Συνέχεια…Βίοι Αγίων 23-25.2.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

«ΩΡΑ ΗΜΑΣ ΗΔΗ ΕΞ’ ΥΠΝΟΥ ΕΓΕΡΘΗΝΑΙ» (Ρωμ.13,11)
(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Τυρινής)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η Αγία μας Εκκλησία όρισε την τετάρτη Κυριακή του Τριωδίου να θυμόμαστε
το τραγικότερο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, την έκπτωση των Πρωτοπλάστων
από την προπτωτική μακαριότητα και την έξωσή τους από τον παράδεισο της τρυφής,
ως επισφράγισμα της προετοιμασίας μας για την Μ. Τεσσαρακοστή.
Ο άνθρωπος, είναι το εκλεκτότερο ποίημά του Θεού, δημιούργημα της άμετρης
αγάπη Του, να μοιραστεί μ ε αυτόν τη δική Του μακαριότητα, να γίνει, με τη δική
του θέληση και τον αγώνα του, κατά χάριν Θεός. Όμως με την συνεργεία του
διαβόλου και την κατάχρηση της δικής του ελεύθερης βούλησης, ξέπεσε, έγινε
δούλος της αμαρτίας και υποκείμενος στη φθορά και στο θάνατο. Οι πρωτόπλαστοι
αψήφησαν την θεία εντολή να μην φάνε από τον καρπό «τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν
καλὸν καὶ πονηρόν», με την ρητή προειδοποίηση: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿
αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν.2,17). Αυτή η τραγική ανυπακοή, η οποία νοείται
ως ανταρσία κατά του Δημιουργού και ανάδειξη των εαυτών τους ως «θεών»
(Γεν.3,5), κατά διαβολή του «ανθρωποκτόνου απ’ αρχής» (Ιωάν.8,43) διαβόλου.
Το ιερό βιβλίο της Γενέσεως περιγράφει με τρόπο τραγικό το φοβερό και μοιραίο
για το ανθρώπινο γένος συμβάν. Η ανταρσία τους αυτή τους απέκοψε από την
κοινωνία του Θεού και συνεπώς τους στέρησε το αίσθημα της αέναης χαράς, της
ασφάλειας, της ελπίδας, γεμίζοντας τις ψυχές τους με αισθήματα φόβου,
ανασφάλειας, λύπης, ενοχών και πάσης πονηρίας. Το πρώτο δυσάρεστο αίσθημα που
ένοιωσαν ήταν ότι «διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν δύο, καὶ ἔγνωσαν ὅτι γυμνοὶ
ἦσαν, καὶ (για τούτο) ἔρραψαν φύλλα συκῆς καὶ ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα»
(Γεν.3,7). Άρχισαν να ντρέπονται για το σώμα τους, το οποίο ήταν πλασμένο να
δοξάζεται, δι’ αυτού, ο Δημιουργός και τώρα, σε αυτό, να διαπράττεται η αμαρτία,
δηλαδή το θέλημα του αντιδίκου διαβόλου.
Το δεύτερο συναίσθημα ήταν ο φόβος. Όταν άκουσαν το Θεό «περιπατοῦντος ἐν
τῷ παραδείσῳ τὸ δειλινόν» (Γεν.3,8) κρύφτηκαν. Αυτό ήταν επακόλουθο και
αναπόφευκτο. Εξαιτίας της απομάκρυνσής τους από το Θεό άδειασε o ψυχικός τους
κόσμος από την χάρη του Θεού και το τρομερό αυτό κενό γέμισε με ανασφάλεια. Στο
εξής ο φόβος θα είναι το βασανιστικό συναίσθημα του μεταπτωτικού ανθρώπου. Πριν
την παρακοή η παρουσία του Θεού και η αέναη και άμεση κοινωνία με Αυτόν, τους
γέμιζε με χαρά και ιλαρότητα. Τώρα η θεία παρουσία έγινε βασανιστική, δεν
μπορούν να την αντέξουν και κρύβονται. Στο ερώτημα του Θεού «᾿Αδάμ, ποῦ εἶ;»,
ααπάντησε: «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ
ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι, καὶ ἐκρύβην» (Γέν.3,9-10). Δεν μπορούν να αντέξουν
την θεία παρουσία και κρύβονται. Είναι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, μια
εσχατολογική εικόνα. Όπως οι πρωτόπλαστοι υπέφεραν από την παρουσία του Θεού,
έτσι θα υποφέρουν και οι αμετανόητοι αμαρτωλοί μετά την Μεγάλη Κρίση. Ενώ οι
δίκαιοι θα ευφραίνονται από την θέα και την κοινωνία του Θεού, οι άδικοι θα
βασανίζονται από αυτή!
Η διακοπή της κοινωνίας τους με το Θεό διατάραξε και την κοινωνία μεταξύ
τους. Η γυνή δεν είναι πλέον η αγαπημένη «βοηθός» του Αδάμ, «ὀστοῦν ἐκ τῶν
ὀστέων του καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός του» (Γέν.2,23), αλλά η αιτία του ολέθρου του.
Φτάνει στην κατάντια να καταλογίσει στο Θεό την ευθύνη της καταστροφή του: «ἡ
γυνή, ἣν ἔδωκας μετ᾿ ἐμοῦ, αὕτη μοι ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ ξύλου, καὶ ἔφαγον»
(Γέν.3,12), τον κατηγορεί ευθέως ότι Εκείνος είναι ο φταίχτης, διότι του έδωσε τη
γυναίκα!

Ο Θεός όμως της άπειρης αγάπης και των αστείρευτων οικτιρμών, όχι μόνο δεν
μίσησε τον αποστατημένο άνθρωπο, αλλά άρχισε την υλοποίηση του θείου σχεδίου
για την μελλοντική σωτηρία του. Ευθύς αμέσως έδωσε τη μεγάλη και ελπιδοφόρα
υπόσχεση ότι σε χρόνους μελλοντικούς το «σπέρμα της γυναικός» θα τον λυτρωσει
από τα δεινά της πτώσεως. Πρόκειται για το λεγόμενο «Πρωτοευαγγέλιο», την
πρώτη καλή αγγελία, ως «ξεχείλισμα» της αγάπης του Θεού. Ο Θεός απευθυνόμενος
προς τον όφη – διάβολο είπε: «ἔχθραν θήσω ἀνὰ μέσον σοῦ καὶ ἀνὰ μέσον τῆς
γυναικὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματός σου καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σπέρματος αὐτῆς·
αὐτός σου τηρήσει κεφαλήν, καὶ σὺ τηρήσεις αὐτοῦ πτέρναν» (Γέν.3,15). Μια
επαγγελία η οποία γράφηκε ανεξίτηλα στην ψυχή των πρωτοπλάστων και
μεταβιβάστηκε στους απογόνους τους, δίνοντάς τους κουράγιο στα βάσανά τους, ότι
τελικά θα υπάρξει καιρός που αυτά θα εκλείψουν. Το «σπέρμα της γυναικός» δεν
είναι άλλος από τον σαρκωμένο Λόγο του Θεού, ο Οποίος θα ενανθρωπιστεί «εκ
Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», για να σώσει το ανθρώπινο γένος.
Υπάρχει μια σημαντική παράμετρος στην αγιογραφική διήγηση της πτώσεως. Η
έννοια της μετάνοιας απουσιάζει εντελώς από τους πρωτοπλάστους. Ουδεμία σκέψη
πέρασε από το νου τους να αναγνωρίσουν το τραγικό λάθος τους και να ζητήσουν
συγνώμη από το Θεό, αρκούμενοι σε φθηνές δικαιολογίες και μεταθέσεις ευθυνών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές
μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα
φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή
τους.
Μετά τον φοβερό διάλογο με το Θεό, εκδιώχτηκαν από τον Κήπο Εδέμ και δύο
αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην
μπορούν να την παραβιάσουν. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε!
Ως δυο αυτές τραγικές ανθρώπινες φιγούρες κάθισαν απέναντι από τον κήπο της
τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη
ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προβλέποντας το
μέλλον ζοφερό και γι’ αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την
άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους τάραζαν την ηρεμία της ερήμου, το
αφιλόξενο και εχθρικό περιβάλλον, όπου ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν.
Αλλά και πάλι ο θρήνος τους δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή
και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα
συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για το
μοιραίο σφάλμα τους, για την ανταρσία τους κατά του Δημιουργού, για τη χαμένη
αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου.
Το αποτέλεσμα είναι γνωστό και τραγικό. Από τότε ξεκινά η κακοδαιμονία στις
διανθρώπινες σχέσεις, οι ατέλειωτες και βάρβαρες κοινωνικές συγκρούσεις, οι
εξοντωτικοί πόλεμοι, η φρίκη και ο όλεθρος στη γη! Επίσης και αυτή η άψυχη κτίση
ήταν εναντίον τους.
Ήρθε, όμως, ο Χριστός και έφερε μια νέα πραγματικότητα, επαναφέροντας την
προπτωτική κατάσταση στο ανθρώπινο γένος και θεραπεύοντας τα ολέθρια
αποτελέσματα της πτώσεως. Ήρθε να αναδημιουργήσει την βαριά τραυματισμένη και
εξαθλιωμένη από την αμαρτία ανθρώπινη φύση και να μεταβάλλει τον πτωτικό
κόσμο σε «καινή κτίση» (Β΄Κορ.5,17). Να γεφυρώσει το χάσμα με το Θεό. Γράφει ο
απόστολος Παύλος: Θυμηθείτε «ότι ἦτε ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ χωρὶς Χριστοῦ,
ἀπηλλοτριωμένοι τῆς πολιτείας τοῦ ᾿Ισραὴλ καὶ ξένοι τῶν διαθηκῶν τῆς
ἐπαγγελίας, ἐλπίδα μὴ ἔχοντες καὶ ἄθεοι ἐν τῷ κόσμῳ». Τώρα με τον ερχομό του
Χριστού, «ὑμεῖς οἱ ποτὲ ὄντες μακρὰν ἐγγὺς ἐγενήθητε ἐν τῷ αἵματι τοῦ Χριστοῦ.
αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τὰ ἀμφότερα ἓν καὶ τὸ μεσότοιχον τοῦ

φραγμοῦ λύσας, τὴν ἔχθραν, ἐν τῇ σαρκὶ αὐτοῦ τὸν νόμον τῶν ἐντολῶν ἐν
δόγμασι καταργήσας, ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον
ποιῶν εἰρήνην, καὶ ἀποκαταλλάξῃ τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ
τοῦ σταυροῦ, ἀποκτείνας τὴν ἔχθραν ἐν αὐτῷ· καὶ ἐλθὼν εὐηγγελίσατο εἰρήνην
ὑμῖν τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγύς, ὅτι δι' αὐτοῦ ἔχομεν τὴν προσαγωγὴν οἱ
ἀμφότεροι ἐν ἑνὶ πνεύματι πρὸς τὸν πατέρα» (Εφ.2,12-18). Αυτό είναι το άμετρο
μέγεθος της θείας ευεργεσίας, αυτό είναι το κοσμογονικό έργο του Χριστού στον
κόσμο!
Η αγία μας Εκκλησία όρισε να θυμούμαστε την Κυριακή της Τυρινής αυτό το
τραγικό γεγονός, διότι από την επαύριον αρχίζει η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή,
η οποία συμβολίζει την τραγικότητα της μεταπτωτικής μας πορεία. Μα καλεί να
συνειδητοποιήσουμε την δεινή μας κατάσταση, την αιχμαλωσία μας στο Σατανά, τη
δουλεία μας στην αμαρτία, την διαρκή φθορά μας, η οποία μας οδηγεί στο θάνατο,
και να πάρουμε την μεγάλη απόφαση, όπως ο άσωτος της παραβολής, να
επιστρέψουμε στο «πατρικό μας σπίτι», στον στοργικό Πατέρας μας, ο Οποίος μας
περιμένει εναγωνίως να μας αποκαταστήσει στην δοξασμένη κατάσταση, που μας
δημιούργησε.
Αυτήν την ιερή περίοδο η Αγία μας Εκκλησία μας δίνει και τα σωστικά μέσα να
πετύχουμε την πνευματική μας αναγέννηση, τα οποία αναφέρονται στην ευαγγελική
περικοπή της ημέρας. Το πρώτο είναι η συγχωρητικότητα προς τους συνανθρώπους
μας, διότι αν δεν συγχωρήσουμε τα πταίσματα όσων μας έβλαψαν, «οὐδὲ ὁ πατὴρ
ημῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ημῶν» (Ματθ.6,14), ως άρση των κοινωνικών
συγκρούσεων. Το δεύτερο είναι η μη επιδεικτική νηστεία, «ὅπως φανῶσι τοῖς
ἀνθρώποις νηστεύοντες», αλλά να γίνεται, «ἐν τῷ κρυπτῷ». Η νηστεία είναι το
αντίδοτο της λαιμαργίας που επέδειξαν οι πρωτόπλαστοι, χάνοντας τον παράδεισο
και γι’ αυτό ο Χριστός διαβεβαίωσε πως «τούτο το γένος εν ουδενί δύναται
εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Μαρκ.9,29) τονίζοντας την
αποτελεσματικότητα της νηστείας και της προσευχής, ως τα δύο νοητά φτερά, με τα
οποία μπορούμε να αποκολληθούμε από τα γήινα, αμαρτωλά και φθαρτά πράγματα.
Μας ζητά επίσης να απαγκιστρωθούμε από τα υλικά «αγαθά», τους
«θησαυρούς» της γης, οι οποίοι μας αποσπούν από τον πνευματικό μας αγώνα και
μας δεσμεύουν να εργαστούμε για την τελείωσή μας και οι οποίοι είναι φθαρτοί και
τους κατατρώει η μούχλα και η σκουριά και τους αρπάζουν οι κλέφτες. «Μὴ
θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ
ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν
οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν
οὐδὲ κλέπτουσιν» (Ματθ.6,19). Αντί να αποθηκεύουμε υλικά αγαθά στη γη, να
αποθηκεύουμε πνευματικά αγαθά στον ουρανό, δηλαδή, αγαθά έργα, ως ξεχείλισμα
της πίστεώς μας.
Η ενθύμηση της έξωσης των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής, είναι
επιβεβλημένη, διότι μπορεί να μας βοηθήσει να συναισθανθούμε την τραγικότητά
μας μακριά από το Θεό. Την επομένη ημέρα (Καθαρά Δευτέρα) αρχίζει ο αγώνας μας
κατά των ψυχοκτόνων παθών μας, με αυστηρή νηστεία σώματος και ψυχής. Ο ιερός
υμνογράφος της ημέρας μας αναγγέλλει: «το στάδιον των αρετών ηνέωκται»,
«έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή, η κατά των δαιμόνων νίκη,
πάνοπλος εγκράτεια», έφτασε «ο καλός της νηστείας αγών». Οι προπάτορές μας
αποτελούν ιδανικό παράδειγμα συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, τους οδήγησε
στην απώλεια.
Δεν θα πρέπει να τους μιμηθούμε και στον υποκριτικό και ωφελιμιστικό τους
θρήνο, αλλά ο δικός μας θρήνος πρέπει να είναι μυστικός στεναγμός, σιωπηρό

ξέσπασμα «στεναγμών αλαλήτων» (Ρωμ.8,26) για την αμαρτωλότητά μας,
συνοδευόμενος από οντολογική συντριβή και μετάνοια, η οποία είναι το ανεκτίμητο
θείο δώρο σε μας, το μόνο αντίδοτο για την ασθένεια της ψυχής μας, το «εισητήριο»
της επιστροφής μας στο Θεό Πατέρα μας, και ο μόνος τρόπος επίτευξης της
σωτηρίας μας, «άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν» (Γαλ.4,19).
Η ιερή περίοδος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής είναι η ευλογημένη
ευκαιρία μας να ξυπνήσουμε από τον πνευματικό μας λήθαργο, όπως μας παροτρύνει
ο απόστολος Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, τονίζοντας ότι είναι
«ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε
ἐπιστεύσαμεν. ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν» (Ρωμ.13,11). Αυτή η έγερσή
μας θα αποβεί σωτήρια, διότι έτσι θα δυνηθούμε να καθαριστούμε «από παντός
μολυσμού σαρκός και πνεύματος», θα λαμπρύνουμε την «στολή της ψυχής» μας
και θα φτάσουμε στο Άγιο Πάσχα, καθαρμένοι και αγιασμένοι, για να εορτάσουμε
θεοφιλώς και επωφελώς το μέγα κοσμοσωτήριο γεγονός της Αναστάσεως του
Κυρίου μας Ιησού Χριστού!
Καλή Μεγάλη Τεσσαρακοστή – καλό στάδιο!

 

ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΣΜΥΡΝΗΣ: Ο ΗΡΩΙΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ

ΜΑΡΤΥΡΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στις 23 Φεβρουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του αγίου Πολυκάρπου
επισκόπου Σμύρνης. Πρόκειται για σπουδαία προσωπικότητα της αρχαίας Εκκλησίας,
ο οποίος ανήκει στην κατηγορία των Αποστολικών Πατέρων, δηλαδή των διαδόχων
επισκόπων των αγίων Αποστόλων.
Γεννήθηκε το 80 μ. Χ. στη Μ. Ασία από τους ευσεβείς γονείς του Παγκράτιο και
Θεοδώρα, οι οποίοι είχαν μαρτυρήσει για την πίστη τους στο Χριστό. Διατέλεσε
μαθητής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, ο οποίος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της
ζωής του στη Μ. Ασία. Βαπτίστηκε μικρός και αφιέρωσε τη ζωή του στο Χριστό.
Λίγο πριν το θάνατό του ο επίσκοπος Σμύρνης άγιος Βουκόλος, τον χειροτόνησε
διάδοχό του, διότι έβλεπε στο πρόσωπό του την αρετή και την αγιότητά.
Η μακρά επισκοπική του διακονία σφραγίστηκε από την αγία βιωτή του και τη
θέρμη του για την Εκκλησία. Ως πιστός μαθητής του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου,
αναδείχτηκε ένας μεγάλος θεολόγος της αρχαίας Εκκλησίας, ώστε η φήμη του έφτασε
σε όλες τις τοπικές Εκκλησίες και ως τη μακρινή Ρώμη. Ο άγιος Πολύκαρπος
κλήθηκε να διαχειριστεί μια σοβαρή διαμάχη, η οποία είχε ξεσπάσει το 2 ο μ. Χ. αιώνα
στην Εκκλησία, τον εορτασμό του Πάσχα. Όπως είναι γνωστό, τον χρόνο εορτασμού
του Πάσχα καθόρισε η Α Οικουμενική Σύνοδος το 325. Μέχρι τότε οι τοπικές
Εκκλησίες το εόρταζαν σύμφωνα με τη δική τους παράδοση. Οι Εκκλησίες της Μ.
Ασίας το εόρταζαν στις 14 του εβραϊκού μήνα Νισσάν. Οι Χριστιανοί της Δύσης το
εόρταζαν μια οποιαδήποτε Κυριακή, μετά την εαρινή ισημερία. Το γεγονός αυτό
προκάλεσε σοβαρή έριδα και απειλούσε με σχίσμα στη νεαρή Εκκλησία. Γι’ αυτό ο
άγιος Πολύκαρπος πήγε στη Ρώμη, όπου συζήτησε με τον επίσκοπο Ανίκητο. Με την
αγιότητα και τη σοφία, που τον διέκρινε, διευθέτησε το ζήτημα και ειρήνευσε η
Εκκλησία του Χριστού.
Ως ζηλωτής επίσκοπος κατόρθωσε να προσελκύσει στην Εκκλησία μέγα πλήθος
ειδωλολατρών, και να μεταστρέψει πάμπολλους αιρετικούς, ιδίως από τις ομάδες των
Γνωστικών, που ταλαιπωρούσαν την Εκκλησία της Ασίας το 2 ο αιώνα. Ιδιαίτερα
αγωνίστηκε κατά της αιρέσεως του Μαρκίωνα, η οποία κυριαρχούσε στην περιοχή
του. Σε κάποια συνάντησή τους τον ρώτησε ο αιρεσιάρχης αν τον γνωρίζει και ο
άγιος Πολύκαρπος του απάντησε: σε γνωρίζω ως πρωτότοκο του σατανά!
Ο άγιος Πολύκαρπος συνδεόταν με βαθιά φιλία με τον άλλον μεγάλο αποστολικό
πατέρα, τον άγιο Ιγνάτιο το Θεοφόρο, του οποίου υπήρξε συμμαθητής κοντά στον
ευαγγελιστή Ιωάννη. Όταν ο άγιος Ιγνάτιος συνελήφθη και οδηγείτο στη Ρώμη να
μαρτυρήσει, ο άγιος Πολύκαρπος κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να τον
απελευθερώσει. Μάλιστα σώζεται και μια επιστολή του προς τους Χριστιανούς των
Φιλίππων της Μακεδονίας, όπου τους επαινεί για την αγάπη και τη φιλοξενία που
υπέδειξαν στον άγιο Ιγνάτιο, όταν δέσμιος πέρασε από την πόλη τους.
Οι φανατικοί ειδωλολάτρες της Μ. Ασίας βλέποντας την πίστη τους να μαραζώνει
και την Εκκλησία του Χριστού να αυξάνεται με καταπληκτική ορμή, παρ’ όλους
τους σκληρούς διωγμούς Της, μισούσαν θανάσιμα τους Χριστιανούς. Τα αδίστακτα
και σκοταδιστικά τους ιερατεία, τα οποία έβλεπαν να εγκαταλείπονται τα «ιερά» τους
και οι δεισιδαίμονες τελετές τους, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Χριστιανών, διότι
θίγονταν τα οικονομικά τους συμφέροντα. Παρουσιάζονταν στους ρωμαίους
διοικητές και τους απάγγειλαν απίστευτες συκοφαντίες, ώστε να σύρονται στα
μαρτύρια και να οδηγούνται στο θάνατο χιλιάδες Χριστιανοί.
Ιερείς των ειδώλων συκοφάντησαν και τον άγιο Πολύκαρπο στον ανθύπατο
Στάτιο Κοδράτο, ως υποκινητή ομάδας Χριστιανών από τη Φρυγία να αρνηθούν να

θυσιάσουν στα είδωλα και να θανατωθούν. Οι πιστοί της Σμύρνης σκέφτηκαν να
φυγαδεύσουν τον αγαπημένο τους επίσκοπο, αλλά εκείνος αρνήθηκε, λέγοντας πως ο
θάνατός του θα δώσει νέα δύναμη στην Εκκλησία και τους Χριστιανούς.
Ο άγιος, γέρος όντας, συνελήφθηκε το 167 μ. Χ. και οδηγήθηκε μπροστά στον
ρωμαίο ανθύπατο, ο οποίος τον διέταξε να αρνηθεί το Χριστό και να θυσιάσει στα
είδωλα. Ο άγιος Πολύκαρπος με γαλήνιο και ήρεμο ύφος του απάντησε: «ογδόντα έξι
ολόκληρα χρόνια υπηρετώ τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, ο Οποίος με ευεργετεί,
χωρίς να με προδώσει, εγώ γιατί να Τον προδώσω»; Οι ειδωλολάτρες δήμιοί του
έτριζαν τα δόντια τους από θυμό και οργή για το θάρρος και τον ηρωισμό του
γέροντος επισκόπου. Ο φανατικός ανθύπατος έδωσε εντολή να τον ρίξουν στη φωτιά
για να καεί ζωντανός για παραδειγματισμό. Αλλά ρίχνοντάς τον στο πυρακτωμένο
καμίνι συνέβη το απροσδόκητο: οι φλόγες άλλαζαν πορεία, χωρίς να αγγίζουν και να
καίνε το σώμα του Μάρτυρα! Τότε ένας από τους δημίους έβγαλε το ξίφος του και
αποκεφάλισε τον άγιο! Οι Χριστιανοί της Σμύρνης συνέλεξαν τα τίμια λείψανα του
Μάρτυρα επισκόπου τους και τα φύλαξαν ως «λίθων πολυτίμων πολυτιμότερα»,
σύμφωνα με το «Μαρτύριον του αγίου Πολυκάρπου», την εξιστόρηση του μαρτυρίου
του, από άγνωστο συγγραφέα, ένα σπουδαιότατο πρωτοχριστιανικό κείμενο, το οποίο
μας έχει διασωθεί.
Ο άγιος Πολύκαρπος επίσκοπος Σμύρνης, ο μεγάλος Αποστολικός Πατέρας,
εκφράζει τη γνήσια αποστολική παράδοση της Εκκλησίας μας. Ταυτόχρονα
λαμπρύνει, με το ηρωικό του Μαρτύριο, την χορεία των εκατομμυρίων πιστών, οι
οποίοι επισφράγισαν με το αίμα τους την αληθινή πίστη και απέδειξαν με τον
ηρωισμό τους, πως ο Χριστός μας, ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ήρθε στον κόσμο να
διαλύσει τα μαύρα σκοτάδια του εφιαλτικού προχριστιανικού παρελθόντος και να
χαρίσει τη σωτηρία σε όποιον θέλει να σωθεί!

 

 

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΡΗΓΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΚΟΠΕΛΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η παρουσία των Πατέρων του ταραγμένου 4 ου μ. Χ. αιώνα είναι πολύ σημαντική,
διότι κατόρθωσαν να αναδείξουν την Εκκλησία του Χριστού, μέσα από την ιστορική
εκείνη καμπή, ως το νέο πνευματικό σχήμα της ανθρωπότητας, το οποίο διαδέχτηκε
τον καταρρέοντα εθνισμό. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ρηγίνος, επίσκοπος
Σκοπέλου, ο οποίος υπήρξε ένα από τα τελευταία θύματα της ειδωλολατρίας.
Ήταν έλληνας στην καταγωγή και γεννήθηκε στις αρχές του 4 ου αιώνα στη
Λειβαδιά της Βοιωτίας από ευσεβείς και ενάρετους γονείς. Έχοντας αυτοί
οικονομική και κοινωνική θέση στην τοπική κοινωνία, έδωσαν στο γιό τους σοβαρή
μόρφωση. Τον έστειλαν σε ονομαστές σχολές της εποχής, όπου σπούδασε την
θύραθεν παιδεία. Παράλληλα φρόντισαν να γεμίσουν την ψυχή του με πίστη στο Θεό
και ευσέβεια και τον στόλισαν με αρετές. Τον κατήχησαν στην ορθόδοξη πίστη και
τον έμαθαν πως να ξεχωρίζει τις πλάνες, οι οποίες την εποχή εκείνη, αλλά και κάθε
εποχή, τείνουν να νοθεύσουν τη σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας μας και να
αναστείλουν το σωστικό της έργο. Έτσι ο Ρηγίνος κατέστη ενωρίς μια ολοκληρωμένη
προσωπικότητα, ένας χαριτωμένος άνθρωπος, κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος.
Ο Ρηγίνος έζησε στα χρόνια που βασίλευαν στο απέραντο Ρωμαϊκό Κράτος οι
γιοί του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Κωνστάντιος (337-361) στην Ανατολή και ο
Κώνστας (337 – ) στη Δύση. Είναι η εποχή που σταμάτησαν οι φοβεροί διωγμοί
κατά των Χριστιανών, με το γνωστό περίφημο Διάταγμα των Μεδιολάνων (313) και
η ειδωλολατρία ψυχορραγούσε κάτω από το βάρος της αρνητικής της δράσης στον
προχριστιανικό κόσμο. Όμως έκαμε την εμφάνισή του ένας άλλος κίνδυνος,
χειρότερος από τους διωγμούς των ειδωλολατρών, η φοβερή αίρεση του
αρειανισμού, η οποία συντάραξε την Εκκλησία. Ο ευσεβής αυτοκράτωρ
Κωνσταντίνος συγκάλεσε την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325), όπου καταδικάστηκε ο
αιρεσιάρχης Άρειος και οι οπαδοί του. Όμως, μετά το θάνατό του (337) ο γιός του
Κωνστάντιος αθέτησε την απόφαση της Συνόδου και έγινε υπέρμαχος και προστάτης
των αρειανών και σφοδρός διώκτης των Ορθοδόξων, σε αντίθεση με τον Κώνστα ο
οποίος έμεινε πιστός στο δόγμα της Συνόδου και προστάτευε τους Ορθοδόξους στη
Δύση. Η σχιζοφρενική αυτή πολιτική είχε τρομακτικές συνέπειες για την Εκκλησία.
Οι διαμάχες και οι έριδες διατάραζαν την γαλήνη των πιστών. Ο Κωνστάντιος στην
Ανατολή έστελνε εξορία όσους Επισκόπους δεν ασπάζονταν τα δόγματα των
αρειανών.
Ένας από τους πολλούς τόπους εξορίας των Ορθοδόξων Επισκόπων και άλλων
Ορθοδόξων ομολογητών ήταν και η νήσος Σκόπελος, η οποία βρίσκεται στις Βόρειες
Σποράδες. Ο Επίσκοπος Λαρίσης Αχίλλειος, θείος του Ρηγίνου, τον έστειλε στη
Σκόπελο, να ενισχύσει τους εξόριστους και να τους στερεώσει στην πίστη. Πράγματι
εκείνος υπάκουσε και έπλευσε στο νησί, όπου έγινε ενθουσιωδώς δεκτός από τους
εκεί εξορίστους. Μάλιστα χειροτονήθηκε και Επίσκοπος της νήσου.
Επειδή όμως η θρησκευτική διαμάχη είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις, οι δύο
αυτοκράτορες Κωνστάντιος και Κώνστας αποφάσισαν να συγκληθεί νέα Σύνοδος για
να εξετάσει την εκρηκτική κατάσταση. Το 343 συγκλήθηκε η Σύνοδος της
Σαρδικής, στη σημερινή Σόφια της Βουλγαρίας, στην οποία έλαβε μέρος και ο
Ρηγίνος, όπου έβαλε τη δική του σφραγίδα στην εδραίωση της Ορθοδοξίας.
Ανασκεύασε όλες τις κακοδοξίες των αρειανών και κατέδειξε την πίστη των
Ορθοδόξων ως τη μόνη γνήσια πίστη.
Μετά το πέρας των εργασιών της Συνόδου ο Ρηγίνος επέστρεψε στην επισκοπή
του στη Σκόπελο, όπου ποίμαινε θεοφιλώς και ορθοδόξως το λαό του νησιού.

Μεγάλα προβλήματα του δημιουργούσαν οι εναπομείναντες ειδωλολάτρες, οι οποίοι
παρακινούνταν από τους αδίστακτους ιερείς των ειδώλων, διότι άδειαζαν και
ρήμαζαν τα «ιερά» τους και άρα εκμηδενίζονταν οι πλούσιες πρόσοδοί τους. Όπως
είναι γνωστό, η θνησκούσα ειδωλολατρία είχε ακόμη σχετική δύναμη στον ελλαδικό
χώρο την εποχή εκείνη.
Τα μεγάλα προβλήματα για τον Επίσκοπο Ρηγίνο, αλλά και για σύμπασα την
Εκκλησία, εντάθηκαν όταν ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Ιουλιανός ο
Παραβάτης, ή Αποστάτης (361-363). Ο ανεδαφικός και θρησκομανής
αυτοκράτορας, αφού προσελκύστηκε στην ειδωλολατρική θρησκεία, απαρνούμενος
τον Χριστιανισμό, αναβίωσε τους διωγμούς των προκατόχων του Ρωμαίων
αυτοκρατόρων κατά των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Χιλιάδες Χριστιανοί,
κληρικοί όλων των βαθμών και λαϊκοί ταλαιπωρήθηκαν, βασανίστηκαν και βρήκαν
φρικτό θάνατο στην ευτυχώς σύντομη βασιλεία του. Παράλληλα επιχείρησε
ανεπιτυχώς να νεκραναστήσει την προχριστιανική ειδωλολατρία, προτείνοντας ένα
δικής του εμπνεύσεως θρησκευτικό παγανιστικό σύστημα, με στοιχεία της
αρχαιοελληνικής ειδωλολατρίας, της ρωμαϊκής, του παρσισμού, του νεοπλατωνισμού
και του Χριστιανισμού.
Η φήμη του δραστήριου Επισκόπου Σκοπέλου Ρηγίνου έφτασε ως τη
Βασιλεύουσα, καθότι ο άγιος ποιμενάρχης του νησιού είχε μεταστρέψει στο σύνολό
τους στο Χριστό τους ειδωλολάτρες του νησιού. Γι’ αυτό στάλθηκε ο έπαρχος της
Ελλάδος για να «συνετίσει» το Ρηγίνο και να τον μεταστρέψει στην ειδωλολατρία.
Ο φανατικός ειδωλολάτρης Έπαρχος μόλις έφτασε στο νησί, διέταξε να συλληφθεί ο
Επίσκοπος και να προσαχθεί ενώπιον του. Του ζήτησε με αναίδεια και θράσος να
απαρνηθεί το Χριστό και να ασπασθεί τη λατρεία των «θεών». Να ακολουθήσει την
περίεργη αυτοκρατορική παγανιστική θρησκεία. Στην αντίθετη περίπτωση θα
υφίστατο τις συνέπειες του αυτοκρατορικού διατάγματος. Ο Ρηγίνος στάθηκε
αγέρωχος και θαρραλέος, μπροστά στον θηριώδη έπαρχο, χωρίς τον παραμικρό
κλονισμό και φόβο. Αρνήθηκε κατηγορηματικά να εκτελέσει τη διαταγή του,
ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό, στον αληθινό Θεό και στηλίτευσε την άφρονα
και ανεδαφική επιλογή του αυτοκράτορα να επαναφέρει το σκοτεινό ειδωλολατρικό
παρελθόν. Κατάγγειλε δε τους νέους διωγμούς ως πράξη βάρβαρη και απολίτιστη, η
οποία δεν ταιριάζει σε έναν υποτιθέμενο λάτρη του ελληνικού πολιτισμού, όπως
ήθελε να εμφανίζεται ο Ιουλιανός.
Ο έπαρχος έδωσε εντολή να βασανισθεί ανηλεώς και να φυλακισθεί, ελπίζοντας
πως με τη βία και το φόβο θα υπέκυπτε. Ύστερα από μερικές ημέρες βασανισμών
οδηγήθηκε και πάλι ενώπιον του επάρχου, πιστεύοντας εκείνος ότι θα
αλλαξοπιστούσε. Όμως ο άγιος Επίσκοπος επανέλαβε την αμετακίνητη απόφασή του
να μην αρνηθεί το Χριστό, με κανένα κόστος, περιφρονώντας επιδεικτικά τις
προτροπές του αξιωματούχου. Τότε εκείνος, γεμάτος θυμό και οργή, έβγαλε την
απόφαση της θανάτωσής του. Τον παρέδωσε στους δημίους να τον διαπομπέψουν για
παραδειγματισμό και στη συνέχεια να τον θανατώσουν. Τον οδήγησαν στο στάδιο
της πόλεως, όπου τον βασάνισαν φρικτά, ενώπιον φανατικών ειδωλολατρών και
πιστών χριστιανών, οι οποίοι συμπονούσαν με τον άγιο Επίσκοπό τους. Κατόπιν
οδηγήθηκε στη θέση «Παλαιό Γεφύρι» όπου τον αποκεφάλισαν. Οι πιστοί πήραν το
τίμιο λείψανό του και το έθαψαν με τιμές σε παρακείμενο δάσος. Ήταν 25
Φεβρουαρίου 362. Ο τάφος του έγινε πηγή αγιασμού θαυμάτων για τους πιστούς.
Η μνήμη του τιμάται στις 25 Φεβρουαρίου, ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.
Τιμάται επίσης με λαμπρότητα στη γενέτειρά του Λειβαδιά της Βοιωτίας, όπου
τελευταία ανεγέρθηκε περίλαμπρος ναός.

 

ΑΓΙΟΣ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ Ο

ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η μεγάλη εικονομαχική έριδα στο Βυζάντιο (726-842) ανέδειξε μεγάλους
Πατέρες και ομολογητές, οι οποίοι έδωσαν τιτάνιους αγώνες για την υπεράσπιση της
ορθοδόξου πίστεως. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Ταράσιος, Πατριάρχης
Κωνσταντινουπόλεως ο Ομολογητής, ο οποίος έβαλε τη δική του σφραγίδα στην
διάσωση της σώζουσας ορθόδοξης πίστης την ταραγμένη εκείνη εποχή.
Γεννήθηκε περί το 730 στην Κωνσταντινούπολη από ευγενείς γονείς. Ο πατέρας
του ονομάζονταν Γεώργιος, ο οποίος ήταν πατρίκιος και υπηρέτησε ως έπαρχος της
Βασιλεύουσας και δικαστής. Η μητέρα του ονομάζονταν Ευκρατία και ήταν πολύ
ευσεβής. Αυτή μετέδωσε στον Ταράσιο βαθιά πίστη στο Θεό και ευσέβεια. Έκανε
λαμπρές σπουδές και αναδείχτηκε ανώτερος κρατικός υπάλληλος. Υπηρέτησε ως
ύπατος και πρωτασηκρήτης. Ανέβηκε στο αξίωμα των υπάτων. Έγινε ύπατος και τον
εξέλεξαν ως πρώτο γραμματέα των μυστικών του αυτοκράτορα.
Η αυτοκράτειρα Ειρήνη Αθηναία (752-803), η οποία επιτρόπευε τον ανήλικο
γιό της αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄(780-798), εκτιμούσε ιδιαιτέρως τις
ικανότητες του Ταρασίου και τον θαύμαζε για την ευσέβειά του και την προσήλωσή
του στην Ορθοδοξία. Μετά το θάνατο του Πατριάρχη Παύλου Δ΄ του Κυπρίου, του
πρότεινε να υπηρετήσει την Εκκλησία, προωθώντας τον για τη θέση του Πατριάρχη.
Διέβλεπε στο πρόσωπό του τον σωστό εκκλησιαστικό ηγέτη, ο οποίος θα ειρήνευε
την Εκκλησία και θα επούλωνε τις πληγές της από τους εικονομάχους εχθρούς της.
Στην αρχή υπήρξε διστακτικός από ταπείνωση και έχοντας τη συναίσθηση του
μεγάλου φορτίου του πατριαρχικού θρόνου, στην κρίσιμη εκείνη περίοδο. Δέχτηκε
τελικά, αφού έλαβε την διαβεβαίωση ότι θα συγκροτούσε το παλάτι Οικουμενική
Σύνοδο, για να θέσει τέρμα στο πρόβλημα της εικονομαχίας. Τα Χριστούγεννα του
784 χειροτονήθηκε ταυτόχρονα στους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης και αναδείχτηκε
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ο βεβιασμένος τρόπος εκλογής του προκάλεσε
χλιαρή αντίδραση του (ορθοδόξου τότε) πάπα Αδριανού Α΄, το ίδιο και στους
συγχρόνους του. Από τον ενθρονιστήριο λόγο του, που διέσωσε ο χρονικογράφος
Θεοφάνης ο Ομολογητής, φαίνεται ο πόθος του για να επικρατήσει η πολυπόθητη
ειρήνη στην Εκκλησία.
Ως Πατριάρχης, στα 22 χρόνια της πατριαρχίας του, αποδείχτηκε ικανότατος, σε
μια περίοδο, που υπήρχε προσωρινή ανάπαυλα της εικονομαχικής έριδας (780-814).
Υπήρξε υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και επηρέασε θετικά τους αυτοκράτορες για την
τιμή των Ιερών Εικόνων. Συνέβαλε τα μέγιστα για την προετοιμασία της Ζ΄
Οικουμενικής Συνόδου (787), στην οποία μάλιστα και προήδρευσε. Ο θρίαμβος του
ορθοδόξου δόγματος σ’ αυτή είναι εν πολλοίς έργο δικό του.
Όπως είναι γνωστό, η Σύνοδος αυτή αποφάνθηκε για την ορθόδοξη πίστη και
αναστήλωσε τις Ιερές Εικόνες, αλλά όμως τα προβλήματα συνέχιζαν να υπάρχουν και
να ταλαιπωρούν την Εκκλησία. Ο Ταράσιος κράτησε μετριοπαθή στάση στην
εισδοχή των πρώην εικονομάχων επισκόπων στην Εκκλησία, διότι ήθελε να
ειρηνεύσει η Εκκλησία. Όμως το γεγονός αυτό ενόχλησε κάποιους ζηλωτές
μοναχούς, οι οποίοι θεώρησαν το επιτίμιο ακοινωνησίας, (του ενός έτους) μικρό, και
γι’ αυτό οργάνωσαν δυναμικές αντιδράσεις εναντίον του. Σε αυτή την αντίδραση
πρωτοστατούσε ο ανιψιός του, μοναχός Θεόδωρος ο Στουδίτης, ηγούμενος της
περίφημης Μονής Στουδίου της Κωνσταντινουπόλεως. Ο άγιος Επίσκοπος
προσπάθησε με πνεύμα ταπεινότητας και πραότητας να ειρηνεύσουν τα πνεύματα και
να αποφευχθούν τα σχίσματα.

Στα 795 ξέσπασε νέα αναταραχή και αντίδραση κατά του Πατριάρχη Ταρασίου,
ξανά από τους ίδιους μοναχικούς κύκλους. Ο νεαρός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος
ΣΤ΄ (780-798) αποφάσισε να χωρίσει τη σύζυγό του Μαρία, την οποία του είχε
επιβάλλει η μητέρα του Ειρήνη και να παντρευτεί την Θεοδότη, ανιψιά του
Θεοδώρου Στουδίτου και καμαριέρα της μητέρας του. Έκλεισε σε μοναστήρι τη
σύζυγό του και απαιτούσε από τον Ταράσιο να τελέσει τον ανίερο αυτό γάμο. Τόσο ο
Θεόδωρος Στουδίτης, όσο και ο μοναχός Πλάτων, ηγούμενος της Μονής
Σακκουδίωνος, κατηγόρησαν τον Ταράσιο ότι κράτησε διαλλακτική στάση ως προς
το γάμο αυτό και αποδέχτηκε τη μοιχεία. Αλλά ο Ταράσιος βρισκόταν σε δίλημμα,
διότι ο αυτοκράτορας τον απειλούσε ότι αν αντιδρούσε θα επανέφερε την
εικονομαχία. Τελικά ο γάμος τελέστηκε χωρίς τη θέληση του Ταρασίου από κάποιον
ιερέα Ιωσήφ. Οι δύο μοναχοί διέκοψαν το μνημόσυνο του Πατριάρχη και κατέληξαν
στην εξορία, στη Θεσσαλονίκη. Το 798 όμως η Ειρήνη παραμέρισε το γιό της
Κωνσταντίνο από το θρόνο, τον οποίο τύφλωσε και του πήρε το θρόνο. Η διαμάχη
έληξε και οι δύο μοναχοί ανακλήθηκαν από την εξορία. Ο Πατριάρχης Ταράσιος τους
έστειλε επιστολή, με την οποία τους καλούσε σε ενότητα. Εκείνοι δέχτηκαν και η
ειρήνη πραγματοποιήθηκε στην Εκκλησία.
Ο Ταράσιος πολιτεύτηκε με σύνεση και ζήλο. Τον διέκρινε σπάνια ευσέβεια και
ήταν στολισμένος με πολλές αρετές. Ήταν επίσης τίμιος και φιλάνθρωπος, γι’ αυτό
και είχε ασκήσει σπάνια φιλανθρωπική δράση. Είχε οργανώσει συσσίτια για τους
πεινασμένους σε πολλά σημεία της Κωνσταντινουπόλεως. Παρείχε δε ιματισμό και
είδη πρώτης ανάγκης. Ίδρυσε πολλά κοινωφελή ιδρύματα, όπως νοσοκομεία και
πτωχοκομεία.
Δεν τον είχε αγγίξει στο ελάχιστο η πολυτέλεια της Βασιλεύουσας. Αντίθετα
ζούσε βίο ασκητικό. Παροιμιώδης υπήρξε η εγκράτειά του. Φρόντισε μάλιστα να
χτίσει προσωπικό ασκητήριο. Ίδρυσε την Μονή των Αγίων Πάντων στο ευρωπαϊκό
μέρος του Βοσπόρου, όπου κατέφευγε συχνά για προσευχή και άσκηση.
Οι αδιάκοποι αγώνες του έφθειραν το λιπόσαρκο σαρκίο του. Στα τέλη της ζωής
του ταλαιπωρήθηκε από επώδυνες ασθένειες. Στο τέλος είχε χάσει την ομιλία του.
Στις 25 Φεβρουαρίου του 806 κοιμήθηκε ειρηνικά. Το λείψανό του μεταφέρθηκε και
θάφτηκε στην αγαπημένη του Μονή των Αγίων Πάντων. Σύντομα ανακηρύχτηκε
άγιος και ορίστηκε η μνήμη του στις 25 Φεβρουαρίου, την ημέρα της οσιακής
κοιμήσεώς του. Το βίο του τον συνέγραψε ο διάκονος Ιγνάτιος.
Ο άγιος Ταράσιος υπήρξε και ένας μεγάλος θεολόγος. Σώζονται έξι επιστολές
του και μια ομιλία του στα Εισόδια της Θεοτόκου.

 

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Τυρινής)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου, η Κυριακή της Τυρινής όπως ονομάζεται, είναι
αφιερωμένη στην ενθύμηση της εξόδου των Πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της
τρυφής. Στην πικρή ανάμνηση του πιο τραγικού γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο
δημιούργημα Του, ως «εικόνα και καθ’ ομοίωσις» Αυτού (Γέν.1,26). Πλάστηκε να
ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης
ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ
(Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος όμως έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και
προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την
καταστροφή. Αυτή η επιλογή του στέρησε τον Παράδεισο, δηλαδή την αέναη και
ζωοποιό κοινωνία με το Θεό και τη στέρηση των ακένωτων ευλογιών Του.
Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει
συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά
όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν
να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε! Ο
Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για
το κακό που τους βρήκε. Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν
με την τωρινή δυστυχία τους, προβλέποντας το μέλλον ζοφερό και γι’ αυτό έκλαιγαν
γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές
τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου, όπου ήταν αναγκασμένοι
να ζήσουν. Όμως δυστυχώς ο θρήνος τους δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την
ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και
αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη
χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου.
Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της
Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας
μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο
Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους.
Αλλά ο Θεός οικονόμησε ώστε το ανθρώπινο γένος να σωθεί δια του νέου Αδάμ,
του Υιού και Λόγου Του, του Ιησού Χριστού, ο Οποίος καταδέχτηκε να γίνει όμοιος
με τον πρώτο χοϊκό Αδάμ, χωρίς όμως την αμαρτία, για να λυτρώσει «παγγενή τον
Αδάμ», δηλαδή ολόκληρο το γένος εκείνου. Δια του επί γης σωτηρίου έργου Του
επιτέλεσε τη σωτηρία υπακούοντας στο θέλημα του Ουράνιου Πατέρα «εγώ σε
εδόξασα επὶ της γης, το έργον ετελείωσα ο δέδωκάς μοι ίνα ποιήσω»
(Ιωάν.17,4), «γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»
(Φιλιπ.2,8). Αν η ανυπακοή του πρώτου Αδάμ έφερε την συμφορά και την
καταστροφή στο ανθρώπινο γένος και ολόκληρη τη δημιουργία, η υπακοή του
δευτέρου Αδάμ έφερε την ευλογία, την καταλλαγή και την απολύτρωση. Ο πρώτος
άνθρωπος έκλεισε την πόρτα του Παραδείσου και ο δεύτερος την άνοιξε διάπλατα, να
εισέρχονται, δι’ Αυτού, όσοι το επιθυμούν και έχουν διάθεση να αγωνισθούν.
Την ημέρα αυτή μας διδάσκει η εκκλησία μας να μιμηθούμε το Χριστό μας
συγχορώντας τα παραπτώματα των συνανθρώπων μας. Όπως Εκείνος πήρε επάνω
Του τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων, και «το καθ’ ημών εξαλείψας
χειρόγραφον…προσηλώσας αυτό τω σταυρώ» (Κολ.2,14), οφείλουμε και εμείς να
συγχωρούμε τα παραπτώματα των αδελφών μας, αφού η συγχώρηση των δικών μας
αμαρτιών από το Θεό, προϋποθέτει την συγχώρηση των παραπτωμάτων εναντίον μας,
σταυρώνοντας τον εγωισμό μας και το μίσος μας για τους αδελφούς μας.

Η συγχώρηση αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται και από έμπρακτα έργα αγάπης.
Καλούμαστε να ανοίξουμε τις αποθήκες της ψυχής μας και συνάμα τις αποθήκες των
υλικών θησαυρών μας και να μοιράσουμε την αγάπη μας σε όσους την έχουν ανάγκη.
Η ελεημοσύνη δεν είναι μιαν τυπική εντολή, αλλά τρόπος ζωής για τον πιστό, διότι η
«ελεημοσύνη εκ θανάτου ρύεται, και αύτη αποκαθαριεί πάσαν αμαρτίαν»
(Τωβίτ12,9). Η ελεημοσύνη θα πρέπει να εξαλείψει το αμαρτωλό πάθος μας για τη
συσσώρευση υλικών αγαθών, την πλεονεξία μας. Καλούμαστε να πάψουμε να
αποθηκεύουμε στις γήινες αποθήκες, αλλά στις ουράνιες, με την αγαθοεργία μας.
Μόνο που αυτή θα πρέπει να μην έχει υποκριτικό και εγωιστικό χαρακτήρα, να
γίνεται «εν τω κρυπτώ», χωρίς την παραμικρή επίδειξη της φιλανθρωπίας μας.
Ακόμη μας συμβουλεύει η Εκκλησία μας πως η νηστεία και γενικά ο πνευματικός
μας αγώνας αυτή την ιερή περίοδο μπορεί να μας ωφελήσει υπό μια προϋπόθεση. Ο
Κύριος, έχοντας υπόψη του την υποκριτική νηστεία των φαρισαίων της εποχής του,
μας συμβουλεύει να νηστεύουμε με διακριτικότητα και ταπείνωση, κρυφά από τα
μάτια των ανθρώπων, ώστε να μην εγείρεται στην ψυχή μας ίχνος εγωπάθειας για το
«κατόρθωμά» μας. Η νηστεία είναι άλλωστε το πολύτιμο μέσο για την
ψυχοσωματική κάθαρση, διότι, όπως μας διαβεβαίωσε ο Κύριος «τούτο το γένος εν
ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν εν προσευχή και νηστεία» (Μαρκ.9,29). Δια της
ηδονής, της λαιμαργίας και της ακράτειας γίναμε ξένοι του Θεού και
απομακρυνθήκαμε, σαν τον Άσωτο, της πατρικής οικίας. Δια της νηστείας
επιστρέφουμε και πάλι στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα και στην πατρική μας εστία.
Η ενθύμηση του αδαμιαίου θρήνου αυτή την ημέρα είναι επιβεβλημένη από την
Εκκλησία μας, διότι από την επόμενη ημέρα αρχίζει η αυστηρή νηστεία της Μεγάλης
Τεσσαρακοστής και ο αγώνας κατά των ψυχοκτόνων παθών μας, «το στάδιον των
αρετών ηνέωκται», «έφθασε καιρός, η των πνευματικών αγώνων αρχή, η κατά
των δαιμόνων νίκη, πάνοπλος εγκράτεια», «ο καλός της νηστείας αγών», όπως
ψάλλει η Εκκλησία μας. Οι προπάτορές μας αποτελούν ιδανικό παράδειγμα
συνετισμού μας. Η λαιμαργία τους, τους οδήγησε στην απώλεια. Η ψυχοσωματική
νηστεία η δική μας και η άσκηση των αρετών μας φέρνει στην ουρανοδρόμο πορεία
για να συναντήσουμε ξανά το Θεό. Μόνο που ο θρήνος μας δεν θα πρέπει να είναι
ωφελιμιστικός, όπως των πρωτοπλάστων, αλλά οντολογική συντριβή και μετάνοια
για την αμαρτωλότητά μας. Είναι το μόνο αντίδοτο για την ύβρη μας απέναντι στο
Θεό και ο μόνος τρόπος της σωτηρίας μας.
Η Εδέμ βρίσκεται δίπλα μας, κλεισμένη. Όμως ο φιλάνθρωπος Θεός μας έδωσε
το κλειδί να ανοίξουμε τη θύρα και να εισέλθουμε, με την ειλικρινή μετάνοιά μας και
την προσαρμογή της ζωής μας στη ζωή του Χριστού, «άχρις ου μορφωθή Χριστός
εν ημίν» (Γαλ.4,19). Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι μια καλή ευκαιρία για
να αξιωθούμε της εν Χριστώ μορφοποίησής μας, με προσευχή, νηστεία,
εκκλησιασμό, μετάνοια, εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία, μελέτη της Αγία Γραφής και
άλλων πνευματικών και ψυχωφελών αναγνωσμάτων. Ας αρχίσουμε από αύριο τον
καλό αγώνα μας για προσωπική σωματική και ψυχική κάθαρση από τα πάθη μας και
τις αμαρτωλές μας έξεις, «ειδότες τον καιρόν, ότι ώρα ἡμᾶς ήδη εξ ύπνου
εγερθῆναι· νυν γαρ εγγύτερον ημών η σωτηρία ή ότε επιστεύσαμεν. Η νυξ
προέκοψεν, η δε ημέρα ήγγικεν. Αποθώμεθα ουν τα έργα του σκότους και
ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός. Ως εν ημέρᾳ ευσχημόνως περιπατήσωμεν, μη
κώμοις και μέθαις, μη κοίτας και ασελγείαις, μη έριδι και ζήλῳ, ἀλλ᾿ ενδύσασθε
τον Κύριον Ιησοῦν Χριστόν, και της σαρκὸς πρόνοιαν μη ποιείσθε εις επιθυμίας»
(Ρωμ.13,11-14). Ας πάρουμε λοιπόν τη μεγάλη απόφαση, να βρούμε το χαμένο
Παράδεισο και να τον ανοίξουμε, ξεκλειδώνοντάς τον με τη σώζουσα χάρη του
Χριστού και τη δική μας συντριβή και μετάνοια!

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *