Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΑΔΕΛΦΟΘΕΟΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της αρχαίας Εκκλησίας υπήρξε ο άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, πρώτος επίσκοπος της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων και συγγραφέας της ομωνύμου Καθολικής Επιστολής της Καινής Διαθήκης.
Ήταν Ιουδαίος την καταγωγή και σύμφωνα με την παράδοση, γιος του μνήστορος Ιωσήφ, ο οποίος ήταν παντρεμένος πριν μνηστευθεί την Παρθένο Μαρία και είχε χηρέψει. Είχε δε επτά παιδιά, τον Ιάκωβο, τον Ιωσή, τον Ιούδα, τον Σίμωνα ή Συμεών, την Εσθήρ, την Μάρθα και τη Σαλώμη, η οποία αργότερα έγινε η μητέρα των αποστόλων Ιακώβου και Ιωάννη. Ο Ιωσήφ μετά τη χηρεία του μνηστεύτηκε, κατά θεία οικονομία, την Παρθένο Μαρία, για να μεγαλώσει τα παιδιά του, αλλά κυρίως να γίνει ο θετός πατέρας και ο προστάτης του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Γι’ αυτό και ο Ιάκωβος αναφέρεται ως Αδελφόθεος, αφού έζησαν μαζί κάτω από την ίδια στέγη σαν αδέλφια.
Από μικρό παιδί διακρίνονταν για την υπακοή του, την ευσέβειά του και τα χαρίσματά του και γι’ αυτό τον αποκαλούσαν Ιοβλίαν, δηλαδή δίκαιο στα εβραϊκά. Άκουγε με προσοχή τα ιερά γράμματα και τις διηγήσεις για την μεσσιανική. Ήταν εγκρατής και νήστευε δια βίου από τροφές που προερχόταν από έμψυχα όντα (κρέας, ψάρια, θαλασσινά, κλπ). Ουδέποτε δοκίμασε το κρασί. Προσευχόταν αδιάκοπα στο Θεό και τον παρακαλούσε να τον αξιώσει να ζήσει στην μεσσιανική εποχή. Να αξιωθεί να δει το Μεσσία και Λυτρωτή του κόσμου.
Δεν γνωρίζουμε λεπτομέρειες για την παιδική ηλικία του και τη σχέση του με τον Ιησού. Φανταζόμαστε ότι θα ήταν αρμονικές και ευλογημένες, όπως ταιριάζει σε μια ιερή οικογένεια, της οποίας μέλος της ήταν ο ίδιος ο Θεός Λόγος. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι ότι δε γνώριζε η οικογένεια ποιος ήταν ο Ιησούς, μέχρι την Βάπτισή του από Ιωάννη τον Πρόδρομο και την φανέρωση από το Θεό Πατέρα της πραγματικής Του ιδιότητας, ως Υιός του Θεού και Λυτρωτής του κόσμου. Φαίνεται ότι αφότου πληροφορήθηκε και ο Ιάκωβος για την ιδιότητα του Ιησού, πίστεψε σ’ Αυτόν και έγινε αφανής ακόλουθός Του.
Μετά την Πεντηκοστή οι άγιοι Απόστολοι και οι πρώτοι Χριστιανοί της Ιερουσαλήμ εκτιμώντας τις αρετές και την αγιότητα του Ιακώβου, τον εξέλεξαν πρώτο επίσκοπο της αγίας πόλεως. Αμέσως μετά την εκλογή του άρχισε με πρωτοφανή ζήλο το επισκοπικό του έργο. Κήρυττε ακατάπαυστα Ιησούν Χριστόν εσταυρωμένον και αναστάντα, τον μοναδικό λυτρωτή και σωτήρα του κόσμου. Γνώριζε στους ομοφύλους του Ιουδαίους ότι ο Ιησούς Χριστός, που εκείνοι απόρριψαν και σταύρωσαν είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, που είχαν προαναγγείλει οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και κήρυττε μετάνοια και πίστη σ’ Αυτόν. Έδινε ο ίδιος το παράδειγμα της μετάνοιας και της συντριβής. Από τις πολλές γονυκλισίες είχαν γίνει τα γόνατά του σκληρά σαν της καμήλας. Έδινε το παράδειγμα της ταπεινοφροσύνης, για να δείξει στους Ιουδαίους ότι η υπεροψία οδηγεί στην απιστία.
Μια από τις σπουδαίες ποιμαντικές του φροντίδες ήταν να συγγράψει την εμπειρία του για τη νέα πίστη. Συνέγραψε λοιπόν την γνωστή μας Καθολική Επιστολή Ιακώβου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ως «Ιάκωβος, Θεού και Κυρίου Ιησού Χριστού δούλος». Θεωρείται ως η Επιστολή της γνήσιας χριστιανικής ζωής, διότι σε αυτή με απλό τρόπο ο άγιος Ιάκωβος οριοθετεί την ζωή του Χριστιανού, η οποία θα πρέπει να κινείται πάνω στον άξονα πίστη – αγάπη. Τονίζει με έμφαση τη νέα μας ιδιότητα ως παιδιών του Θεού, ο Οποίος χαρίζει τις αστείρευτες δωρεές Του, τις οποίες πρέπει να μοιραζόμαστε ισάξια εμείς τα παιδιά Του. Στηλιτεύει την πλεονεξία ως απόλυτα ξένη με την χριστιανική ιδιότητα και καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων να
διέπονται από δικαιοσύνη και αγάπη. Μάλιστα στο 5ο κεφάλαιο, αναφέρεται με πολύ σκληρές εκφράσεις στους εκμεταλλευτές εργοδότες των εργατών τους, επισείοντας την αιώνια κόλαση σ’ αυτούς, ώστε να θεωρείται το πρώτο στην ιστορία κείμενο, το οποίο οριοθετεί με τόση σαφήνεια το προαιώνιο πρόβλημα της κοινωνικής δικαιοσύνης!
Για όλα αυτά οι άγιοι Απόστολοι σέβονταν και ευλαβούνταν τον άγιο Ιάκωβο. Κατά την Αποστολική Σύνοδο της Ιερουσαλήμ (49 μ. Χ.), του δόθηκε η προεδρεία. Ο απόστολος Παύλος στην προς Γαλάτας Επιστολή του αναφέρεται με σεβασμό προς αυτόν.
Αλλά όπως ήταν φυσικό η ποιμαντική δράση του αγίου Ιακώβου δημιούργησε ισχυρή έχθρα προς το πρόσωπό του. Οι μεταστροφή πλήθους Ιουδαίων στη χριστιανική πίστη θορύβησε τους άρχοντές τους. Ο αρχιερέας Άνανος ξεσήκωσε μια ομάδα φανατικών, οι οποίοι στράφηκαν εναντίον του. Μάλιστα για να τον παγιδεύσουν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι πήγαν και του ζήτησαν να μιλήσει στο λαό για το ποιος ήταν ο Ιησούς. Ο άγιος Ιάκωβος ομολόγησε με πρωτοφανές θάρρος ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας, Υιός του Θεού, ο Σωτήρας του κόσμου. Πως τώρα κάθεται στα δεξιά Θεού και ως αιώνιος μεσίτης μας. Ακούγοντάς τον πολλοί Ιουδαίοι πίστεψαν και φώναξαν «Ωσαννά τω Υιώ Δαβίδ»! Αντίθετα οι άπιστοι όρμησαν επάνω του, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στο πτερύγιο του Ναού, δηλαδή ένα τεράστιο και πανύψηλο γείσο στη στέγη, από όπου τον γκρέμισαν για να σκοτωθεί.
Αλλά ο άγιος Ιάκωβος πληγωμένος ήταν ακόμη ζωντανός. Οι φανατικοί Ιουδαίοι πήραν πέτρες στα χέρια τους και τον λιθοβολούσαν με μίσος. Εκείνος πλημυρισμένος στο αίμα παρακαλούσε το Θεό να συγχωρήσει τους δημίους του. Κάποιος ευσεβής Ιουδαίος ονόματι Ρηχάβ διαμαρτυρήθηκε για το άδικο μαρτύριο του δίκαιου Ιακώβου. Τότε οι δήμιοι άρπαξαν ένα ξύλο και έλιωσαν το κεφάλι του Ρηχάβ και μετά αποτέλειωσαν τον Ιάκωβο, ο οποίος είναι από τους πρώτους μάρτυρες της Εκκλησίας μας.
Η μνήμη του τιμάται στις 23 Οκτωβρίου, κατά την οποία τελείται η αρχαιοπρεπής Θεία Λειτουργία, η οποία θεωρείται ποίημα δικό του.
ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΑΡΕΘΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η σημερινή αραβική χερσόνησος, πριν κατακτηθεί από τους μουσουλμάνους, ήταν γεμάτη από ακμάζουσες χριστιανικές κοινότητες. Το ίδιο και η απέναντι αφρικανική χώρα της Αιθιοπίας, η οποία παραμένει ως τα σήμερα, η μόνη χριστιανική χώρα της αφρικανικής ηπείρου.
Στα χρόνια που βασίλευε στο Βυζάντιο ο αυτοκράτορας Ιουστίνος Α΄ (518-527), ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας ένας ευσεβής ηγεμόνας ο Ελεσβαάν. Αντίθετα στην αντίπερα Υεμένη, στο αρχαίο βασίλειο της Σαβά, βασίλευε ένας τυραννικός, κακούργος και αιμοδιψής βασιλιάς, ο Δου-Νοουάς. Είχε ασπασθεί τον Ιουδαϊσμό και είχε αλλάξει το όνομά του σε Γιουσούφ. Με τη βία και το δόλο κατόρθωσε να επιβληθεί στην ευρύτερη, λεγόμενη, Ευδαίμων Αραβία και να σχηματίσει ισχυρό στρατό, εκστρατεύοντας κατά γειτονικών χριστιανικών πόλεων και κοινοτήτων. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και είχε βάλει ως στόχο του να εξαφανίσει την χριστιανική πίστη από το βασίλειό του.
Μια από τις χριστιανικές πόλεις που ήθελε να κατακτήσει και να τιμωρήσει τους Χριστιανούς ήταν και η Ναζράν, η σημερινή πόλη Νεγράν στα βόρεια της Υεμένης. Αυτή η πόλη είχε πανάρχαια χριστιανική παράδοση, η οποία έφτανε στα χρόνια των Αποστόλων. Μάλιστα ευεργετήθηκε από τον γιο του Μ. Κωνσταντίνου, τον Κωνστάντιο (337-361). Εκεί ήταν προεστός της χριστιανικής κοινότητας ένας ευσεβής και ηλικιωμένος σεβάσμιος άνθρωπος, ο Αρέθας, ο οποίος με την πίστη του και το παράδειγμά του, καθοδηγούσε τους πιστούς της πόλεως και απολάμβανε τον σεβασμό όλων.
Ο αντίχριστος βασιλιάς Δου-Νοουάς – Γιουσούφ εκστράτευσε κατά της Ναζράν με 12.000 στρατό και στρατοπέδευσε έξω από τα τείχη της πόλεως. Απειλούσε πως αν οι κάτοικοι δεν απαρνιόνταν την πίστη τους στο Χριστό, θα σφαγιάζονταν όλοι. Οι Χριστιανοί κάτοικοι προέβαλαν σθεναρή αντίσταση και διαμήνυσαν στον βάρβαρο και αλλόθρησκο βασιλιά πως δεν θα αρνούνταν την σώζουσα πίστη τους. Φώναζαν με ένα στόμα το σύνθημα: «ούτε ένας προδότης ανάμεσά μας»! Είχαν πάρει την απόφαση να μαρτυρήσουν για το Χριστό!
Βλέποντας ο θηριώδης βασιλιάς ότι ήταν δύσκολο να κατακτήσει την πόλη και το σπουδαιότερο, να πείσει τους κατοίκους να απαρνηθούν την χριστιανική τους πίστη, σοφίστηκε ένα δαιμονικό δόλιο τέχνασμα. Έπεισε τους προεστούς της πόλεως ότι ήθελε να επισκεφτεί την πόλη εθιμοτυπικά και πως επιθυμούσε την ειρήνη. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να ορκιστεί στο «θεό» των Ιουδαίων ότι οι προθέσεις του ήταν αληθινές. Οι προεστοί τον πίστεψαν, μπήκε στην πόλη και άρχισε να εγκωμιάζει τους κατοίκους για την ευγένειά τους και την πρόοδό τους. Αφού έφαγε και ήπιε, ζήτησε από τους προεστούς να ανταποδώσουν την επίσκεψη στο στρατόπεδό του. Εκείνοι, εντυπωσιασμένοι από την δήθεν αλλαγή του ηγεμόνα, τον ακολούθησαν στο στρατόπεδό του, με προεξάρχοντα τον σεβάσμιο Αρέθα.
Μόλις μπήκαν στη σκηνή του έγιναν φανερές οι πραγματικές του προθέσεις. Ο τύραννος έδωσε διαταγή να συλληφθούν και να φυλακισθούν. Η πόλη ακέφαλη από τους προεστούς της, ήταν ανίσχυρη να αντισταθεί στον εχθρό. Οι στρατιώτες όρμισαν και την κατέλαβαν. Άρχισαν τις σφαγές και τις λεηλασίες με αλλόφρονα μανία. Τίποτε δεν έμεινε όρθιο. Με ιδιαίτερη αγριότητα βεβήλωσαν τους ναούς και τα σεβάσματα της πόλεως. Πήραν τα τίμια λείψανα του αγίου επισκόπου της πόλεως Παύλου, που είχε κοιμηθεί πριν δύο χρόνια και αφού τα βεβήλωσαν, τα έκαψαν. Οι κάτοικοι, κλήρος και λαός, συγκεντρωμένοι στις πλατείες προσεύχονταν στο Θεό και βοούσαν: «Είμαστε αποφασισμένοι να πεθάνουμε για το Χριστό»!
Αυτές οι φωνές εξαγρίωναν περισσότερο τους στρατιώτες, οι οποίοι είχαν βάλλει φωτιά και κατέκαιαν την πόλη από άκρου εις άκρον. Άρπαζαν τους κατοίκους και τους θανάτωναν με άγριο τρόπο. Έκαψαν ζωντανούς 477 κληρικούς, μοναχούς και μοναχές και μαζί τους 127 λαϊκούς. Οι υπόλοιποι έτρεχαν να κρυφτούν και να σωθούν από τη μανία των αλλοθρήσκων φονιάδων.
Κατόπιν ήρθε η σειρά του Αρέθα και των 340 συντρόφων του. Τον έφεραν μπροστά στον τύραννο να απολογηθεί για λογαριασμό των κατοίκων. Ήταν υπέργηρος 95 ετών. Παρ’ όλα αυτά στάθηκε με παρρησία, ελέγχοντας τον ασεβή βασιλιά και διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα μείνουν, τόσο αυτός, όσο και οι υπόλοιποι εδραίοι στην πίστη των πατέρων τους. Ότι ο Χριστός είναι ο αληθινός Θεός, ο Οποίος έγινε άνθρωπος για να σώσει το ανθρώπινο γένος. Ότι όλοι τους θα προτιμήσουν το θάνατο από την άρνηση του Σωτήρα Χριστού, ο Οποίος είναι η όντως ζωή. Παράλληλα ενθάρρυνε τους συντρόφους τους λέγοντάς τους: «Δεν υπάρχει ενδοξότερος θάνατος από το Μαρτύριο, διότι με αυτό συμμετέχουμε στο πάθος του Χριστού και γινόμαστε κοινωνοί της δόξης του». Και εκείνοι απαντούσαν με ένα στόμα: «Έχε θάρρος, τίμιε πάτερ, είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε μαζί σου αυτό το μακάριο τέλος. Να στεφανωθούμε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου»!
Ο κακούργος βασιλιάς έγινε θηρίο από το θυμό του και διέταξε τον άγριο σφαγιασμό τους σε γειτονικό χείμαρρο. Εκεί τους οδήγησαν με βιαιότητα, κραδαίνοντας τα φονικά σπαθιά τους. Εκείνοι, με ηρωικό φρόνημα, προσευχήθηκαν και έδωσαν τον τελευταίο ασπασμό της αγάπης και της ειρήνης μεταξύ τους. Πρώτος σφαγιάστηκε ο γηραιός Αρέθας και κατόπιν οι άλλοι. Ο χείμαρρος γέμισε και έτρεχε σαν νερό το τίμιο αίμα τους. Έδωσαν στο Χριστό, ό, τι πολύτιμο είχαν, το αίμα τους και τη ζωή τους!
Ο τόπος του μαρτυρίου τους έγινε πηγή αγιασμού για αιώνες. Οι πιστοί έτρεχαν να αγιαστούν και να θεραπευτούν από τα νοσήματά τους. Μια γυναίκα έτρεξε με το τριετές παιδί της για να χρησθεί από το τίμιο αίμα των Μαρτύρων. Ο βασιλιάς διέταξε να την κάψουν ζωντανή μαζί με το σπλάχνο της! Η μνήμη του αγίου Αρέθα, μαζί και των υπολοίπων Μαρτύρων εορτάζεται στις 24 Οκτωβρίου.
ΑΓΙΑ ΤΑΒΙΘΑ: Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η αγάπη και η φιλανθρωπία είναι συνώνυμα με τον Χριστιανισμό. Η βάση του χριστιανικού κηρύγματος είναι η αγάπη προς όλους τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από τις όποιες ιδιαιτερότητές τους. Τίποτε δε μπορεί να μπει εμπόδιο στην άσκηση της χριστιανικής αγάπης, ούτε το φύλο του ανθρωπίνου προσώπου, ούτε η φυλή, ούτε η κοινωνική και οικονομική του κατάσταση. Ο Ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όχι μόνο δίδαξε την αγάπη προς όλους, αλλά και έθεσε ως προϋπόθεση την άσκηση της αγάπης, σε όσους ήθελαν και θέλουν να είναι δικοί Του, «εντολὴν καινὴν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και ὑμεῖς ἀγαπᾶτε αλλήλους. Εν τούτῳ γνώσονται πάντες ότι εμοὶ μαθηταί εστε, εὰν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν.13,34-35). Επίσης έδωσε ο Ίδιος το παράδειγμα της αλληλοδιακονίας, πλένοντας τα πόδια των μαθητών Του, πριν το Μυστικό Δείπνο, συμβουλεύοντας τους μαθητές Του «ει ουν εγὼ ένιψα υμών τους πόδας, ο Κύριος και ο Διδάσκαλος, και υμείς οφείλετε αλλήλων νίπτειν τους πόδας. υπόδειγμα γαρ δέδωκα υμίν, ίνα καθὼς εγὼ εποίησα υμίν, και υμείς ποιήτε» (Ιωάν.13,13-15). Μάλιστα η αγάπη αυτή εκτείνεται και στους εχθρούς μας, «αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδὲν απελπίζοντες» (Λουκ.16,35).
Η αγία μας Εκκλησία έκαμε πράξη την εντολή της αγάπης του Χριστού, η Οποία προσφέρει εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια απλόχερα την φιλανθρωπία της στον άνθρωπο. Υπέροχες προσωπικότητες της Εκκλησίας μας άσκησαν κατά καιρούς την αγάπη και σφράγισαν με τη δράση τους την ιστορία. Ένα από αυτά τα ιερά πρόσωπα υπήρξε και η αγία Ταβιθά, η αποκαλούμενη Δορκάς, δηλαδή ζαρκάδα, η οποία έζησε στα χρόνια των Αποστόλων και αναδείχτηκε παράδειγμα φιλανθρωπίας και διακονίας των ανθρώπων που είχαν ανάγκη.
Για την αγία Ταβιθά κάνει λόγο ο ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των «Πράξεων των Αποστόλων»: «Αυτὴ ην πλήρης αγαθών έργων και ελεημοσυνών, ων εποίει» (Πραξ.9,36). Ζούσε στην πόλη της Παλαιστίνης Ιόππη και ασκούσε το επάγγελμα της υφάντρας. Είχε γίνει χριστιανή και βίωνε την χριστιανική πίστη στην καθημερινή της ζωή. Η καρδιά της ξεχείλιζε από άδολη αγάπη για τους πονεμένους και φτωχούς συμπολίτες της. Γι’ αυτό έραβε νυχθημερόν ενδύματα, τα οποία πωλούσε και τα χρήματα τα έδινε σε όσους είχαν ανάγκη. Παράλληλα είχε πλαισιωθεί από άλλες χριστιανούς της πόλεως, όπου οργάνωσε μια εκπληκτική φιλανθρωπική δράση. Πλήθος πεινασμένων, χηρών και ορφανών, ήταν αποδέκτες της αγάπης και της φιλανθρωπίας αγίας Ταβιθάς. Όμως ο Θεός οικονόμησε να δεχτεί σκληρή δοκιμασία, για να δοξασθεί το όνομά Του και να γίνει γνωστή η αγία. Αρρώστησε ξαφνικά και πέθανε.
Εκείνες τις ημέρες έκανε περιοδεία στην περιοχή εκείνη ο απόστολος Πέτρος. Δίδασκε στη γειτονική πόλη Λύδδα, όταν πληροφορήθηκε το τραγικό συμβάν από δύο απεσταλμένους των πιστών της Ιόππης. Ο Πέτρος έτρεξε αμέσως στην Ιόππη, όπου όλα ήταν έτοιμα για την κηδεία της Ταβιθάς. Βρήκε ένα μεγάλο πλήθος μέσα και έξω από το σπίτι της, όπου θρηνούσε το χαμό της ευγενούς κόρης. Όσοι είχαν ευεργετηθεί από αυτή έκλαιγαν απαρηγόρητοι, διότι είχαν χάσει το στήριγμά τους.
Μόλις έφτασε ο κορυφαίος απόστολος, ζήτησε να δει τη νεκρή, στο υπερώο. Παρακάλεσε να τον αφήσουν μόνο με το τίμιο σώμα της Ταβιθάς, γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά. Μετά φώναξε δυνατά: «Ταβιθά ανάστηθι», και ω του θαύματος, το πνεύμα επέστρεψε στο σώμα της νεκρής και σηκώθηκε! Το θαυμαστό γεγονός όχι μόνο γέμισε με χαρά το παραβρισκόμενο πλήθος, αλλά διαδόθηκε σε όλη
την Παλαιστίνη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοξασθεί το όνομα του Θεού και να μεταστραφούν στο Χριστιανισμό πάρα πολλοί Ιουδαίοι και ειδωλολάτρες.
Η αγία Ταβιθά έζησε κατόπιν πολλά χρόνια αγίας ζωής, συνεχίζοντας το φιλανθρωπικό της έργο, και πέθανε σε προχωρημένη ηλικία. Η Εκκλησία μας την κατέταξε στους αγίους Της, τιμώντας την μνήμη της στις 25 Οκτωβρίου.
Είναι ανάγκη να έχουμε υπόψη μας το διαχρονικό φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας μας, το οποίο απορρέει από την πίστη μας, ότι στο πρόσωπο του κάθε ενδεούς ανθρώπου εικονίζεται ο Χριστός και σύμφωνα με τη δική Του διαβεβαίωση, «αμὴν λέγω υμίν, εφ᾿ όσον εποιήσατε ενὶ τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοὶ εποιήσατε» (Ματθ.25,40). Είναι απαραίτητο επίσης να επισημάνουμε πως η φιλανθρωπία είναι αποκλειστικό προνόμιο του Χριστιανισμού, διότι η έννοια της εποποιίας ήταν άγνωστη στον προχριστιανικό κόσμο! Δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για οργανωμένο δίκτυο φιλανθρωπίας και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων! Από τον πακτωλό του απίστευτου πλούτου των «ιερών» των παγανιστικών θρησκειών, όπως λ.χ. των Δελφών, ουδέποτε διατέθηκε το παραμικρό ποσό για την ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου! Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για κάτι τέτοιο! Αντίθετα μάλιστα, ο Ιουλιανός ο Παραβάτης τον 4ο μ. Χ. αιώνα, θέλοντας να νεκραναστήσει την ειδωλολατρία, ζητούσε από τους ειδωλολάτρες ιερείς να μιμούνται τους Χριστιανούς στην άσκηση της φιλανθρωπίας, διότι ήταν ανύπαρκτη σ’ αυτούς!
Η εκκλησιαστική μας ιστορία έχει να μας επιδείξει ένα απέραντο φιλανθρωπικό έργο στο διάβα των αιώνων. Χιλιάδες μιμητές της αγίας Ταβιθάς προσέφεραν με αυταπάρνηση τις ανιδιοτελείς τους υπηρεσίες και τα αγαθά τους προς τον πάσχοντα και ενδεή άνθρωπο, ιδιαίτερα σε καιρούς χαλεπούς. Αλλά και σήμερα, στην εποχή μας, όπου ο λαός μας δοκιμάζεται από την πρωτοφανή οικονομική κρίση, την οποία δημιούργησε η ανθρώπινη απληστία, η Εκκλησία μας με τις χιλιάδες μιμητών της αγίας Ταβιθάς, εθελοντές της αγάπης, τρέφει και περιθάλπει μόνη Αυτή, πληθώρα συνανθρώπους μας, τους οποίους έχει εγκαταλείψει, τόσο η επίσημη Πολιτεία, και οι διάφοροι άλλοι «ανθρωπιστικοί» θεσμοί!
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση