Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ: ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι ασκητική γραμματεία κατέχει μια πολύ σπουδαία θέση στη διδασκαλία και στη
ζωή της Εκκλησίας μας. Πρόκειται για σπουδαιότατα κείμενα αγίων ασκητών,
προϊόντα βαθύτατου πνευματικού στοχασμού και σοφίας. Περιέχουν την εμπειρία
των αγίων γερόντων, οι οποίοι βίωσαν την ευλογημένη πορεία της ασκήσεως και των
αρετών και την κατέγραψαν, για να είναι εσαεί στους πιστούς πολύτιμο βοήθημα
μεθόδων άσκησης και πνευματικής προκοπής.
Στην κορυφή της ασκητικής γραμματείας βρίσκονται και το κείμενα ενός μεγάλου
ασκητή της Εκκλησίας μας, του Αββά Ισαάκ του Σύρου. Τα βαθυστόχαστα και
ψυχωφελή του συγγράμματα είναι από τα κυριότερα αναγνώσματα των μοναχών και
όλων όσων αγωνίζονται για την αρετή και την απαλλαγή από τα πάθη και τα άλγη της
αμαρτίας.
Δυστυχώς γνωρίζουμε πολύ λίγα για το βίο και την προσωπικότητα του μεγάλου
άνδρα, και αυτά από έμμεσες πηγές. Γεννήθηκε περί τα μέσα του 7 ου αιώνα
πιθανότατα στη Συρία. Κατ’ άλλους στη Νινευή της Μεσοποταμίας, και κατ’ άλλους
στην αραβική χερσόνησο, στο σημερινό Κατάρ. Δε γνωρίζουμε τα ονόματα των
γονέων του, ούτε για τα παιδικά του χρόνια. Εικάζουμε ότι οι γονείς του ήταν
χριστιανοί και του εμπέδωσαν από μικρό την πίστη και την ευσέβεια. Όταν έγινε
έφηβος, αποφάσισε με τον αδελφό του να αφιερωθούν στη μοναχική ζωή. Έτσι
αποσύρθηκαν στη Μονή του αγίου Μάρτυρα Ματθαίου. Ο Ισαάκ έδειξε ασυνήθιστη
προσαρμογή και ζήλο για τον μοναχισμό. Σύντομα αναδείχτηκε ως ο πλέον
αξιοσέβαστος αδελφός της Μονής.
Μετά από λίγο καιρό ζήτησε από τον ηγούμενο της Μονής να φύγει για την
έρημο, διότι πίστευε πως η ησυχία της ερήμου θα τον βοηθούσε περισσότερο στον
πνευματικό του αγώνα. Έφυγε λοιπόν για μια ερημική περιοχή, όπου μόνος με το
Θεό, με άσκηση, προσευχή, νηστεία και αγρυπνία, κατόρθωσε να καθαρθεί από τα
πάθη του και να ανέβει σε ύψη αρετής και αγιότητας. Όμως οι αδελφοί της Μονής
αισθάνθηκαν το κενό που άφησε η απουσία του Ισαάκ και γ’ αυτό τον παρακαλούσαν
να γυρίσει στη Μονή και να γίνει ο πνευματικός τους καθοδηγητής. Αλλά ο Αββάς
δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να αφήσει την αγαπημένη του ερημική ζωή.
Αυτό που δεν κατόρθωσαν οι μοναχοί, το κατόρθωσε ο επίσκοπος της περιοχής.
Του ζήτησε να κατέβει στον κόσμο για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην
Εκκλησία. Ο άγιος ασκητής υπάκουσε και κατέβηκε και χειροτονήθηκε επίσκοπος
της μεγάλης πόλεως Νινευή. Δε γνωρίζουμε πόσο καιρό έμεινε στον επισκοπικό
θρόνο. Πιθανότατα παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την έρημο. Οι περισσότεροι
μελετητές υποστηρίζουν ότι ο Αββάς Ισαάκ, παρέμεινε πέντε μήνες μετά τη
χειροτονία του, παραιτήθηκε και έφυγε ξανά για την αγαπημένη του έρημο, κοντά
στην οροσειρά Chuzistan, στην περιοχή της αρχαίας Σουσιανής και αργότερα στη
Μονή Rabban Sabor.
Ως ασκητής ο Αββάς Ισαάκ, με τον πνευματικό του αγώνα και το φωτισμό του
Αγίου Πνεύματος, έφτασε σε ύψη καθάρσεως και αγιότητας. Απέκτησε μια σπάνια
πνευματική εμπειρία, την οποία κατέγραψε στα συγγράμματά του για να βοηθήσει
και άλλους ανθρώπους. Προσευχόμενος έγταφε αδιάκοπα και με τα δάκρυά του
έβρεχε τα χειρόγραφά του.
Στη Μονή Rabban Sabor έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του,
προσευχόμενος, μελετώντας και γράφοντας. Όντας υπέργηρος, και εξαιτίας της
αυστηρής άσκησης και της πολλής μελέτης έχασε το φως του. Πέθανε και ετάφη στη
Μονή και δεν γνωρίζουμε το χρόνο της κοίμησής του.
Ο αββάς Ισαάκ δεν ανακηρύχτηκε ποτέ επίσημα άγιος της Εκκλησίας μας, επειδή
έζησε σε περιοχή που κυριαρχούσε η αίρεση του νεστοριανισμού και κάποιοι τον
θέλουν, εσφαλμένα και αστήρικτα, να είχε ασπασθεί την αίρεση και μάλιστα
ισχυρίζονται ότι είχε χειροτονηθεί επίσκοπος της νεστοριανής «εκκλησίας».
Αυτή η φήμη καλλιεργήθηκε και διαδόθηκε τα τελευταία χρόνια από
οικουμενιστικούς κύκλους, για να προωθήσουν τον, θρησκευτικό συγκρητισμό. Όμως
τα θαυμαστά συγγράμματά του αποδεικνύουν το αντίθετο, ότι όχι μόνο δεν
αποκλίνουν από την Ορθοδοξία, αλλά την επιβεβαιώνουν. Ο ομότιμος καθηγητής της
Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ π. Θεόδωρος Ζήσης είχε γράψει τα εξής σημαντικά:
«φαίνεται ότι με την χάριν του Θεού διεφυλάχθη καθαρός από την νεστοριανήν
αίρεσιν, όπως τούτο συνάγεται εκ της αναγνώσεως των έργων του. Εις αυτά
αποκαλεί την Παναγίαν Θεοτόκον. Αναφερόμενος δε εις την ενανθρώπησιν
ομιλεί ορθοδόξως και δεν νεστοριανίζει».
Την ορθόδοξη πίστη του αββά Ισαάκ αποδέχτηκαν μεγάλοι Πατέρες της
Εκκλησίας μας, όπως, ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο άγιος Γρηγόριος ο
Παλαμάς, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, κ.α. δεχόμενοι τα συγγράμματά του, ως
ακραιφνή ορθόδοξα και υψηλού περιεχομένου πνευματικότητας. Έτσι, στην
αλάνθαστη συνείδηση των πιστών, από τα αρχαία χρόνια ως σήμερα, θεωρείται
άγιος. Στο Άγιο Όρος πολλοί μοναχοί τιμούν τη μνήμη του στις 28 Ιανουαρίου, μαζί
με τη μνήμη του αγίου Εφραίμ του Σύρου. Σε πολλούς ναούς έχουν ιστορηθεί
εικόνες του και αναγράφεται ως άγιος.
Από τα συγγράμματά του, στην ελληνική κυκλοφορούν οι «Ασκητικοί Λόγοι»
του, οι οποίοι είχαν μεταφραστεί από τα συριακά το 9 ο αιώνα από μοναχούς
Πατρίκιο και Αβράμιο της Μονής του Αγίου Σάββα της Παλαιστίνης. Έκτοτε
αποτελούν πολύτιμα αναγνώσματα σε όλο τον ελληνόφωνο χριστιανικό κόσμο και
μελετούνται από μοναχούς και κοσμικούς, κυρίως σε περιόδους νηστείας, όπως είναι
η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Είναι γνωστό πως κορυφαίοι πνευματικοί Γέροντες της
Εκκλησίας μας συστήνουν ιδιαίτερα τα έργα του Αββά Ισαάκ του Σύρου, ως βοήθεια,
στην πνευματική τους άσκηση.
ΟΣΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ Ο ΣΥΡΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ
ΔΑΚΡΥΩΝ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Συρία υπήρξε η αρχέγονη κοιτίδα του Χριστιανισμού. Άλλωστε εκεί
καθιερώθηκε και η ονομασία των Χριστιανών, από το όνομα του Χριστού
(Παρξ.11,25). Μυριάδες άνδρες και γυναίκες άγιοι Σύριοι λαμπρύνουν την αγία μας
Εκκλησία. Ένας από αυτούς είναι και ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο οποίος διακρίθηκε
για την ασκητική του βιωτή και τους αγώνες του για την Ορθοδοξία. Συγκαταλέγεται
δε στους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας.
Καταγόταν από τα μέρη της Συρίας, γεννήθηκε όμως πιθανότατα στην πόλη
Νίσιβη της Μεσοποταμίας, περί το 306. Οι γονείς του ήταν πιστοί χριστιανοί και
μάλλον έχασαν τη ζωή τους κατά τον μεγάλο διωγμό, που είχε εξαγγείλει ο
παράφρων και θρησκομανής αυτοκράτορας Διοκλητιανός (285-305), ομολογώντας
την πίστη τους στο Χριστό. Ο Εφραίμ μένοντας ορφανός, τον περιμάζεψε ο
επίσκοπος της Νισίβεως Ιάκωβος, ο οποίος τον ανέθρεψε με μεγάλη στοργή και
φροντίδα, διαβλέποντας τον αδαμάντινο χαρακτήρα του παιδιού. Φρόντισε μάλιστα
να τον σπουδάσει, ώστε κατέστη σοφός δάσκαλος. Αυτό φαίνεται από τα σπουδαία
συγγράμματά του, τα οποία κληροδότησε στην Εκκλησία. Γνώριζε άπταιστα την
ελληνική, την λατινική και την συριακή γλώσσα, γράφοντας και μεταφράζοντας τα
έργα του σε όλες αυτές τις γλώσσες.
Από νωρίς είχε αποφασίσει να γίνει μοναχός. Να αφιερωθεί στην υπηρεσία της
Εκκλησίας. Πράγματι, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του και ένοιωσε τον εαυτό του
ώριμο, αποσύρθηκε στην έρημο. Εκεί με αδιάλειπτη προσευχή νηστεία, αγρυπνία και
πόλεμο κατά των παθών του αποκάθηρε τον εαυτό του και έφτασε σε υψηλές
πνευματικές σφαίρες. Θεωρείται δε ως ο άγιος των δακρύων. Αστείρευτα δάκρυα
έτρεχαν από τα μάτια του. Έκλαιε γοερά σε όλη του τη ζωή, χύνοντας ποτάμια
δακρύων. Έκλαιε για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους ανθρώπους, διότι
αγωνιούσε για την σωτηρία της ψυχής, την οποία θεωρούσε ως το πολυτιμότερο
πράγμα στον κόσμο. Αυτό φαίνεται καθαρά μέσα στα περισπούδαστα συγγράμματά
του. Ιδιαίτερη συγκίνηση προκαλούν οι αναφορές του στην Μέλλουσα Κρίση, μέσω
των οποίων προσπαθούσε να προκαλέσει συναγερμό στον άνθρωπο για το τραγικό
γεγονός της αδέκαστης κρίσης. Να διεγείρει πνεύμα αληθινής και ειλικρινούς
μετάνοιας στην κάθε ψυχή. Να προκαλέσει δάκρυα μεταμέλειας στον κάθε
αμαρτωλό, διότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος επανένωσης με το Θεό παρά η
πραγματική και έμπρακτη μετάνοια, η οποία θα συνοδεύεται από στεναγμούς και
δάκρυα.
Είχε επιλέξει έναν ερημικό τόπο για την άσκησή του, μακριά από τους
πειρασμούς και τους θορύβους του κόσμου, απαλλαγμένος από τις εγκόσμιες
μέριμνες. Επειδή όμως θεωρούσε υποχρέωσή του να βοηθάει και άλλους ανθρώπους
να οδηγηθούν στη σωτηρία, άφηνε συχνά το αγαπημένο ησυχαστήριό του, και
περιφέρονταν σε διάφορες περιοχές για να ωφελήσει και να ωφεληθεί.
Την εποχή εκείνη οι Πέρσες είχαν καταλάβει την Νίσιβη και προξένησαν
σφαγές και καταστροφές. Ο Εφραίμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πατρίδα του
και να μεταβεί για ασφάλεια στην πόλη Έδεσα της Μεσοποταμίας. Με την ευκαιρία
αυτή ήθελε να προσκυνήσει και τα άγια Λείψανα των Μαρτύρων και των Αγίων, που
κατείχε η Εκκλησία εκεί. Έλπιζε επίσης ότι θα έβρισκε εκεί και ενάρετους αγίους
ανθρώπους να ωφεληθεί από αυτούς. Αλλά στο δρόμο του συνάντησε μια διαβόητη
πόρνη της πόλεως. Έπιασε συζήτηση μαζί της, με αποτέλεσμα τη μετάνοια εκείνης
και την ωφέλεια τη δική του.
Ύστερα από λίγο καιρό έφυγε από την Έδεσα και πήγε στην Καισάρεια της
Καππαδοκίας για να συναντήσει τον Αρχιεπίσκοπο Μ. Βασίλειο, για να συζητήσει
μαζί του τα μεγάλα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει οι αιρέσεις στην Ανατολή
και κύρια η αρειανική λαίλαπα. Είχε την βεβαιότητα πως ο ουρανοφάντωρ
επίσκοπος Βασίλειος είχε να τον διδάξει πολλά. Όπως διηγείται ο ίδιος, όταν έφτασε
στην Καισάρεια, συνάντησε τον Βασίλειο όταν εκείνος δίδασκε. Είδε ένα περιστέρι
στον δεξιό ώμο του, το οποίο του ψιθύριζε στο αυτί, αυτά που έλεγε ο μεγάλος
Πατέρας. Αυτό σήμαινε για τον Εφραίμ, ότι ήταν το στόμα του Αγίου Πνεύματος.
Μίλησε μαζί του και για μέρες εξέταζαν την κατάσταση. Ο Εφραίμ έφυγε
ενθουσιασμένος και ωφελημένος για την πατρίδα του, όπου άρχισε να κηρύττει την
ορθόδοξη πίστη, με την ευγλωττία που τον διέκρινε. Μάλιστα αναφέρει το συναξάρι
του, δίδασκε με τόση ευκολία και γρηγοράδα, ώστε φαινόταν ότι τα έβλεπε στο χαρτί
και να τα διάβαζε! Δεν πρόφθανε να λέει η γλώσσα του, όσα ο νους του υπαγόρευε!
Αποσύρθηκε ξανά στην έρημο και ζούσε με αδιάκοπη άσκηση και προσευχή, η
οποία συνοδεύονταν από άφθονα δάκρυα. Απέβαλλε κάθε υλικό αντικείμενο, ζώντας
σε απόλυτη ακτημοσύνη. Έζησε σε τέτοια θεληματική φτώχεια ώστε κανένας άλλος
δεν την ένοιωσε ποτέ άλλοτε παρόμοια!
Την εποχή εκείνη είχε αφιχθεί στην Ανατολή ο αιρεσιάρχης Απολλινάριος, ο
οποίος αρνούνταν την ενσάρκωση του Θεού Λόγου. Είχε συγγράψει τις κακοδοξίες
του σε ογκώδες βιβλίο. Ο Εφραίμ, με μια έξυπνη ενέργεια, προμηθεύτηκε το
κακόδοξο σύγγραμμα, το οποίο εμπότισε με κόλλα και το αχρήστευσε, ώστε ο
Απολλινάριος να μην μπορεί να το χρησιμοποιήσει κατά την Β΄ Οικουμενική
Σύνοδο!
Κοιμήθηκε ειρηνικά το 379, ζητώντας να του βγάλουν όλα τα καινούρια
ενδύματα και να τον θάψουν με ράκη, σε ένδειξη τέλειας ταπείνωσης. Η μνήμη του
εορτάζεται στις 28 Ιανουαρίου.
Ο Όσιος Εφραίμ ανήκει στους μεγάλους ασκητές, Πατέρες και ομολογητές της
Εκκλησίας μας. Φωτεινό παράδειγμα αληθινού μοναχού, ο οποίος έζησε ολόκληρη τη
ζωή του, χύνοντας ποταμούς δακρύων μετανοίας. Δίκαια χαρακτηρίζεται ως ο κατ’
εξοχήν άγιος των δακρύων. Δείχνει με το παράδειγμά του και σε μας τους
σύγχρονους Χριστιανούς το δρόμο της ειλικρινούς μετάνοιας. Τα ψυχωφελή
συγγράμματά του αποτελούν πολύτιμη παρακαταθήκη για την Εκκλησία μας και
πηγή πλούσιου πνευματικού ανεφοδιασμού για όσους θέλουμε να εντρυφήσουμε
στην ορθόδοξη πνευματικότητα.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ο ΧΙΟΠΟΛΙΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια πλειάδα Νεομαρτύρων είχε εξισλαμισθεί με το ζόρι και κατόπιν
επιστρέφοντες στην πίστη του Χριστού, υπέστησαν το μαρτύριο. Σε αυτή την
κατηγορία ανήκει και ο άγιος Νεομάρτυς Δημήτριος ο Χιοπολίτης.
Γεννήθηκε στη Χίο, στη συνοικία Παλαιόκαστρο, στα τέλη του 18 ου αιώνα από
γονείς φτωχούς και απλοϊκούς, αλλά όμως με στερεή ευσέβεια και πίστη στο Θεό.
Όταν μεγάλωσε μετέβη με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ζαννή στην
Κωνσταντινούπολη προς αναζήτηση εργασίας, διότι η ζωή στο άγονο νησί ήταν
δύσκολη. Προσλήφτηκαν σε κάποια επιχείρηση ως κλητήρες. Μετά από καιρό ο
αδελφός του παντρεύτηκε και αργότερα αρραβωνιάστηκε και ο Δημήτριος μια νέα
από το Σταυροδρόμι της Πόλης. Επειδή όμως δεν πήρε τη συγκατάθεση του αδελφού
του και του αφεντικού του, εκδιώχτηκε από το σπίτι και την εργασία του.
Το γεγονός αυτό λύπησε ιδιαίτερα το Δημήτριο και τον έριξε σε απελπισία, διότι
δεν είχε καθόλου χρήματα να ζήσει. Αλλά μέσα στη λύπη και την απόγνωσή του
θυμήθηκε ότι κάποιος επιφανής και πλούσιος τούρκος του όφειλε κάποια χρήματα,
από παλιά δούλεψή του σ’ αυτόν. Πήγε λοιπόν να του τα ζητήσει, μη γνωρίζοντας
την τραγωδία που τον περίμενε. Την καλοστημένη παγίδα που του είχε στήσει ο
διάβολος.
Όταν έφτασε στο αρχοντικό του τούρκου, ο ίδιος έλειπε και του άνοιξε η κόρη
του, μια έκφυλη νέα. Μόλις αντίκρισε το Δημήτριο, ο οποίος ήταν τότε είκοσι δύο
ετών και ασυνήθιστα όμορφος, κυριεύτηκε από σφοδρό ερωτικό πόθο γι’ αυτόν. Τον
καλοδέχτηκε, τον οδήγησε στο σαλόνι του σπιτιού και τον φίλεψε καφέ και
γλυκίσματα και καπνό. Του είπε να περιμένει τον πατέρα της, προκειμένου να του
δώσει τα χρωστούμενα. Μετά από λίγο δεν έχασε καιρό και του επιτέθηκε με
ανήθικες προθέσεις. Εκείνος σάστισε και την απώθησε. Τότε εκείνη τον
προειδοποίησε πως αν δεν ενέδιδε στις πορνικές ορέξεις της θα τον κατηγορούσε ότι
της επιτέθηκε εκείνος και τότε το μόνο που θα τον έσωζε ήταν ο εξισλαμισμός,
διαφορετικά ο θάνατος. Ο Δημήτριος δυστυχώς ενέδωσε και διέπραξε την αμαρτία,
χωρίς να το θέλει ο ίδιος, αλλά για να γλυτώσει τη ζωή του, όπως έγραψε αργότερα
στους δικούς του. Αλλά και δεύτερη δυστυχία τον βρήκε, η τουρκοπούλα δεν του
επέτρεπε πια να φύγει από το σπίτι και έβαλε φρουρούς να τον φυλάγουν, για να
συνηθίσει στη νέα του ζωή.
Πόνος και θλίψη κυρίευσαν την ψυχή του. Κάθε μέρα και περισσότερο
συνειδητοποιούσε το μεγάλο κρίμα που έβαλε στο κεφάλι του. Προσπάθησε αρκετές
φορές να το σκάσει αλλά δεν τα κατάφερε.
Πέρασαν δύο εφιαλτικοί μήνες στο τούρκικο αρχοντικό. Προσευχόταν μυστικά
και παρακαλούσε το Θεό να τον απαλλάξει από αυτό το μαρτύριο. Κάποιο βράδυ,
στην περίοδο του ραμαζανίου και ενώ όλοι στο σπίτι κοιμούνταν βαθιά, από το πολύ
φαγητό και ποτό, έκαμε το σημείο του σταυρού και κατόρθωσε να ξεφύγει. Έτρεξε
στη συνοικία του Σταυροδρομίου στο σπίτι ενός φίλου του Χριστιανού, τον οποίο
παρακάλεσε να τον κρύψει. Εκείνος τον δέχτηκε και τον έκρυψε. Ο Δημήτριος
κλεισμένος στο απόμερο δωμάτιό του έκλαιγε απαρηγόρητα μέρα και νύχτα. Θρήνοι
και κοπετοί ακουγόταν σε όλο το σπίτι. Ξερίζωνε τα μαλλιά του και ξέσχιζε τα
μάγουλά του από τους θρήνους του και το κακό που τον βρήκε, Κάκιωνε τον εαυτό
του, που δεν αντιστάθηκε στην έκφυλη τουρκοπούλα. Παρακάλεσε το φίλο του να
έρθει πνευματικός στο σπίτι για να εξομολογηθεί το μεγάλο κρίμα του.
Εξομολογήθηκε με αστείρευτα δάκρια, μετανιώνοντας πικρά για την διπλή αμαρτία
του, την πορνεία και την αποστασία.
Η εξομολόγηση απάλυνε τον πόνο του και γαλήνεψε την ψυχή του. Είχε πάρει
την απόφαση να μαρτυρήσει, προκειμένου να ξεπλύνει το ανόμημά του. Έστειλε
μήνυμα στον αδελφό του να συμφιλιωθεί μαζί του και έστειλε γράμμα στους γονείς
του, στο οποίο τους εξηγούσε την πρόθεσή του να ομολογήσει το Χριστό, κάτι που
δεν έκαμε όταν έπρεπε. Τους ζητούσε να τον συγχωρήσουν για τις ανάρμοστες
πράξεις του και να μη λυπηθούν, αλλά να χαρούν για την απόφασή του να
μαρτυρήσει για το Χριστό. Να του δώσουν την ευχή τους να μη δειλιάσει στα
βασανιστήρια που τον περίμεναν. Το γράμμα το έδωσε στον πνευματικό του να το
στείλει εκείνος στους γονείς του, συμπληρώνοντας το μαρτυρικό του τέλος.
Κατόπιν άρχισε μια σκληρή προετοιμασία, με αδιάκοπη προσευχή, νηστεία με
ελάχιστο ψωμί και νερό, αμέτρητε μετάνοιες, αγρυπνία και ανάγνωση ψυχωφελών
βιβλίων. Δεν άργησε να αξιωθεί θείων οπτασιών και αποκαλύψεων, τις οποίες
διηγούνταν στον πνευματικό του. Εκείνος προσπάθησε να τον αποτρέψει από το
μαρτύριο, λέγοντάς του πως υπήρξε κίνδυνος να δειλιάσει από τους αφόρητους
πόνους και πως υπάρχουν και άλλοι τρόποι σωτηρίας. Τον συμβούλεψε να φύγει
μακριά και να ζήσει εν μετανοία.
Αλλά ο Δημήτριος παρέμεινε αμετάπειστος. Τότε ο ιερέας του διάβασε τις
κανονισμένες ευχές, τον έχρισε με άγιο Μύρο, τον κοινώνησε των Αχράντων
Μυστηρίων και του έδωσε την ευχή του.
Την άλλη ημέρα βγήκε από την κρυψώνα του και κατευθύνθηκε στον Καϊμακάμη
(αστυνομικό διευθυντή) της Πόλης. Παρουσιάστηκε μπροστά του και με θάρρος του
είπε: «Άρχοντά μου, γνωρίζετε ότι εγώ ήμουν Χριστιανός αλλά με πίεσαν και με
ανάγκασαν να δεχθώ την μιαρή και καταφρονημένη θρησκεία σας. Όμως εγώ
ήμουν και είμαι Χριστιανός και Χριστιανός θέλω να πεθάνω. Γι’ αυτό ήρθα εδώ
για να ομολογήσω μπροστά σου πως έκανα λάθος και να κηρύξω την αλήθεια
της αγίας πίστεώς μου. Έκανα λοιπόν μεγάλο λάθος, το ομολογώ. Μία είναι η
πίστη , των ευσεβών και ορθοδόξων Χριστιανών». Την ίδια στιγμή πέταξε το
κάλυμμα της κεφαλής του, το οποίο φορούσαν οι μουσουλμάνοι. Όποιος το έβγαζε
δημόσια σήμαινε την άρνηση του Ισλάμ.
Ο Καϊμακάμης συγκράτησε το θυμό του, πήρε το φέσι και του το έδωσε, τάζοντας
αξιώματα και χρήματα αν το φορούσε και γινόταν μουσουλμάνος. Αλλά ο Δημήτριος
δεν του έδινε σημασία. Μετά από αυτό έδωσε διαταγή να τον κλείσουν στην πιο
σκοτεινή και υγρή φυλακή, δένοντάς του τα πόδια με αλυσίδες και το λαιμό με το
βασανιστικό ξύλο. Αλλά ο άγιος και πάλι δεν δείλιασε, αλλά χαιρόταν και περίμενε
με ανυπομονησία το μαρτύριο. Την άλλη μέρα τον οδήγησαν ξανά στον Καϊμακάμη
για μια ύστερη προσπάθεια να πεισθεί να αλλαξοπιστήσει. Όμως εκείνος έμεινε
απαθής μπροστά στις δελεαστικές προτάσεις και τις φοβέρες τους.
Εκείνη την ημέρα συνέβη πέθανε αιφνιδίως ο Καϊμακάμης και τη θέση του πήρε
άλλος πιο αυστηρός και φανατικός Καϊμακάμης, ο οποίος πίεζε ασφυκτικά το
Δημήτριο να αλλάξει γνώμη. Επειδή όμως είδε την αδιαλλαξία του, τον παρέδωσε
στους ανελέητους αστυνομικούς του να τον βασανίσουν. Του έδωσαν πάνω από
επτακόσιους ραβδισμούς και τον γύμνωσαν και ξάπλωσαν σε βασανιστική σανίδα,
δένοντάς του σφικτά και ρίχνοντάς του παγωμένο νερό στο σώμα (ήταν χειμώνας και
έκανε δριμύ ψύχος). Μετά έκαιγαν κεραμίδια και τούβλα τα οποία έβαζαν στο
πρόσωπο και τις μασχάλες του. Ο Μάρτυς τα υπόμενε χωρίς να βγάλει την
παραμικρή κραυγή, παρά μόνο δοξολογούσε το Θεό, ο Οποίος τον αξίωσε να πάθει
για χάρη Του!
Η τουρκοπούλα, η οποία τον είχε παρασύρει στην αμαρτία, έμαθε γι’ αυτόν και
πήγε στη φυλακή να τον δει. Προσπάθησε με δόλιους λόγους να τον πείσει να
αρνηθεί το Χριστό, να τον παντρευτεί και να τον κάνει άρχοντα. Αλλά και πάλι η
χάρις του Θεού τον προστάτεψε. Ο Δημήτριος έμεινε απαθής στις αισχρές προτάσεις
της ασελγούς μουσουλμάνας.
Οι συμπατριώτες του χριστιανοί της Πόλης συγκέντρωσαν χρήματα για να τον
εξαγοράσουν από τους Τούρκους, ισχυριζόμενοι ότι ήταν τρελός. Οι Τούρκοι
συμφώνησαν αλλά διαφώνησε ο Δημήτριος, ο οποίος δεν δέχτηκε την απελευθέρωσή
του και τους παράγγειλε να προσεύχονται για εκείνον, να κρατηθεί ως το τέλος
εδραίος στο μαρτύριό του.
Μετά από εννέα δραματικές ημέρες αφόρητων βασανιστηρίων, βγήκε η
καταδικαστική απόφαση: θάνατος δια αποκεφαλισμού. Το οδήγησαν στον τόπο της
εκτέλεσης, όπου είχαν μαζευτεί πολλοί μουσουλμάνοι να χαρούν το θάνατο του
«απίστου», αλλά και πολλοί χριστιανοί να θαυμάσουν τον ηρωικό Μάρτυρα του
Χριστού. Όταν ο δήμιους σήκωσε το φονικό ξίφος, ο Δημήτριος αναφώνησε:
«Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία Σου». Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα
φτερούγησε η ψυχή του στα ουράνια, για να συναντήσει το Χριστό. Ήταν 29
Ιανουαρίου του 1802.
Αλλά εκείνη την στιγμή έγινε το απροσδόκητο. Οι παρακολουθούντες το
μαρτυρικό τέλος του Μάρτυρα όρμησαν για να πάρουν κάτι από το αγιασμένο σώμα
του. Βουτούσαν υφάσματα στο αίμα του και έπαιρναν τεμάχια από τα αιματοβαμμένα
ρούχα του. Μάταια προσπαθούσαν οι δήμιοι να τους εμποδίσουν, με ραβδισμούς και
προπηλακισμούς! Μάλιστα δόθηκε εντολή να μην δοθεί το τίμιο λείψανό του στους
χριστιανούς να ταφεί, αλλά να ριχτεί στη θάλασσα. Όμως κάποιος δήμιος, προφανώς
δωροδοκούμενος, το παρέδωσε να ταφεί στη νήσο Πρώτη, μέσα σε ναό ενός
μοναστηρίου.
Ο τάφος του ήταν πηγή θαυμάτων, τα οποία αναφέρει στο συναξάρι του ο άγιος
Αθανάσιος Πάριος, ο οποίος το κατέγραψε. Η μνήμη του τιμάται στις 29
Ιανουαρίου.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση