεχνική. Τέλος αυτός κατέγραψε τις περισσότερες παραβολές του Χριστού με άφθαστη παραστατικότητα.
Συνέγραψε επίσης και το πέμπτο κατά σειράν ιερό βιβλίο της Καινής Διαθήκης, τις «Πράξεις των Αποστόλων», ήτοι: την πρώτη εκκλησιαστική ιστορία της Εκκλησίας μας, στο οποίο εκθέτει τη δική του εμπειρία για την ίδρυση και την ανάπτυξη της πρώτης Εκκλησίας. Αρχίζει με το θαυμαστό γεγονός της Θείας Αναλήψεως, περιγράφει με καταπληκτικές λεπτομέρειες το μεγάλο και θαυμαστό γεγονός της Πεντηκοστής, το πρώτο κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου, τη βάπτιση τριών χιλιάδων ακροατών του και την ίδρυση της Εκκλησίας. Στη συνέχεια αναφέρεται στην ζωή της πρώτης Εκκλησίας, στη δράση των αποστόλων, αφιερώνοντας το μεγαλύτερο μέρος στη δράση του αποστόλου Παύλου.
Ως αποδέκτης και των δύο ιερών βιβλίων του αναφέρεται κάποιος «κράτιστος Θεόφιλος», τον οποίο αγνοούμε. Πιθανόν να ήταν κάποιος επιφανής, ο οποίος ζήτησε από τον Λουκά πληροφορίες για τη νέα πίστη.
Η ευσεβής παράδοση αναφέρει πως ο Λουκάς υπήρξε και εξαίσιος ζωγράφος, ο οποίος εικονογράφησε το ιερότατο πρόσωπο της Θεοτόκου, με την οποία έζησε αρκετό καιρό στην Ιερουσαλήμ. Φημισμένες Ιερές Εικόνες Της αποδίδονται στον σ’ εκείνον, όπως η Ιερή Εικόνα του Μ. Σπηλαίου, της Παναγίας Κύκκου της Κύπρου,
της πόλεως Βιλίνα της Ρωσίας. Στον άγιο Λουκά αποδίδονται επίσης και άλλες γνωστές Ιερές Εικόνες της Θεοτόκου.
Η ιεραποστολική του δράση συνέπεσε με την κήρυξη των διωγμών του ρωμαϊκού κράτους εναντίον των Χριστιανών. Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία, βλέποντας την ρώμη της νέας πίστης, φοβήθηκαν για τα άνομα και δεισιδαίμονα συμφέροντά τους και γι’ αυτό έπεισαν τους διεφθαρμένους ρωμαίους να εγείρουν σκληρό διωγμό εναντίον των Χριστιανών, ως δήθεν επικίνδυνους για την έννομη τάξη. Χιλιάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν, με τη βοήθεια των ειδωλολατρών ιερέων, βασανίζονταν φρικτά για να θυσιάσουν στα είδωλα. Όσοι αρνούνταν θανατώνονταν μέσω απερίγραπτων βασανισμών.
Έτσι λοιπόν και ο άγιος και ευαγγελιστής Λουκάς έγινε στόχος των φανατικών ειδωλολατρών. Σύμφωνα με την επικρατέστερη παράδοση, μετά τον μαρτυρικό θάνατο του αποστόλου Παύλου το 68 μ. Χ. ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στα μέρη της Βοιωτίας, όπου με το φλογερό του κήρυγμα μετέστρεφε πλήθος ειδωλολατρών στην αληθινή χριστιανική πίστη. Επίσης ασκούσε και το ιατρικό επάγγελμα, θεραπεύοντας δωρεάν τους αρρώστους. Αυτό θορύβησε και εξόργισε τους ειδωλολάτρες ιερείς της περιοχής, οι οποίοι έβλεπαν να ερημώνουν τα «ιερά» τους και να χάνουν πλούτη από τις δεισιδαίμονες πρακτικές τους, όπως τη μαγεία, την μαντική και τις διάφορες αγυρτείες, τις οποίες πωλούσαν αδρά ως «θεραπείες» στους άτυχους πιστούς του παγανισμού. Παρότρυναν λοιπόν τον φανατισμένο ειδωλολατρικό όχλο, ο οποίος όρμισε και συνέλαβε τον ένθερμο άγιο Λουκά. Μη σεβόμενοι τα γεράματά του τον υπέβαλαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια. Εξουθενωμένο, τον κρέμασαν σε μια ελιά, όπου παρέδωσε την αγία του ψυχή στο Θεό, σε ηλικία ογδόντα χρονών.
Οι Χριστιανοί περιμάζεψαν το τίμιο λείψανό του και το έθαψαν με μεγάλες τιμές κοντά στη Θήβα. Από τη μαρμάρινη λάρνακά του έρρεε μύρο, το οποίο ευωδίαζε σε μεγάλη απόσταση. Γινόταν επίσης εκεί πάμπολλα θαύματα, κάνοντας πολλούς ειδωλολάτρες να γίνονται Χριστιανοί. Ο βυζαντινός αυτοκράτωρ Κώνστας (337-350) μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη τα Ιερά Λείψανά του, όπως και των άλλων αποστόλων, τα οποία εναπέθεσε, ως πολύτιμο θησαυρό, στον ναό των Αγίων Αποστόλων. Βρισκόταν εκεί ως την άλωση από τους σταυροφόρους το 1204, τα οποία οι αντίχριστοι εισβολείς τα έκλεψαν και τα μετέφεραν στη Δύση. Σήμερα σώζεται η λάρνακα του αγίου στη Βοιωτία, εντός περικαλλούς ναού, όπου συνεχίζονται να επιτελούνται θαύματα.
Η ιερή του μνήμη εορτάζεται στις 18 Οκτωβρίου.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση