Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ: Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο 4 ος μ. Χ. αιώνας υπήρξε η πιο κρίσιμη εποχή για τόσο για την Εκκλησία, όσο
και για την παγκόσμια ιστορία. Κι’ αυτό διότι οι χρόνοι εκείνοι ήταν η μεταβατική
περίοδος από τον παλιό προχριστιανικό κόσμο, στον καινούριο, τον χριστιανικό. Σε
αυτή την μετάβαση, η οποία δεν ήταν πάντα ήρεμη, συνέβαλλαν τα μέγιστα οι
Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Μελέτιος
Επίσκοπος Αντιοχείας.
Γεννήθηκε στην πόλη Μελιτηνή της Μικράς Αρμενίας το 310. Δεν γνωρίζουμε
σχεδόν τίποτε για την παιδική και νεανική του ζωή. Για πρώτη φορά αναφέρεται το
έτος 357, ο οποίος εμφανίζεται ως αντίπαλος των αιρετικών Ομοιουσιανών, μιας
αρειανικής παρατάξεως, και οπαδός του Επισκόπου Καισαρείας της Παλαιστίνης
Ακακίου. Με εισήγηση του Ακακίου, ο Μελέτιος εξελέγη από την Σύνοδο του 358,
Επίσκοπος Σεβαστείας. Απ’ ότι φαίνεται, δεν έμελλε να στερεώσει στο θρόνο του,
διότι, οι φανατικοί οπαδοί του προηγουμένου Επισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου,
του είχαν κηρύξει τον πόλεμο και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραιτηθεί σε λίγο καιρό
και να μεταβεί στη Βέροια της Συρίας.
Το έτος 360 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, στη θέση του μετατεθέντος
στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, Ευδοξίου. Όταν έφτασε στην
Αντιόχεια ο πιστός λαός βγήκε στους δρόμους και του επιφύλαξε λαμπρή υποδοχή,
διότι είχαν πληροφορηθεί για την αγιότητά του και την προσήλωσή του στην
Ορθοδοξία, η οποία δοκιμάζονταν σκληρά από τους αιρετικούς αρειανούς. Όμως και
εδώ δεν κατάφερε να στερεώσει. Οι φανατικοί αρειανοί κατάφεραν να πείσουν τον
αρειανόφρονα αυτοκράτορα Κωνστάντιο (337-361) να τον εκθρονίσει και να τον
στείλει εξορία στην Αρμενία. Στη θέση του δε επέβαλε ένα παλιό συνεργάτη του
Αρείου, τον Ευζώιο.
Όμως οι αρειανοί δεν είχαν υπολογίσει στην αντίδραση του ορθοδόξου λαού της
Αντιόχειας, ο οποίος αντέδρασε σφόδρα, στην εκθρόνιση του Μελετίου και την
αντικατάστασή του από τον αιρετικό Ευζώιο. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς
αποσχίστηκαν και δημιούργησαν το σχίσμα των «Μελετιανών». Παρ’ όλη την
αναστάτωση της τοπικής Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινούσε την
δίκαιη αντίδραση των Ορθοδόξων Αντιοχέων και αυτόν τον ίδιο τον Μελέτιο για την
προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Η ολιγοήμερη επισκοπική του διακονία κατέστη
ικανή να δημιουργήσει ισχυρή αντίσταση στην επιδρομή των αρειανών, οι οποίοι
είχαν την αυτοκρατορική στήριξη.
Ο ιερός Χρυσόστομος, εξαίροντας την αγιότητα και το ήθος του Μελετίου,
αναφέρει έναν χαρακτηριστικό επεισόδιο από την εκθρόνισή του. Όταν συνέλαβαν
τον άγιο και τον οδηγούσαν στην εξορία, με επικεφαλής τον διοικητή της πόλεως, οι
ορθόδοξοι περίμεναν την πομπή έξω από την πόλη. Σταμάτησαν την άμαξα που
οδηγούσε τον άγιο στην εξορία, και ζητούσαν να πάρουν την ευχή του. Όταν είδαν
και τον διοικητή όρμισαν να τον λιθοβολήσουν, για την υλοποίηση της αδικίας εις
βάρος του αγίου Επισκόπου τους. Μάταια προσπαθούσε ο Μελέτιος να τους
σταματήσει. Τότε κάλυψε με το σώμα του το σώμα του διώκτη του διοικητή,
σώζοντας τη ζωή του από την μανία του οργισμένου πλήθους!
Παρέμεινε στην εξορία ως το 362, όταν επανέφερε όλους τους εξόριστους
Επισκόπους ο νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363), ο οποίος,
ήθελε, φαινομενικά μεν να εφαρμόσει την ανεξιθρησκία, δόλια δε, να πλήξει την
Εκκλησία, με εμφύλιο! Επαναφέροντας του εξορίστους ορθοδόξους, που είχαν
εξορίσει οι αρειανοί, υπέβαλλε την Εκκλησία σε μια μεγάλη και ευτυχώς σύντομη
δοκιμασία. Δύο χρόνια μετά, το 365, εξορίστηκε και πάλι από το νέο
αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη (364-378), στα Γήτασα της Αρμενίας, κοντά
στα σύνορα με την Καππαδοκία. Από εκεί ο Μελέτιος είχε επικοινωνία με τον Μ.
Βασίλειο και συζητούσαν για τα μεγάλα προβλήματα της Εκκλησίας.
Το 379 αποκαταστάθηκε και πάλι στην Επισκοπή του. Γυρίζοντας στην
Αντιόχεια, ο πιστός λαός του επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Πρώτη του ενέργεια ήταν να
συγκαλέσει Σύνοδο, η οποία θα ομολογούσε πίστη στις αποφάσεις της Α΄ εν Νικαία
Οικουμενικής Συνόδου (325), η οποία είχε καταδικάσει όλες τις μέχρι τότε αιρέσεις
και ιδιαίτερα την πιο επικίνδυνη, τον αρειανισμό. Η τοπική αυτή Σύνοδος θεωρείται
από τις σημαντικότερες Τοπικές Συνόδους αυτής της εποχής.
Το 381 κλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395) να συμμετάσχει
στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Ο άγιος Επίσκοπος
ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Εκκλησίας και έφτασε την Βασιλεύουσα. Λόγω του
σεβασμού των συνέδρων προς το πρόσωπό του, ορίστηκε πρόεδρος της Συνόδου. Σε
αυτή ο Μελέτιος έδειξε την προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη και επέδειξε
υποδειγματική σωφροσύνη και πνευματική ωριμότητα. Όμως δυστυχώς, κατά τη
διάρκεια των εργασιών της Συνόδου ασθένησε και κοιμήθηκε. Οι Πατέρες της
Συνόδου, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα και τη συνοδεία του πιστού λαού της
Βασιλεύουσας κήδευσαν με τιμές τον άγιο Επίσκοπο. Τον επικήδειό του εξεφώνησε ο
άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος σκιαγράφησε την προσωπικότητα του μεγάλου
εκκλησιαστικού άνδρα. Μίλησε για απορφανισμό της Εκκλησίας της Αντιόχεις και
ολοκλήρου της Εκκλησίας. Έκαμε λόγο για την γλυκύτητα του χαρακτήρα του, την
ταπείνωσή του και την ιώβεια υπομονή του από τους ατέλειωτους διωγμούς του.
Λίγο αργότερα, κατ’ απαίτηση του πιστού λαού της Αντιόχειας, το σεπτό του
λείψανο μεταφέρθηκε με μεγάλη και μεγαλόπρεπη πομπή και τοποθετήθηκε στον
τάφο του Αγίου Μάρτυρα Βαβύλα, στο ομώνυμο ναό της πόλεως. Η μνήμη του
τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου.
Η οσία προσωπικότητα του αγίου Μελετίου είναι, πρέπει να είναι, το ζωντανό
παράδειγμα για τους κληρικούς της Εκκλησίας μας. Η πίστη του στο Θεό, η
προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη, την μόνη σώζουσα πίστη, την υπομονή του
στις κακοπάθειες και τους διωγμούς, την ταπείνωσή του και την υπακοή του στην
Εκκλησία, σκιαγραφούν έναν υπέροχο και αληθινό εν Χριστώ άνθρωπο. Ιδιαίτερα
στις δύσκολες και αποκαλυπτικές ημέρες μας, όπου η ορθόδοξη αλήθεια τείνει να
σχετικοποιηθεί και να αποδοθεί εκκλησιαστική υπόσταση στην ποικίλη αιρετική
ετεροδοξία, η προβολή εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων σαν τον άγιο Μελέτιο και
το έργο τους, είναι επιβεβλημένη. Γι’ αυτό ο άγιος Μελέτιος απολαμβάνει τέτοιων
τιμών από την Εκκλησία μας και τοποθετήθηκε στην χορεία των μεγάλων Πατέρων
και διδασκάλων Της!
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΗΣΤΟΣ Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι Νεομάρτυρες αποτελούν την ξεχωριστή χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας,
οι οποίοι ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό και έδωσαν τη ζωή τους για την
σώζουσα ορθόδοξη πίστη, κατά τη διάρκεια των μαύρων χρόνων της τουρκοκρατίας.
Ανάμεσά τους ο άγιος Νεομάρτυς Χρήστος ο Κηπουρός.
Δυστυχώς δεν μας έχουν διασωθεί πολλά στοιχεία για τη ζωή του, ως τα σαράντα
του χρόνια. Γεννήθηκε περί το 1707 στη τη Βόρειο Ήπειρο, στα μέρη κοντά στον
ποταμό Γενούσο και γι’ αυτό μας είναι γνωστός ως «Αρβανίτης». Στα σαράντα του
χρόνια αποφάσισε να μεταναστεύσει από τη φτωχή πατρίδα του, για την αναζήτηση
καλλίτερης ζωής. Προορισμός του η Κωνσταντινούπολη, η καρδιά της οθωμανικής
αυτοκρατορίας, όπου υπήρχαν προϋποθέσεις για να ζήσει ανετότερα. Αποφάσισε να
εργαστεί ως κηπουρός. Κάθε μέρα κατέβαινε στην αγορά και πωλούσε τα προϊόντα
του. Κάποια μέρα του χειμώνα του 1748 πήγε να πουλήσει μήλα. Προθυμοποιήθηκε
κάποιος τούρκος μουσουλμάνος να τα αγοράσει, αλλά σε πολλή χαμηλή τιμή. Όταν ο
Χρήστος αρνήθηκε, εκείνος τον έβρισε και οι δύο άνδρες λογομάχησαν. Ο χριστιανός
κηπουρός έφυγε, χωρίς να του τα πωλήσει.
Ο μουσουλμάνος θεώρησε τη συμπεριφορά του «άπιστου» Χριστιανού
προσβλητική. Κυριευμένος από θυμό και υπερηφάνεια αποφάσισε να τον εκδικηθεί.
Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε το γεγονός πως οι τούρκοι μουσουλμάνοι
κατακτητές δεν έβλεπαν τους κατακτημένους Χριστιανούς ως ισότιμους ανθρώπους,
αλλά ως κατώτερους ανθρώπους. Τους θεωρούσαν μισητούς του Αλλάχ και γι’ αυτό
τους μισούσαν και οι ίδιοι και δεν τους αναγνώριζαν ούτε τα στοιχειώδη δικαιώματα.
Δεν μπορούσαν έτσι να ανεχτούν καμιά αυθάδεια ή αντίδρασή τους, την οποία
τιμωρούσαν αυστηρότατα. Όταν δεν υπήρχε εμφανής αιτία, δημιουργούσαν
απίστευτες συκοφαντίες, τις οποίες δέχονταν σχεδόν άκριτα τα τουρκικά δικαστήρια
και επέβαλαν τις ανάλογες ποινές. Μια από τις προσφορότερες συκοφαντίες ήταν η
δήθεν άρνησή τους της μουσουλμανικής θρησκείας, η οποία τιμωρείται, σύμφωνα με
τις επιταγές του Κορανίου, με θάνατο, εκτός και αν ασπάζονταν πραγματικά το
Ισλάμ. Με αυτή την συκοφαντία σκέφτηκε ο θιγμένος να εκδικηθεί τον αντίδικό του
Χριστιανό κηπουρό.
Έσπευσε λοιπόν στον τούρκο δικαστή της πόλεως, στον οποίο κατάγγειλε τον
Χρήστο ότι δήθεν κάποτε του είχε υποσχεθεί ότι θα ασπαζόταν την ισλαμική
θρησκεία και τώρα αθέτησε την υπόσχεσή του! Η συκοφαντία, ως συνήθως, έγινε
αποδεκτή από τον δικαστή, ο οποίος διέταξε την σύλληψη του Χρήστου.
Εξοργισμένο απόσπασμα γενιτσάρων συνέλαβαν τον άγιο και τον οδήγησαν με
βρισιές δεμένο στο δικαστήριο. Στάθηκε μπροστά στον δικαστή και με θάρρος και
ηρωισμό. Στην ερώτηση του δικαστή, αν αληθεύει η κατηγορία, απάντησε: «Για τ’
όνομα του Θεού, ποτέ δεν είπα τέτοιο λόγο. Εγώ είμαι Χριστιανός και δεν είναι
δυνατόν ν’ αλλάξω την πίστη μου κι αν ακόμα λάβω μύρια βάσανα». Εκείνος δεν
τον πίστεψε και του πρότεινε να ασπασθεί την μουσουλμανική θρησκεία για να σώσει
τη ζωή του. Για να τον δελεάσει μάλιστα του έταξε τιμές, αξιώματα, χρήματα, άνετη
ζωή και ηδονές. Ήταν άλλωστε ένας συνηθισμένους τρόπους να δελεάζουν τους
υπόδουλους ραγιάδες και αν τους κάνουν τούρκους.
Ο Χρήστος, χωρίς λοιπόν να δειλιάσει μπροστά στις απειλές του δικαστή, αλλά
και να δελεαστεί από τις υποσχέσεις του, ομολόγησε και πάλι την πίστη του στον
αληθινό Τριαδικό Θεό και διαβεβαίωσε πως δεν θα αρνηθεί την Ορθοδοξία σε όσα
βασανιστήρια και αν τον παραδώσουν. Με πρωτοφανή ηρωισμό ήλεγξε την πλάνη
της μουσουλμανικής θρησκείας και παρότρυνε τον δικαστή και τους παριστάμενους
να αφήσουν την πλάνη της θρησκείας τους και να γίνουν Χριστιανοί!
Ο δικαστής, ακούγοντας την γενναία απολογία του Χρήστου, και τις υποδείξεις
του, έγινε σωστό θηρίο από την οργή του. Διέταξε τους στρατιώτες να τον
βασανίσουν φρικτά, ελπίζοντας ότι θα του μετέστρεφαν τη γνώμη οι αφόρητοι πόνοι.
Τον οδήγησαν έξω από το δικαστήριο και τον ράβδισαν αλύπητα για πολλή ώρα. Το
σώμα του γέμισε πληγές. Κατάφεραν ακόμη ένα δυνατό κτύπημα στο κεφάλι, το
οποίο αιμορραγούσε ασταμάτητα. Κατόπιν τον έριξαν στο πιο σκοτεινό και υγρό
μπουντρούμι και τον ακινητοποίησαν, δένοντάς του τα πόδια του σε βασανιστικό
ξύλο. Οι πόνοι του ήταν αφόρητοι, αλλά εκείνος τους υπέμεινε με καρτερία, διότι
θεωρούσε τιμή του να υποφέρει για την πίστη του στον αληθινό Θεό και την
προσήλωσή του στην αγία Ορθοδοξία. Προσευχόταν δε αδιάκοπα, παρακαλώντας το
Θεό να του δώσει δύναμη να μη λυγίσει μπροστά στα μαρτύρια.
Μαζί του στη φυλακή ήταν και ο γνωστός λόγιος μοναχός από την Σκόπελο,
Καισάριος Δαπόντες, ο οποίος έγραψε και το μαρτύριο του Μάρτυρα. Βλέποντας το
μαρτύριό του, τον λυπήθηκε και αφαίρεσε κρυφά το βασανιστικό ξύλο από τα πόδια
του. Του έφερε επίσης λίγο ψωμί και νερό, αλλά εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας πως
προτιμάει, για χάρη του Χριστού, να πεθάνει και να πάει κοντά Του πεινασμένος και
διψασμένος!
Το μαρτύριο διήρκησε κάμποσε μέρες και ο δικαστής διαπίστωσε ότι ο Χρήστος
δεν άλλαζε γνώμη. Γι’ αυτό αποφάσισε να τον θανατώσει με αποκεφαλισμό. Πριν το
μαρτύριο ο Χρήστος έβγαλε κι έδωσε στον Καισάριο μίαν ακόνη από ατσάλι, που
είχε στη ζώνη του, παρακαλώντας τον: «Να το δώσεις αυτό» είπε, «να μου κάνουν
μερικές λειτουργίες και μνημόσυνα για την ψυχή μου». Τελικά στις 12
Φεβρουαρίου του 1748 ο Μάρτυς του Χριστού Χρήστος αποκεφαλίστηκε και η
ψυχή του ανέβηκε στον ουρανό να συναντήσει τον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή
του και την οποία θυσίασε για χάρη Του και τη δόξα Του. Η μνήμη του εορτάζεται
στις 12 Φεβρουαρίου, την ημέρα του μαρτυρίου του.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση