Συνέχεια…Βίοι Αγίων 14-17.12.2025 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

                                                                                                    15.12.2025

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

 

                 

ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΘΥΡΣΩΝ, ΛΕΥΚΙΟΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Οι Μάρτυρες της Εκκλησίας μας αποτελούν μέγα νέφος. Κανείς δεν γνωρίζει τον πραγματικό τους αριθμό, πολλώ δε μάλλον όλα τα ονόματά του. Μας διασώθηκαν τα ονόματα και το μαρτύριο τους μέρος αυτών. Ένας από αυτούς τους καλλίνικους Μάρτυρες είναι και ο άγιος Θύρσων, ο οποίος έχυσε τα αίμα του για το Χριστό.

       Σύμφωνα με το ιερό συναξάρι της ημέρας, μαζί με τον άγιο Θύρσο εορτάζουμε και τη μνήμη άλλων δύο Μαρτύρων, του Λεύκιου και του Καλλίνικου (κατ’ άλλους Κορωνάτου). Έζησαν στα μέσα του 3ου αιώνα μ. Χ., όταν είχαν θεριέψει οι διωγμοί κατά των Χριστιανών και κατά χιλιάδες συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο. Το 249 ανέβηκε στο θρόνο της Ρώμης ο Δέκιος (249-251), ένας θρησκόληπτος, θρησκομανής, δεισιδαίμων και φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας, ο οποίος πίστευε πως οι «θεοί»  της αυτοκρατορίας είχαν ανάγκη από την αναδιοργάνωση της θρησκείας τους, για να δείξουν την εύνοιά τους στο κράτος, το οποίο έδειχνε σημάδια παρακμής. Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της αναδιοργάνωσης ήταν η εξαφάνιση του Χριστιανισμού, ο οποίος θεωρούνταν από τους ειδωλολάτρες ως θρησκεία αποκρουστική και μισάνθρωπη, επειδή έθετε απαγορεύσεις στην έκλυση των ηθών και την ακολασία. Ας μη λησμονούμε ότι η ικανοποίηση των παθών και η ακολασία όχι μόνο δεν θεωρούνταν από τους ειδωλολάτρες κάτι κακό, αλλά ως λατρεία των δαιμονικών «θεών», όπως λ. χ. η «Ιερά Πορνεία», μέσω της οποίας λατρεύονταν η «θεά» Αφροδίτη, ή η μέθη και τα όργια προς τιμήν του Βάκχου. Γι’ αυτό εξήγγελλε σκληρό διωγμό σε όλη την αυτοκρατορία.  Μυριάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν και σύρονταν στα μαρτύρια για να αρνηθούν την πίστη τους στο Χριστό και να θυσιάσουν  στα απαίσια είδωλα.

      Οι προαναφερόμενοι Μάρτυρες κατάγονταν από τη Βιθυνία, κατοικούσαν στην Καισάρεια και ανήκαν όλοι σε διακεκριμένες οικογένειες. Ήταν χαρακτήρες ταπεινοί και αγαπούσαν το Θεό «εν αγάπη ανυποκρίτω» (Β΄Κορ.6,6), δηλαδή με αγάπη πραγματική και ελεύθερη από υποκρισία. Γι’ αυτό απέφευγαν το θόρυβο της δημοσιότητας, αλλά όμως ήταν πασίγνωστοι για τη γεμάτη ελεημοσύνες ζωή τους. Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως οι Χριστιανοί ξεχώριζαν από τους ειδωλολάτρες, στην άσκηση ανυπόκριτης αγάπης για τους συνανθρώπους τους, προς φίλους και εχθρούς, προκαλώντας τον θαυμασμό των ειδωλολατρών, οι οποίοι ήξεραν μόνο να μισούν και να αντιμάχονται. Τους ήταν αδιανόητο να αγαπούν και να ευεργετούν τους εχθρούς τους και γι’ αυτό θεωρούσαν παρανοϊκούς τους Χριστιανούς, οι οποίοι έδειχναν την έμπρακτη αγάπη τους για όλους, ακόμα και για τους εχθρούς τους.

       Ο έπαρχος Κουμβρίκιος, φανατικός ειδωλολάτρης, βλέποντας να προοδεύουν οι χριστιανοί, προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους περιορίσει. Ήταν ένας από τους πλέον συνεπείς επάρχους, ο οποίος εφάρμοζε με ακρίβεια και φανατισμό την αυτοκρατορική διαταγή εναντίον των Χριστιανών. Αυτή η κατάσταση οδήγησε το Λεύκιο να μεταβεί στον έπαρχο. Τον παρακάλεσε να είναι ανεκτικότερος προς τους Χριστιανούς. Να εξετάσει καλλίτερα την πίστη τους, η οποία είναι κατασυκοφαντημένη από τους ειδωλολάτρες και μάλιστα τα ειδωλολατρικά ιερατεία, τα οποία παρακινούν τους κυβερνώντες Ρωμαίους, να κινούν άδικους διωγμούς προς αυτούς. Μόλις το άκουσε αυτό ο Κουμβρίκιος, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με τα αιτήματα του Λευκίου, αλλά αμέσως τον συνέλαβε και τον καταδίκασε σε θάνατο. Το επόμενο πρωί τον οδήγησε έξω από την πόλη και τον αποκεφάλισε.

       Το γεγονός λύπησε τους χριστιανούς, αλλά άναψε ακόμα περισσότερο τη φλόγα της πίστης τους προς το Χριστό. Οι διωγμοί και τα μαρτύρια έφερναν αντίθετα

αποτελέσματα. Μετά από δύο ημέρες, πήγε άλλος χριστιανός στον έπαρχο, ο Θύρσος. Του είπε θαρραλέα πως η ειδωλολατρία είναι πλάνη, θρησκεία των δαιμόνων. Πως οι δαίμονες πλανεύουν τους ανθρώπους, λανσάροντας ψεύτικους και ανήθικους «θεούς», οι οποίοι υπαγορεύουν στους ανθρώπους να τους λατρεύουν και να τους μιμούνται στην ανηθικότητα. Πως τελικός νικητής θα είναι ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να σώσει και να απαλλάξει τον άνθρωπο από τη δουλεία του διαβόλου.

        Αυτά και άλλα πολλά σοφά λόγια του Θύρσου άκουσε και ένας ιερέας των ειδώλων, ο Καλλίνικος, ο οποίος ήταν παρών. Η ψυχή του φωτίστηκε και κατάλαβε την πλάνη του. Με χαρά και θάρρος άρχισε να αναφωνεί την μεταστροφή του στο Χριστό, δήλωσε ότι είναι πλέον Χριστιανός και απαρνείται τα είδωλα. Το πρόσωπο του ειδωλολάτρη επάρχου αλλοιώθηκε από το θυμό και άρχισε να φωνάζει σαν δαιμονισμένος. Τον εξόργισαν τα λόγια του Θύρσου, αλλά περισσότερο η μεταστροφή στην πίστη στο Χριστό του ιερέα των ειδώλων Καλλινίκου. Φώναξε αμέσως τους στρατιώτες, στους οποίους παρέδωσε τους δύο ηρωικούς ομολογητές για να θανατωθούν.  Τον μεν Καλλίνικο τον αποκεφάλισαν, τον δε Θύρσο τον πριόνισαν. Ο ηρωικός Μάρτυρας υπέμεινε με πρωτοφανή ηρωισμό τον μαρτυρικό θάνατο. Οι ψυχές τους πέταξαν στα ουράνια για να συναντήσουν το Χριστό, για χάρη του Οποίου έχυσαν το αίμα τους, για να συνδοξάζονται και να συμβασιλεύουν αιώνια μαζί Του. Η μνήμη και των τριών Μαρτύρων εορτάζεται στις 14 Δεκεμβρίου

       Αυτό είναι το ιερό συναξάρι του αγίου Θύρσου και των άλλων δύο Μαρτύρων, οι οποίοι αντάλλαξαν την άνεση, τη δόξα και τα πλούτη αυτής της πρόσκαιρης ζωής, με την πίστη στο Χριστό. Το τίμιο αίμα τους πότισε αρκούντος το δένδρο της αγίας μας Εκκλησίας, γι’ αυτό και το χρώμα της είναι το κόκκινο, όμοιο με το αίμα των εκατομμυρίων Μαρτύρων Της.

      Το μαρτύριο και οι Μάρτυρες είναι η μόνιμη κατάσταση μέσα στην Εκκλησία, διότι ο μεγάλος εχθρός Της, ο διάβολος χρησιμοποιεί τα επί γης όργανά του για να την καταργήσει, διότι γνωρίζει ότι η Εκκλησία σώζει τα ανθρώπινα πρόσωπα και τα αναγάγει στη σφαίρα της κατά χάριν θεώσεως. Και στις δικές μας τραγικές ημέρες συνεχίζονται τα μαρτύρια των Χριστιανών στις εμπόλεμες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, όπου φανατικοί ισλαμιστές, με οδηγό το Κοράνιο, καταδιώκουν, συλλαμβάνουν, βασανίζουν και θανατώνουν οικτρά τους Χριστιανούς. Μέγα νέφος Μαρτύρων και σήμερα πλουτίζουν τις τάξεις των αγίων στη Θριαμβεύουσα Εκκλησία, στον ουρανό.

 

 

ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΩ: Η ΕΛΕΗΜΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΔΟΜΕΝΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

      Πολλοί βυζαντινοί αυτοκράτορες έζησαν αγία ζωή και συγκαταλέγονται στους αγίους της Εκκλησίας μας, καθ’ ότι δεν αλλοτριώθηκαν από την εγκόσμια δόξα και εξουσία, γενόμενοι διάκονοι του Θεού και του λαού Του. Ανάμεσά τους συγκαταλέγεται η αγία Θεοφανώ η ελεήμων βασίλισσα του Βυζαντίου.

      Γεννήθηκε το 862 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς πατρικίους, τον Κωνσταντίνο και την Άννα. Την απέκτησαν κατόπιν προσευχής, καθ’ ότι ήταν άτεκνοι. Αλλά η χαρά τους για τη γέννηση της μικρής Θεοφανούς μεταβλήθηκε σε λύπη, αφού η μητέρα της πέθανε από δυστοκία. Την ανατροφή της ανάλαβε μια αφοσιωμένη τροφός του αρχοντικού της. Ο πατέρας της φρόντισε να τη μορφώσει, όπως ταίριαζε στις βυζαντινές αρχοντοπούλες. Ένας ευλαβής και σοφός δάσκαλος είχε αναλάβει την διαπαιδαγώγησή της. Η Θεοφανώ μεγάλωσε με θεοσέβεια και αποκτούσε αρετές και ήταν προικισμένη με σπάνιο σωματικό κάλλος.

      Όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α΄ (867-886) και η αυτοκράτειρα Ευδοκία έμαθαν για την όμορφη, ενάρετη και καλλιεργημένη Θεοφανώ, την οποία ζήτησαν ως σύζυγο, από τον πατέρα της, για τον γιό τους Λέοντα, (τον μετέπειτα αυτοκράτορα) ΣΤ΄ τον Σοφό. Όμως ο Λέων δεν την ήθελε, διότι συμπαθούσε την Ζωή Ζαούτζαινα. Όμως ο τραχύς Βασίλειος τον νύμφευσε με το ζόρι με την Θεοφανώ, χωρίς ο Λέων να το θέλει και η Θεοφανώ να το γνωρίζει! Ο γάμος πραγματοποιήθηκε με μεγαλοπρέπεια, χωρίς ουσιαστικά τη θέληση των νεόνυμφων! Ο πνευματικός της γέροντας Ευσέβιος είχε αναλάβει να τους στηρίξει και να τους ενώσει ψυχικά. 

      Σε λίγο καιρό η Θεοφανώ έμεινε έγκυος, γεγονός που γέμισε χαρά το παλάτι. Γέννησε ένα πανέμορφο κοριτσάκι, την Ευδοκία. Ο Λέων προσποιήθηκε ότι χάρηκε, διότι είχε το νου του στη Ζωή, την οποία δεν μπορούσε να ξεχάσει. Το συναισθηματικό κενό που τους χώριζε ήταν εμφανές. Η Θεοφανώ έβλεπε αυτή την ανυπόφορη κατάσταση και η μόνη παρηγοριά της ήταν η προσευχή. Ζούσε ως μοναχή και μάλιστα λέγεται πως κάτω από τα πολυτελή της ενδύματα φορούσε τρίχινο ράκος! 

       Μια φρικτή συκοφαντία από κάποιον μάγο και αγύρτη οδηγεί το Βασίλειο να στείλει εξορία τον Λέοντα στη Θεσσαλονίκη, ότι δήθεν ετοίμαζε δολοφονία του. Τον ακολούθησε και η Θεοφανώ με την κόρη τους Ευδοκία. Μαζί τους πήγε και ο πνευματικός τους Ευσέβιος. Η Θεοφανώ συμπαραστέκεται στον Λέοντα και τον απέτρεψε από την αυτοκτονία. Μετά από τρία χρόνια αποκαλύφτηκε η αλήθεια και επέστρεψε το πριγκιπικό ζευγάρι στη Βασιλεύουσα.

         Μετά από λίγο καιρό πέθανε η πεθερά της Ευδοκία και η Θεοφανώ στέφτηκε Αυγούστα. Από τη θέση της αυτή ασκεί μια πρωτόγνωρη φιλολαϊκή εξουσία. Γίνεται η προστάτης των φτωχών και κατατρεγμένων. Ιδρύει φιλανθρωπικά ιδρύματα και ενισχύει οικονομικά χιλιάδες ενδεείς. Όμως η σχέση της με τον Λέοντα χειροτερεύουν, αφού εκείνος συνάπτει ερωτικές σχέσεις με τη Ζωή, παραμελώντας επιδεικτικά την Θεοφανώ. Ο Βασίλειος διέταξε την μαστίγωση του Λέοντα και την εξορία της Ζωής. Η Θεοφανώ κρατά απίστευτη στάση αξιοπρέπειας και ανεξικακίας, προσευχόμενη για το ατόπημα του συζύγου της.  

       Όμως το 886 ο Βασίλειος πεθαίνει και ο Λέων γίνεται αυτοκράτορας. Πρώτο του μέλημα ήταν να φέρει στο παλάτι την Ζωή και να ανακηρύξει τον πατέρα της «βασιλοπάτορα» και πρωθυπουργό και να υποβιβάσει την Θεοφανώ σε απλή σύμβουλό του! Επειδή δεν είχε αποκτήσει αγόρι από την Θεοφανώ ζητούσε να αποκτήσει από τη Ζωή.

       Στο μεταξύ έρχεται ένα ακόμα τραγικό συμβάν για την Θεοφανώ. Αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε η εννιάχρονη κόρη της Ευδοκία. Ο χαμός της γέμισε με απέραντη απελπισία την Θεοφανώ και την απομάκρυνε ακόμα περισσότερο από την καρδιά του Λέοντα. Επίσης η ακόλαστη Ζωή τη διέβαλε συνεχώς στον Λέοντα, ώστε άρχισε να καλλιεργεί στην ψυχή του, όχι απλά αποστροφή για εκείνη, αλλά μίσος. Όταν ο πνευματικός της Ευσέβιος θέλησε να μιλήσει στον αυτοκράτορα για την κατάσταση, εκείνος τον έστειλε εξορία. 

       Η Θεοφανώ δεν έχει άλλο στήριγμα από το Θεό και την Παναγία. Ώρες ολόκληρες έμεινε κλεισμένη στο δωμάτιό της προσευχόμενη. Η θερμή προσευχή την γαληνεύει και τη δίνει κουράγιο να ζήσει. Παράλληλα άρχισε να διαφαίνεται και η αγιότητά της. Σώζει θαυματουργικά ένα ετοιμοθάνατο κορίτσι. Η είδηση έφτασε σε όλη την αυτοκρατορία. Ο λαός εκφράζει την αγάπη του και την συμπάθειά του για εκείνη. Αλλά αυτή παραμένει ταπεινή και εντείνει την φιλανθρωπική της δράση. Μεταβάλλει τη θλίψη της σε κοινωνική προσφορά. Ολημερίς τρέχει στα ιδρύματα και στα νοσοκομεία, περιθάλποντας τους ασθενείς. Έκτισε δε και την Μονή της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολύτριας στη Χαλκιδική.

      Περί το 893 αποσύρθηκε σε ένα μοναστήρι στις Βλαχέρνες, δίνοντας την ευκαιρία να παντρευτεί ο Λέων την Ζωή.

       Όμως έρχεται και η αρρώστια. Οι συνεχείς θλίψεις, η συζυγική απόρριψη και κύρια ο θάνατος της πολυαγαπημένης κόρης της κλόνισαν την υγεία της. Αρρώστησε βαριά. Το δυσάρεστο νέο διαδόθηκε σε όλη την Πόλη. Ο λαός, ο οποίος την υπεραγαπούσε, συγκλονίστηκε θρηνούσε και προσεύχονταν για την αγαπημένη του βασίλισσα. Πανέτοιμη για το μεγάλο της ταξίδι, ξαπλωμένη στο νεκροκρέβατό της, βλέπει τον Κύριο να την περιμένει μέσα σε ένα εκτυφλωτικό φως. Της εμφανίζεται επίσης η κορούλα της Ευδοκία χαρούμενη να την περιμένει!

      Ζήτησε να δει και τον Λέοντα. Του φιλάει τα χέρια και του ζητά συγνώμη για τις τυχόν παραλήψεις της και του εύχεται μακροημέρευση και επιτυχία στο έργο του. Μετά κοιμήθηκε ειρηνικά, το 893. Η ψυχή της φτερούγισε στον ουρανό, να συναντήσει τον Σωτήρα Χριστό και την κορούλα της Ευδοκία. Ήταν μόλις 31 ετών! Το τίμιο λείψανό της, όταν έγινε η εκταφή του, βρέθηκε άφθορο και πραγματοποιούσε άπειρα θαύματα. Η Εκκλησία μας την ανακήρυξε αγία και η μνήμη της εορτάζεται στις 16 Δεκεμβρίου. Το χαριτόβρυτο λείψανό της βρίσκεται σήμερα στον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι.     

 

 

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ, Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΖΩΩΝ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

       Οι άγιοι της Εκκλησίας μας, ως φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού, καταστάθηκαν προστάτες της ζωής μας και της θείας δημιουργίας. Τα ζώα είναι και αυτά εκλεκτά και αξιοθαύμαστα δημιουργήματα του Θεού, επιτελώντας σπουδαία αποστολή στη διαδικασία της ζωής, γι’ αυτό και έχουν την ευλογία να έχουν και αυτά τον προστάτη άγιό τους: τον άγιο Ιερομάρτυρα Μόδεστο.

     Ο βίος του είναι αρκετά συγκεχυμένος. Η παράδοση διέσωσε δύο διαφορετικά συναξάρια, σαν να πρόκειται για δύο αγίους με το όνομα Μόδεστος. Ο ένας φέρεται να έζησε τον 4ο αιώνα και ο άλλος τον 7ο. Και οι δύο χρημάτισαν Αρχιεπίσκοποι (Πατριάρχες) Ιεροσολύμων.

     Εδώ θα παραθέσουμε το συναξάρι του αγίου που έζησε τον 4ο αιώνα.  Ο ένδοξος και συμπαθής αυτός άγιος γεννήθηκε στην πόλη Σεβάστεια του Πόντου το 300 μ. Χ. Γονείς του ήταν οι ευλαβείς Ευσέβιος και Θεοδούλη, πιστοί χριστιανοί. Όταν ήταν μόλις πέντε μηνών βρέφος ο Μόδεστος ο πατέρας του κατηγορήθηκε ως εχθρός του αυτοκράτορα Μαξιμιανού και συνελήφθη. Προφανώς η πραγματική αιτία ήταν η χριστιανική του πίστη, η οποία απαγορεύονταν με την ποινή του θανάτου την εποχή εκείνη και θεωρούνταν ως πράξη εχθρική προς το ρωμαϊκό κράτος. Οι χριστιανοί διώκονταν και φονεύονταν κατά χιλιάδες, ως εχθροί του αυτοκράτορα και της αυτοκρατορίας.

     Η ευσεβής Θεοδούλη όταν πληροφορήθηκε για την σύλληψη και την φυλάκιση του αγαπημένου της συζύγου, πήρε το βρέφος της αγκαλιά και πήγε στις φυλακές να τον συναντήσει. Φτάνοντας πλήρωσε τους φρουρούς, να της επιτρέψουν να τον επισκεφτεί. Βλέποντάς τον, με δάκρυα στα μάτια αποφάσισαν από κοινού να έχουν το ίδιο τέλος. Παρακάλεσαν την Παναγία να τους αξιώσει να φύγουν απ’ αυτή τη ζωή αντάμα. Έτσι και έγινε. Το επόμενο πρωί ο δεσμοφύλακας, καθώς πήγε να δώσει ψωμί στους κρατούμενους, τους βρήκε νεκρούς, με το βρέφος ακόμα ζωντανό αγκαλιά. Το παρέλαβε και το έδωσε σε κάποιον ειδωλολάτρη άρχοντα.

      Το παιδί όταν έφτασε σε ηλικία δεκατριών περίπου ετών έμαθε από τον άρχοντα την αλήθεια για τους πραγματικούς του χριστιανούς γονείς και αποφάσισε να βαπτιστεί χριστιανός. Προφανώς, μετά από την απόφασή του αυτή ο ειδωλολάτρης άρχοντας τον έδιωξε και τον πήρε στην προστασία του κάποιος χριστιανός χρυσοχόος από την Αθήνα. Τον έφερε στη Αθήνα, όπου τον έκαμε παιδί του. Αλλά τα δύο άλλα παιδιά του χρυσοχόου τον αντιμετώπιζαν με ζήλια και εχθρότητα, βλέποντας την πνευματική ωριμότητα και τις αρετές του. Γι’ αυτό μετά από το θάνατο των γονιών τους τον πούλησαν ως δούλο στην Αίγυπτο, σε έναν ειδωλολάτρη αφέντη.

      Αλλά, όπως φαίνεται, ο Θεός δεν τον είχε εγκαταλείψει. Ο νεαρός χριστιανός Μόδεστος με το παράδειγμά του και τα σωτήρια λόγια του κατάφερε να κατηχήσει, να μεταστρέψει και να βαπτιστεί ο κύρης του. Μετά από αυτό εκείνος τον απελευθέρωσε και αυτός έφυγε για τους Αγίου Τόπους, για να προσκυνήσει τα ιερά προσκυνήματα. Όταν έφτασε στον Πανάγιο Τάφο οι προσκυνητές είδαν ένα παράδοξο και θαυμαστό γεγονός: οι πύλες του ιερότερου χριστιανικού προσκυνήματος άνοιξαν από μόνες τους για να εισέλθει ο Μόδεστος! Αυτό το γεγονός θεωρήθηκε ως θεόσταλτο σημείο από τους χριστιανούς της Σιωνίτιδος Εκκλησίας. Μάλιστα επειδή ο αρχιεπισκοπικός θρόνος βρισκόταν σε χηρεία, ο λαός απαίτησε να εκλεγεί ο Μόδεστος.

      Ο Μόδεστος παρά τους δισταγμούς του υποχώρησε στην απαίτηση του πλήθους και ανάλαβε τον αρχιεπισκοπικό θρόνο του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου. Με την ανάληψη του υψηλού υπουργήματός του, άρχισε ένα σπουδαίο ποιμαντικό και φιλανθρωπικό έργο. Υπερασπίστηκε την  αγία ορθόδοξη πίστη από τις αιρέσεις και

κύρια τον αρειανισμό, ο οποίος την εποχή εκείνη λυμαίνονταν την Εκκλησία και καταδίωκε με μανία τους ορθοδόξους. Χιλιάδες ενδεείς εύρισκαν καταφύγιο και προστασία στον άγιο επίσκοπο.

       Παρά το φόρτο των ποιμαντικών του και φιλανθρωπικών καθηκόντων του ασκούνταν ο ίδιος στην αρετή και στην αγιότητα. Προσεύχονταν νυχθημερόν,

νήστευε και προόδευε πνευματικά. Είχε φτάσει σε ύψη αγιότητας, ώστε του δόθηκε από το Θεό το χάρισμα της θαυματουργίας. Πλήθος ασθενών προσέτρεχε σ’ αυτόν για να βρει τη θεραπεία του. Αλλά δεν θεράπευε μόνο ανθρώπους, θεράπευε και τα ζώα. Είχε καταστεί προστάτης και θεραπευτής των πλασμάτων αυτών του Θεού. Θεράπευε τα άρρωστα κατοικίδια και ιδιαίτερα τα βόδια και τους ημιόνους. Η ευεργεσία του προς τα ζώα εκδηλώθηκε κυρίως στο μαρτύριό του.

       Κάποιος ηγεμόνας της περιοχής, ο οποίος ήταν μάλλον αιρετικός, φανατικός αρειανός, κατ’ άλλους Εβραίος, μισούσε την ορθόδοξη πίστη και είχε βάλλει ως στόχο τον άγιο Επίσκοπο Μόδεστο. Κλήθηκε να απολογηθεί ενώπιον του και ομολόγησε ευθαρσώς την αληθινή ορθόδοξη πίστη. Εκείνος έγινε θηρίο από το θυμό του και διέταξε τους στρατιώτες του να βασανίσουν τον άγιο και να τον θανατώσουν. Έδεσαν τα μέλη του σε δύο άγριους ημιόνους, τους χτύπησαν, με σκοπό να διαμελίσουν τον άγιο. Εκείνος όμως σήκωσε το χέρι του, ευλόγησε τα ζωντανά και εκείνα έφυγαν και τον άφησαν λυμένο και άθικτο. Ο μανιακός ηγεμόνας εξοργίστηκε περισσότερο και έδωσε εντολή να δέσουν ξανά τον άγιο στους δύο ημίονους, πιο σφικτά, από τα χέρια και τα πόδια, να τους χτυπήσουν άγρια, ώστε να διαμελίσουν σίγουρα τον ομολογητή Επίσκοπο. Καθώς άρχισαν να τον σέρνουν τα ζώα, εκείνος φώναξε δυνατά: «Εάν ο Θεός είναι μαζί μας, κανείς δεν είναι εναντίον μας». Τα ζώα ηρέμισαν και βάδιζαν πλάι – πλάι, χωρίς να προξενούν κακό στον άγιο προστάτη τους.

     Τότε παραβρέθηκε εκεί ένας φτωχός βοσκός ο οποίος πλησίασε τον άγιο και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει ένα μοσχάρι για να ζήσει την οικογένειά του. Ο Μόδεστος πρόσταξε τους ημίονους να σταματήσουν να τον τραβούν. Ευλόγησε τον βοσκό και τα ζωντανά του, λέγοντας: «Ο Θεός, που ευλόγησε τα βόδια και τα πρόβατα του Αβραάμ, να σου χαρίζει κάθε χρόνο δύο μοσχάρια, ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό». Ταυτόχρονα οι ημίονοι γύρισαν από εκεί που ξεκίνησαν, προστατεύοντας τον άγιο προστάτη τους.

      Το θαύμα εξαγρίωσε ακόμη περισσότερο τον ηγεμόνα, ο οποίος διέταξε να ακολουθήσουν ανείπωτα βασανιστήρια. Του έμπηξαν καρφιά στα πόδια του, τον λιθοβόλησαν, τον έριξαν σε καζάνι με καυτό μολύβι, τον έδεσαν σε κολώνα, τον άλειψαν με λάδι και πίσσα και του έβαλαν φωτιά. Όμως τίποτε δεν πτόησε τον άγιο. Βλέποντας ο θηριώδης ηγεμόνας ότι δεν έφερναν αποτέλεσμα τα βασανιστήρια, διέταξε να αποκεφαλιστεί.

      Τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης και ο Μόδεστος προσευχήθηκε για τελευταία φορά στο Χριστό, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε σε όλη την επίγεια ζωή του: ««Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, ο δημιουργός του φωτός, αξίωσέ με να βρεθώ στη βασιλεία Σου. Εσένα Δεσπότη μου πόθησε και λαχτάρησε η ψυχή μου και για χάρη Σου υπέμεινα και καταφρόνησα τα βασανιστήρια. Μη με κρίνεις ανάξιο της φιλανθρωπίας Σου. Αξίωσέ με, όποιος στο εξής εορτάζει τη μνήμη μου και τιμά το μαρτύριό μου, να είναι ευλογημένος από Σένα και να του χαρίζονται πλούσια τα ελέη Σου. Να αποδιώχνεις από το σπίτι του και από τα ζώα του κάθε ασθένεια και βλάβη, να τα πληθύνεις, όπως πλήθυνες τα  κοπάδια του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ και όλων των δούλων σου, διότι Εσύ είσαι ο μόνος ευλογητός στους αιώνες των αιώνων. Αμήν»! Κατόπιν έσκυψε την

 

τίμια κεφαλή του στον δήμιο και εκείνος την απέκοψε, φτερουγίζοντας η ψυχή του στα ουράνια. Ο ένδοξος μαρτυρικός του θάνατος συνέβη το 374, ημέρα Παρασκευή σε ηλικία 74 ετών.

     Η μνήμη του εορτάζεται στις 16 Δεκεμβρίου, ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του. Κάποιοι θέλουν να εορτάζεται στις 18 Δεκεμβρίου. Θεωρείται, όπως είπαμε, ο προστάτης των ζώων και τιμάται ιδιαίτερα από τους κτηνοτρόφους, οι οποίοι τον επικαλούνται για την υγεία του ζωικού τους κεφαλαίου.

 

 

 

ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΖΑΚΥΝΘΟΥ: Ο ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΑΝΕΞΙΚΑΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

     Το μόνιμο θαύμα στη ζωή της Εκκλησίας μας είναι οι άγιοί Της. Η αέναη παρουσία τους σ’ Αυτή φανερώνει περίτρανα το σωτήριο έργο Της στον κόσμο, η Οποία μεταμορφώνει τα ανθρώπινα πρόσωπα σε θεοειδείς υπάρξεις. Οι άγιοι της Εκκλησίας, ως εικόνες του Χριστού, ως σώματα Χριστού, είναι ο ίδιος ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες. Μια τέτοια εικόνα του Χριστού και αγιασμένο κύτταρο του αγίου Σώματός Του υπήρξε και ο Άγιος Διονύσιος Ζακύνθου.

      Γεννήθηκε το 1547 στο χωριό Αιγιαλός της Ζακύνθου. Το κοσμικό του όνομα ήταν Δραγανίνος, ή Γραδενίνος Σιγούρος. Οι ευσεβείς, εύποροι και αριστοκράτες γονείς του Μώκιος και Παυλίνα τον μεγάλωσαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Μάλιστα φρόντισαν να είναι ανάδοχός του ο άγιος Γεράσιμος, ο ονομαστός ασκητής και άγιος της Κεφαλονιάς. Φρόντισαν επίσης να του δώσουν και κοσμική μόρφωση, προσλαμβάνοντας στο αρχοντικό τους τον ονομαστό δάσκαλό της εποχής Καιροφυλά. Ιδιαίτερα φρόντισαν να πάρει εκκλησιαστική παιδεία. Έμαθε αρχαία ελληνικά, λατινικά και ιταλικά. Ήδη έφηβος ήταν καταρτισμένος θεολόγος, όπως φαίνεται από το νεανικό του θεολογικό έργο υπομνήματα στον Γρηγόριο το Θεολόγο.

      Σε ηλικία είκοσι ετών έχασε τους γονείς του. Η ως τότε ζωή του, εμποτισμένη με την ευσέβεια, την ασκητικότατα και τη θεολογική παιδεία, τον οδήγησαν να πάρει την απόφαση να γίνει μοναχός. Μοίρασε την μεγάλη περιουσία του στους φτωχούς και εκάρη μοναχός στην περίφημη Μονή Στροφάδων, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ. Εκεί αφιερώθηκε στην προσευχή, την άσκηση, τη μελέτη των αγίων γραφών και την κάθαρση των παθών. Σε δύο μόλις χρόνια έγινε ηγούμενος της Μονής. 

      Ένα χρόνο μετά θα χειροτονηθεί πρεσβύτερος, παρά τη θέλησή του, από τον μητροπολίτη Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Θεόφιλο. Το 1577 αποφάσισε να πάει στους Αγίους Τόπους να προσκυνήσει τα ιερά προσκυνήματα και ιδιαίτερα τον Πανάγιο τάφο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Πέρασε από την Αθήνα να πάρει την ευλογία του επισκόπου Νικάνορα, ο οποίος εκτιμώντας την ευσέβεια, τον εκκλησιαστικό του ζήλο και τη μόρφωσή του τον πρότεινε να χειροτονηθεί επίσκοπος της χηρεύουσας επισκοπής Αιγίνης. Συμφώνησε μαζί του και ο Πατριάρχης Ιερεμίας, και παρά τη θέλησή του, χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Αιγίνης και τότε πήρε το όνομα Διονύσιος. Το έργο τους ως αρχιεπίσκοπος Αιγίνης υπήρξε σημαντικότατο, από άποψη ποιμαντικής και κοινωνικής ευποιίας. Έγινε ο στοργικός πατέρας όλου του ποιμνίου του, ο οποίος φρόντιζε για την πνευματική του προκοπή και την ανακούφιση από τις δυσκολίες και τα προβλήματα της ζωής.

     Όμως ο προσωπικός του ασκητικός αγώνας και το ακατάπαυτο ποιμαντικό του έργο κλόνισαν σοβαρά την υγεία του, ώστε να μη μπορεί να ασκήσει την υψηλή επισκοπική του διακονία. Το 1579 ζήτησε με επιστολές τους στον Οικουμενικό Πατριάρχη και το Μητροπολίτη Αθηνών να δεχτούν την παραίτησή του από την επισκοπή και να του επιτρέψουν να επιστρέψει στην αγαπημένη του Ζάκυνθο, να ζήσει ως απλός μοναχός. Ο Πατριάρχης αποδέχτηκε την παραίτησή του, όμως τον προχείρισε χωρεπίσκοπο Ζακύνθου. Αλλά η επιστροφή του στη Ζάκυνθο δημιούργησε έχθρες στο περιβάλλον του επισκοπικού περιβάλλοντος. Κάποιοι μάλιστα τον συκοφάντησαν στον τότε τοπικό ηγεμόνα Νικόλαο Δαπόντε για υπέρβαση εξουσίας και ανατρεπτική δράση, ο οποίος ζήτησε την παραίτησή του από τα καθήκοντά του. Ο ταπεινός άγιος δέχτηκε με ευχαρίστηση και ανακούφιση την παραίτηση, για να μην προκληθούν εξαιτίας του σχίσματα και έχθρες και αποσύρθηκε στην αγαπημένη του Μονή να ζήσει ως απλός μοναχός. Με προσευχή,

νηστείες και αγρυπνίες διερχόταν το υπόλοιπο του βίου του, καθαρίζοντας και αγιάζοντας τον εαυτό του.

      Εκεί όμως του συνέβη το απροσδόκητο. Κατέφυγε κάποτε ένας καταδιωκόμενος από τις αρχές φονιάς. Ο άγιος τον δέχτηκε με καλοσύνη και ύστερα από ερωτήσεις έμαθε ότι το θύμα ήταν ο αδελφός του Κωνσταντίνος Σιγούρος! Δεν τον κατέδωσε, τον έκρυψε με πόνο ψυχής και άφθαστου ψυχικού μεγαλείου. Φρόντισε όμως να τον μεταπείσει και να μετανοήσει για τη θανάσιμη αμαρτία που διέπραξε! Η πράξη του αυτή θα μείνει ως αιώνιο παράδειγμα βίωσης της χριστιανικής αρετής της ανεξικακίας!

     Στα τέλη της ζωής του αποσύρθηκε στη Μονή της Θεοτόκου Αναφωνήτριας, όπου δεχόταν πλήθος ανθρώπων για να εξομολογηθούν και να παρηγορηθούν από τις σοφές συμβουλές του. Στις 17 Δεκεμβρίου του 1622 παρέδωσε την αγία του ψυχή στα χέρια του Κυρίου, τον Οποίο αγάπησε και υπηρέτησε πιστά σε όλη του τη ζωή. Τάφηκε, σύμφωνα με επιθυμία του, στο παρεκκλήσι του αγίου Γεωργίου στις Στροφάδες. Μετά από τρία χρόνια έγινε εκταφή του τιμίου σκηνώματός του και βρέθηκε άφθορο να ευωδιάζει, απτή απόδειξη της αγιότητάς του! Το 1703 έγινε η επίσημη αγιοκατάταξή του, όμως οι ευσεβείς Ζακυνθινοί τον τιμούσαν εξαρχής ως άγιο.

      Το σεπτό του λείψανο διατηρείται ως τα σήμερα στην πόλη της Ζακύνθου ακέραιο, ως πολύτιμος θησαυρός, αγιάζοντας τους πιστούς και επιτελώντας άπειρα θαύματα, εις δόξαν Θεού! Άλλωστε τα άγια λείψανα για μας τους ορθοδόξους πιστούς δεν έχουν το χαρακτήρα του αποκρουστικού και του μιάσματος, όπως έχουν στις διάφορες αιρέσεις και τα διάφορα θρησκεύματα. Τα λείψανα των αγίων μας είναι τα αγιασμένα μέλη του Σώματος του Χριστού, θεωμένα, φορείς των ακτίστων ενεργειών του Θεού και γι’ αυτό ευωδιάζουν και θαυματουργούν. Ορισμένα μάλιστα, όπως αυτό του αγίου Διονυσίου, έλαβαν τη χάρη της αφθαρσίας και δεν υπέστησαν τη φυσική φθορά, ως αδιάσειστο τεκμήριο της εν Χριστώ μελλούσης αναστάσεως όλων των κεκοιμημένων ανθρώπων!

   

  

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *