Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
«Η ΣΤΕΙΡΑ ΤΙΚΤΕΙ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ ΚΑΙ ΤΡΟΦΟΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΗΜΩΝ»
(Αναφορά στο περιεχόμενο και τα νοήματα της εορτής του Γενεσίου της Θεοτόκου)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στην αρχή του εκκλησιαστικού έτους, το οποίο αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου, όρισε η αγία μας Εκκλησία, την 8η του αυτού μηνός, να εορτάζουμε την μεγάλη θεομητορική εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου. Δεν ορίστηκε τυχαία ο εορτασμός της αυτή την περίοδο, ως πρώτη από όλες τις μεγάλες εορτές του έτους, διότι η υπερφυσική και θαυματουργική γέννηση της Παναγίας μας αποτελεί την απαρχή της υλοποιήσεως του θείου σχεδίου για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους.
Ο πιστός λαός μας, χωρίς να γνωρίζει θεολογία και ορμώμενος από το ορθόδοξο αισθητήριο της βαθειάς του πίστης, αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα αυτού του μεγάλου γεγονότος και γι’ αυτό εορτάζει με κάθε λαμπρότητα τη μεγάλη εορτή. Γιορτάζει τη γέννηση της αγιότερης ανθρώπινης ύπαρξης, της αγνότερης και καθαρότερης γυναίκας, η οποία επιλέχτηκε από τη Θεία Πρόνοια να γίνει η Μητέρα του Θεού και το μέσον της σωτηρίας του κόσμου.
Όπως είναι γνωστό, τα Ιερά Ευαγγέλια δεν αναφέρουν τίποτε για την Γέννηση της Θεοτόκου. Την απουσία βιβλικών πληροφοριών την αναπληρώνει η άγραφη Ιερά Παράδοση της Εκκλησίας μας, η οποία αποτελεί, μαζί με την αγία Γραφή, την πηγή της χριστιανικής μας πίστεως. Άλλωστε ας μη λησμονούμε πως δεν υπάρχει ουσιαστικά διάκριση μεταξύ αγίας Γραφής και Ιεράς Παραδόσεως, διότι αμφότερες χαρακτηρίζονται από την ορθόδοξη θεολογία μας ως Ιερά Παράδοση. Αυτή τη διάκριση την κάνουν οι δυτικοί αιρετικοί, οι μεν παπικοί για να υπερτονίσουν την Παράδοση, οι δε Προτεστάντες να υπερτονίσουν την αγία Γραφή, για να στηρίξουν τις πλάνες τους. Τα Ιερά Ευαγγέλια έως ότου συγγραφούν από τους Ιερούς Ευαγγελιστές (60-95 μ. Χ.), υπήρχαν στην πρώτη Εκκλησία ως άγραφη προφορική παράδοση. Άρα καταχρηστικώς κάνουμε τον διαχωρισμό αυτό. Την Γέννηση λοιπόν της Θεοτόκου, τους γονείς της και τα της παιδικής ηλικίας της τα διέσωσε η ευσεβής παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας.
Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τη γέννηση της Θεοτόκου αποτελεί το απόκρυφο λεγόμενο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», το οποίο γράφηκε στα μέσα περίπου του 2ου μ. Χ. αιώνα από κάποιον άγνωστο χριστιανό συγγραφέα, ο οποίος χρησιμοποίησε το όνομα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, για να δώσει κύρος στο σύγγραμμά του. Να διευκρινίσουμε πως στα χρόνια εκείνα, πριν και μετά το Χριστό, είχε αναπτυχθεί ένα είδος θρησκευτικής γραμματείας, η λεγομένη «απόκρυφη γραμματεία», με αγνώστους συγγραφείς, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν επιφανή και σημαίνοντα βιβλικά πρόσωπα, ως δήθεν συγγραφείς των έργων τους. Ιδιαίτερη σημασία έχει η συλλογή των «Απόκρυφων Ευαγγελίων», έργα, κατά κανόνα αγνώστων αιρετικών, μέσω των οποίων διέδιδαν τις δοξασίες τους. Ο χαρακτηρισμός τους «απόκρυφα» δόθηκε από τους ίδιους για να δηλώσουν το δήθεν σπουδαίο περιεχόμενο των «ευαγγελίων» τους, το οποίο προορίζονταν για τους λίγους σοφούς των ομάδων τους και ήταν αποκλεισμένο στους αμύητους.
Το ειρημένο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου», πήρε την ονομασία αυτή ως δήθεν το πρώτο καταγραμμένο «ευαγγέλιο». Όμως αυτό δεν ευσταθεί, διότι όπως είναι αποδειγμένο, έπεται χρονικά των κανονικών Ευαγγελίων. Ξεχωρίζει βεβαίως από τα άλλα «απόκρυφα ευαγγέλια» ως προς τον περιορισμένο αριθμό πλανών του, που σημαίνει ότι ο άγνωστος συγγραφέας δεν ήταν αιρετικός, αλλά μέλος της Εκκλησίας και απλά προσπάθησε να καταγράψει την προφορική παράδοση, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της «απόκρυφης γραμματείας» και το όνομα του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, για να δώσει κύρος στο σύγγραμμά του. Όμως, απ’ ότι φαίνεται, δεν ήταν αρκετά μορφωμένος και για τούτο περιγράφει τα
γεγονότα με πολλή αφέλεια. Παρά ταύτα, διέθετε ζωηρή φαντασία. Οι άγιοι Πατέρες διέκριναν την αγαθή διάθεση του συγγραφέα και δέχτηκαν το έργο του ως ιστορική πηγή για γεγονότα τα οποία στερούνταν άλλων γραπτών πηγών. Άλλωστε το περιεχόμενό του δεν ερχόταν σε αντίθεση με την προφορική παράδοση της Εκκλησίας, και φυσικά με την διδασκαλία της.
Η γέννηση λοιπόν της Θεομήτορος και παιδική της ζωή είναι καταγραμμένη στο «ευαγγέλιο» αυτό. Σύμφωνα μ’ αυτό, οι γονείς της Θεοτόκου ονομάζονταν Ιωακείμ και Άννα, ήταν ευσεβείς Ιουδαίοι και ανήκαν στην κατηγορία εκείνων οι οποίοι έτρεφαν με αδημονία την προσμονή του αναμενόμενου Μεσσία. Ανήκαν στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, στο «υπόλειμμα», οι οποίοι είχαν μείνει πιστοί στο κήρυγμα των προφητών και στην τήρηση του Νόμου. Το ιερό αυτό ανδρόγυνο είχε εκλεγεί, χωρίς να το γνωρίζει από τη Θεία Πρόνοια να γίνει, ο μεν Ιωακείμ ο πάππος, η δε Άννα η μάμμη, κατά σάρκα, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Ο Ιωακείμ καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα, του γιου του Ιακώβ, ήταν γιός του Ελιακείμ και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «ο ανυψωθείς από το Θεό». Ιδιώτευε και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ σε δική του πολυτελή έπαυλη, κοντά στη δεξαμενή Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή του Λευί και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Το όνομά της σημαίνει στα εβραϊκά «χάρις, εύνοια». Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ανήκαν και οι δύο στη φυλή του Ιούδα, από την οποία, σύμφωνα με τους προφήτες θα προερχόταν ο Μεσσίας. Ανήκαν επίσης αμφότεροι στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν με αδημονία και πίστη την έλευσή του και εύχονταν να κατάγεται από τη γενιά τους.
Ο Ιωακείμ και η Άννα ζούσαν προσευχόμενοι, νηστεύοντας και κάνοντας έργα φιλανθρωπίας. Είχαν την πεποίθηση ότι ο καιρός της ελεύσεως του ήταν κοντά. Τους στεναχωρούσε όμως αφάνταστα το γεγονός ότι ήταν άκληροι και δεν θα αξιώνονταν να προέλθει από τη γενιά τους ο μεγάλος Αναμενόμενος. Η Άννα ήταν στείρα και προχωρημένης ηλικίας. Η ατεκνία ήταν μεγάλο όνειδος για τους Ιουδαίους, μάλλον κατάρα και αποστροφή της εύνοιας του Θεού προς τους άτεκνους συζύγους. Αυτή την αποστροφή της ιουδαϊκής κοινωνίας βίωνε και το ευσεβές ζεύγος Ιωακείμ και Άννα. Σε κάθε δημόσια εκδήλωση εισέπρατταν την περιφρόνηση. Όμως ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό και Τον παρακαλούσαν νυχθημερόν να τους αξιώσει να γίνουν γονείς, παρά το προχωρημένο της ηλικίας τους.
Οι άτεκνοι θεωρούνταν στιγματισμένοι από το Θεό και τα δώρα τους δεν γινόταν δεκτά από τους ιερείς του Ναού. Σε μια μεγάλη εορτή ο Ιωακείμ μετέβη στο Ναό, για να προσφέρει τα δώρα του στο Θεό, μαζί με πλήθος άλλων Ιουδαίων. Όμως εκεί τον περίμενε μια μεγάλη πίκρα. Ο αρχιερέας Ρουβίμ αρνήθηκε να δεχτεί τις προσφορές του και τον απέπεμψε, λέγοντάς του: «Δεν επιτρέπεται να προσφέρεις πρώτος τα δώρα σου, καθότι σπέρμα οὐκ ἐποίησας ἐν τῷ Ἰσραήλ», επειδή δηλαδή είσαι άτεκνος. Ο δίκαιος άνδρας λυπήθηκε πολύ και απάντησε στον αρχιερέα: «Μόνο εγώ είμαι, ανάμεσα στις δώδεκα φυλές του Ισραήλ άτεκνος;». Αλλά θυμήθηκε τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος ήταν ευσεβής, αλλά και αυτός άτεκνος και ο Θεός τον αξίωσε να αποκτήσει κλήρα, τον Ισαάκ. Αυτή η σκέψη τον παρηγόρησε και του έδωσε την ελπίδα ότι ίσως κάμει ο Θεός έλεος και αποκτήσει και αυτός παιδί.
Γύρισε λυπημένος και προβληματισμένος στο σπίτι του. Χωρίς να τον αντιληφτεί η Άννα, έφυγε στην έρημο, όπου έστησε σκηνή. Εκεί, για σαράντα ημερονύκτια, με νηστεία και αδιάκοπη και θερμή προσευχή, παρακαλούσε το Θεό να μη γυρίσει στο σπίτι του, αν δεν του αποκαλυφτεί και του φανερωθεί η αιτία της ατεκνίας του. Ταυτόχρονα η Άννα θρηνούσε διπλά στο σπίτι τους, την περίεργη και απρόσμενη
εξαφάνιση του αγαπημένου της συζύγου και την ατεκνία της. Έφτασε όμως μια σημαντική εορτή και η υπηρέτριά της Ιουδίθ τις είπε: «Κυρά μου μέχρι πότε θα ταπεινώνεις την ψυχή σου; Να, έφτασε η μεγάλη ημέρα του Κυρίου και δεν επιτρέπεται να πενθείς. Πάρε όμως αυτόν εδώ τον κεφαλόδεσμο, πού μου έδωσε η γυναίκα πού τον έφτιαξε και δεν επιτρέπεται να τον ανοίξω εγώ, μια υπηρέτρια, επειδή έχει σημασία βασιλική». Όμως η Άννα την επέπληξε θυμωμένη και με λυγμούς της είπε: «Φύγε από κοντά μου· αυτό εγώ ποτέ δεν το έκανα και όμως ο Κύριος με ταπείνωσε πάρα πολύ. Μήπως κάποιος πονηρός σου τον έδωσε και ήρθες για να με κάνεις συμμέτοχη στην αμαρτία σου;». Η Ιουδίθ της απάντησε, με θυμό και αυθάδεια: «Τι να σου καταραστώ, αφού ο Κύριος έκλεισε τη μήτρα σου για να μην αφήσεις απογόνους στον Ισραήλ;». Η Άννα περίλυπη, φόρεσε τα νυφικά της ρούχα και κατέβηκε στον κήπο, για περίπατο, μήπως και απαλύνει το διπλό πόνο της. Η ώρα ήταν περί την 9η, στάθηκε κάτω από μια δάφνη και προσευχήθηκε θερμά, με δάκρυα στα μάτια στο Θεό, λέγοντας: «Ο Θεός των πατέρων ημών, ευλόγησε τη δούλη σου, άκουσε τη δέησή μου. Όπως ευλόγησες τη μήτρα της Σάρας και γέννησε τον Ισαάκ, αξίωσε και μένα να γίνω μητέρα». Σηκώνοντας ψηλά τα μάτια είδε στα κλαδιά της δάφνης μια φωλιά γεμάτη νεοσσούς και έβγαλε θρηνητική κραυγή λέγοντας: «Αλίμονο σε μένα, ποιος με γέννησε και ποια μήτρα με κυοφόρησε; Γιατί να είμαι άτεκνη και ως εκ τούτου καταραμένη στα μάτια του Ισραήλ, να με λοιδορούν και να με προσβάλλουν ακόμα και στο ναό σου; Αλίμονο μου, δεν αξιώθηκα να μοιάσω ούτε με τα πουλιά, τα οποία είναι γόνιμα. Δεν εξομοιώθηκα ούτε με τα άγρια θηρία, τα οποία και εκείνα είναι γόνιμα, χάρη σε σένα Κύριε. Δεν εξομοιώθηκα με τα νερά αυτά, αφού και τούτα είναι γόνιμα. Αλίμονο μου, με ποιόν εξομοιώθηκα; Ούτε με τη γη, αφού και αυτή προσφέρει τούς καρπούς στον καιρό της και ευλογεί εσένα, Κύριε»!
Αφού τελείωσε την προσευχή της και εξέθεσε το πικρό παράπονό της στο Θεό, κάθισε στο πεζούλι να αναπαυτεί. Τότε έγινε το μεγάλο θαύμα, της παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου λαμπροφορεμένος και απαστράπτων, λέγοντάς της: «Άννα, ο Κύριος άκουσε την προσευχή σου. Θα συλλάβεις και θα γεννήσεις· ο καρπός σου θα γίνει γνωστός σ’ όλη την οικουμένη»! Η αγία γυναίκα κατάλαβε ότι οι ικεσίες της εισακούστηκαν στο Θεό, πίστεψε χωρίς δισταγμό στην οπτασία και είπε: «Ζει Κύριος ο Θεός μου· αν γεννήσω, είτε αγόρι είτε κορίτσι, θα το προσφέρω ως δώρο στον Κύριο τον Θεό μου, για να τον λατρεύει και να τον υπηρετεί σ’ όλη τη ζωή του»!
Ο άγγελος όμως πήγε στη έρημο και ανήγγειλε και στον Ιωακείμ το χαρμόσυνο άγγελμα, λέγοντάς του: «Ιωακείμ, άκουσε Κύριος ο Θεός την προσευχή σου. Γύρνα πίσω στο σπίτι σου, γιατί η Άννα, η γυναίκα σου, θα μείνει έγκυος»! Περιχαρής επέστρεψε στην οικία του, όπου τον περίμενε η εν πλήρη αγαλλιάσει η Άννα. Έτρεξε, κρεμάστηκε από τον τράχηλο του και με χαρά του είπε: «Ξέρω τώρα και δεν αμφιβάλω, ότι ο Θεός με ευλόγησε πάρα πολύ. Τώρα πια δεν είναι χήρα, και η άτεκνη και θα μείνω έγκυος»! Ο Ιωακείμ ήταν τότε ογδόντα τριών ετών και η Άννα εβδομήντα. Μετά την σύλληψη το ευσεβές ανδρόγυνο υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί του στο Θεό, στον οποίο ανήκε, αφού Εκείνος τους το χάρισε. Η περίοδος της εγκυμοσύνης ήταν μια διαρκής ευχαριστήρια ωδή στο Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε, ένας ασίγαστος αίνος προς τον Κύριο, ο Οποίος δύναται να καταλύει τους φυσικούς νόμους.
Όταν συμπληρώθηκαν οι εννέα μήνες, η Άννα γέννησε και με αγωνία ρώτησε τη μαία για το φύλο του βρέφους και εκείνη της απάντησε ότι ήταν κορίτσι. Τότε η Άννα ευχαρίστησε το Θεό, λέγοντας: «Εμεγαλύνθη η ψυχή μου εν τη ημέρα ταύτη». Και έβαλαν τη νεογέννητη στο κρεβατάκι της και της έδωσαν οι γονείς το όνομα
Μαριάμ, το όνομα της γιαγιάς της, της μητέρας της μητέρας της, το οποίο σημαίνει στα εβραϊκά «κυρία» και η οποία έμελλε να γίνει η Κυρία του κόσμου και των αγγέλων.
Αφού η μικρή κόρη έγινε τριών ετών, ο Ιωακείμ και η Άννα θεώρησαν ότι ήρθε ο καιρός να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό. Πήραν τη Μαρία και την πήγαν
στο Ναό της Ιερουσαλήμ να την αφιερώσουν στο Θεό. Πίστευαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι ότι ο Ναός των Ιεροσολύμων ήταν ο τόπος της κατοικίας και της παρουσίας του Θεού. Τα Άγια των Αγίων, το θεοσκότεινο και άβατο μέρος του Ναού, παρά μονάχα στον αρχιερέα του έτους και μόνο κατά την ημέρα της εορτής του «Εξιλασμού», θεωρούνταν ο θρόνος του Θεού. Οι ιερείς του Ναού, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διέγνωσαν την αγιότητα της κορασίδας και γι’ αυτό δεν την οδήγησαν στην ειδική πτέρυγα των παρακείμενων κτισμάτων, όπου διέμειναν οι αφιερωμένες παρθένες, αλλά την οδήγησαν στα Άγια των Αγίων, για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της και η αγιότητά της.
Εκεί έμεινε τρεφόμενη από ουράνια τροφή και υπηρετούμενη από τους αγίους αγγέλους, μέχρι που οι ιερείς την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο Ιωσήφ. Εν τω μεταξύ οι γονείς της είχαν κοιμηθεί όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών, ο Ιωακείμ σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και η Άννα ογδόντα τριών.
Η εορτή του Γενεσίου της Θεοτόκου, όπως και οι άλλες θεομητορικές εορτές, καθιερώθηκαν και άρχισαν να εορτάζονται από όλες τις Εκκλησίες, μετά την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου (431) και την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), όταν αποκρυσταλλώθηκε το δόγμα περί του προσώπου της Θεοτόκου. Σύμφωνα με αρχαίες μαρτυρίες, η εορτή του Γενεσίου της καθιερώθηκε περί τα τέλη του 5ου μ. Χ. αιώνα, με αρχές του 6ου στην Κωνσταντινούπολη και σύντομα διαδόθηκε σε όλη την Εκκλησία. Στη Δύση καθιερώθηκε προς τα τέλη του 7ου αιώνα από Έλληνες μοναχούς, οι οποίοι ήρθαν στην Ιταλία, μετά τους διωγμούς των Αράβων. Ορίστηκε δε να εορτάζεται στις 8 Σεπτεμβρίου.
Σπουδαίοι υμνογράφοι και μουσουργοί συνέθεσαν για την εορτή, σπουδαίους ύμνους, με ύψιστο θεολογικό περιεχόμενο, το οποίο εκφράζει την περί της Θεοτόκου διδασκαλία της Εκκλησίας μας, όπως ο Γερμανός Α΄ Κωνσταντινουπόλεως, ο Ρωμανός ο Μελωδός, ο Ιωσήφ Υμνογράφος, έχουν γράψει κανόνες, κοντάκια, τα οποία ψάλλονται κατά την ημέρα της γιορτής. Πολλή σημαντική είναι και η αγιογραφία της εορτής. Γνωστοί και άγνωστοι αγιογράφοι ιστόρησαν θαυμάσιες εικόνες του Γενεσίου της Θεοτόκου, οι οποίες βρίσκονται σε μεγάλα μοναστικά κέντρα, όπως το Άγιον Όρος και σε ενοριακούς ναούς, πολλές από αυτές θεωρούνται θαυματουργές. Επίσης πλήθος μονών και ναών σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο είναι αφιερωμένες στη σεπτή της Γέννηση.
Όπως προαναφέραμε, ο ευσεβής λαός μας, έχει αυξημένο το αισθητήριο του μυστηρίου της σωτηρίας, το οποίο συντελέστηκε χάρις στην υπέρτατη συμβολή της Παναγίας μας και για τούτο την τιμά όπως ταιριάζει στο πάνσεπτο πρόσωπό της. Αυτή, μετά τον Τριαδικό Θεό, απολαμβάνει ύψιστη τιμητική προσκύνηση και αποτελεί το προσφιλέστερο ανθρώπινο πρόσωπο της ιστορίας. Με το να αξιωθεί να γίνει η μητέρα του σαρκωμένου Θεού μας, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, κατέστη και δική μας μητέρα, αφού ο Λυτρωτής μας Χριστός, μας έκαμε αδέλφια του, όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος, επειδή «ώφειλε κατά πάντα τοις αδελφοίς ομοιωθήναι», «ουκ επαισχύνεται αδελφούς αυτούς καλείν» (Εβρ.2,11 και 17). Η ευσεβής εξιστόρηση του θαυμαστού γεγονότος της Γεννήσεως της Θεοτόκου μας διδάσκει, για πολλοστή φορά, την άμετρη αγάπη του Θεού για μας τους παραστρατημένους στην αμαρτία ανθρώπους και την ασύλληπτη, για τον πεπερασμένο νου μας, υλοποίηση του προαιώνιου σχεδίου της εν Χριστώ
απολύτρωσής μας. Η Παναγία μας είναι, μετά το Χριστό, το κύριο πρόσωπο του απολυτρωτικού έργου. Η συμβολή της υπήρξε καθοριστική, διότι μόνον αυτή υπήρξε το πλέον μοναδικό σκεύος να δεχτεί στα πάναγνα σπλάχνα της το Θεό. Πέραν των θεολογικών διδαγμάτων από την μεγάλη εορτή, μπορούμε να πάρουμε και πολλά και υψηλά ηθικά διδάγματα, για την δική μας πνευματική και ηθική προκοπή. Μπορούμε να διδαχθούμε από την ακράδαντη πίστη των αγίων προπατόρων Ιωακείμ και Άννας, από την άκρα ταπείνωσή τους, από την αδιάσειστη ελπίδα τους στην πρόνοια του Θεού, από την πιστότητα και εκπλήρωση των ευσεβών υποσχέσεών τους στο Θεό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα δύο αυτά βιβλικά πρόσωπα, κατέχουν ξεχωριστή θέση στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, αφού τους επικαλούμαστε σε κάθε ικεσία στην εκκλησιαστική μας λατρεία.
Η Γέννηση της Θεομήτορος αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα πλέον χαροποιά γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας, αφού αποτελεί την χαραυγή της σωτηρίας του κόσμου. Αυτή την ιερή χαρά εκφράζει κάλλιστα και ο ιερός υμνογράφος, στο θαυμάσιο απολυτίκιο της εορτής: «Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οικουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον»! Ομοίως αυτή την αισιοδοξία εκφράζει και το θαυμάσιο τροπάριο, του κοντακίου, ποίημα του μεγάλου Ρωμανού του Μελωδού: «Ἡ προσευχὴ ὁμοῦ καὶ στεναγμός, τῆς στειρώσεως καὶ ἀτεκνώσεως Ἰωακείμ τε καὶ Ἄννης, εὐπρόσδεκτος, καὶ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου ἐλήλυθε, καὶ ἐβλάστησαν καρπὸν ζωηφόρον τῷ κόσμῳ· ὁ μὲν γὰρ προσευχὴν ἐν τῷ ὄρει ἐτέλει, ἡ δὲ ἐν παραδείσῳ ὄνειδος φέρει· ἀλλὰ μετὰ χαράς, ἡ στεῖρα τίκτει τὴν Θεοτόκον, καὶ τροφὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν».
Είθε, η ανεκλάλητη και ανέκφραστη αυτή χαρά να είναι μόνιμη κατάσταση στην ψυχή μας και η χάρη της Θεοτόκου να μας σκεπάζει κάθε στιγμή της ζωής μας, θωρακίζοντάς μας από κάθε κακό, «ίνα ήρεμον και ησύχιον βίον διάγωμεν εν πάση ευσεβεία και σεμνότητι» (Α΄Τιμ.2,2).
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΘΕΟΠΑΤΟΡΕΣ ΙΩΑΚΕΙΜ ΚΑΙ ΑΝΝΑ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Σημαντική τιμητική θέση στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας κατέχουν οι άγιοι Ιωακείμ και η Άννα, ο προπάτορας και η προμήτορα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Σε κάθε σχεδόν ιερή ακολουθία γίνεται ξεχωριστή αναφορά στα σεπτά τους πρόσωπα, επιζητώντας οι λειτουργοί τις πρεσβείες τους στον Θεό. Είναι οι γονείς της Θεομήτορος, οι οποίοι αξιώθηκαν να γεννήσουν τη Μητέρα του Θεού για να πραγματοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους.
Οι πληροφορίες μας γι’ αυτούς προέρχεται αποκλειστικά από την Ιερά Παράδοση, καθότι δεν αναφέρει τίποτε η Καινή Διαθήκη. Όμως για μας τους Ορθοδόξους η Ιερά Παράδοση είναι το ίδιο έγκυρη και αξιόπιστη με την Αγία Γραφή, διότι η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας μας διέσωσε με σεβασμό ό, τι δεν καταγράφηκε από τους Ιερούς Συγγραφείς στα καινοδιαθηκικά κείμενα. Φρόντισαν οι αρχαίοι Πατέρες και ο πιστός λαός, να διασώσουν, συν τοις άλλοις, και την άγραφη παράδοση σχετικά με τους κατά σάρκα παππού και γιαγιά του Κυρίου μας. Μέρος αυτής της παράδοσης έχει καταγραφεί στη λεγόμενη «απόκρυφη γραμματεία» της αρχαίας Εκκλησίας. Ειδικά για τον προπάτορα και προμήτορα του Κυρίου κάνει εκτενή λόγο το λεγόμενο απόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο του Ιακώβου».
Ο Ιωακείμ καταγόταν από τη φυλή του Ιούδα, του γιου του Ιακώβ, ήταν γιός του Ελιακείμ και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ. Το όνομά του σημαίνει στα εβραϊκά «ο ανυψωθείς από το Θεό». Ιδιώτευε και κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ σε δική του πολυτελή έπαυλη, κοντά στη δεξαμενή Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε την Άννα, θυγατέρα του Ματθάν από τη φυλή του Λευί και της Μαρίας από τη φυλή του Ιούδα. Το όνομά της σημαίνει στα εβραϊκά «χάρις, εύνοια». Είχε δύο αδελφές, τη Μαρία, μητέρα της Σαλώμης και την Σοβή, μητέρα της Ελισάβετ, η οποία γέννησε τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Ανήκαν και οι δύο στη φυλή του Ιούδα, από την οποία, σύμφωνα με τους προφήτες θα προερχόταν ο Μεσσίας. Ανήκαν επίσης αμφότεροι στη μικρή μερίδα των ευσεβών Ιουδαίων, οι οποίοι περίμεναν με αδημονία και πίστη την έλευσή του και εύχονταν να κατάγεται από τη γενιά τους. Ζούσαν ο Ιωακείμ και η Άννα προσευχόμενοι, νηστεύοντας και κάνοντας έργα φιλανθρωπίας. Είχαν την πεποίθηση ότι ο καιρός της ελεύσεως του ήταν κοντά. Τους στεναχωρούσε όμως αφάνταστα το γεγονός ότι ήταν άκληροι και δεν θα αξιώνονταν να προέλθει από τη γενιά τους ο μεγάλος Αναμενόμενος. Η Άννα ήταν στείρα και προχωρημένης ηλικίας. Όμως ποτέ δεν έχασαν την πίστη τους στο Θεό και Τον παρακαλούσαν νυχθημερόν να τους αξιώσει να γίνουν γονείς. Οι άτεκνοι θεωρούνταν από τους Ιουδαίους στιγματισμένοι από το Θεό και τα δώρα τους δεν γινόταν δεκτά από τους ιερείς του Ναού.
Οι προσευχές και οι ικεσίες των δύο ευσεβών ηλικιωμένων έγιναν δεκτές από το Θεό. Κατά τρόπο θαυματουργικό, η Άννα έμεινε έγκυος, παρά τη γεροντική της ηλικία. Ο Ιωακείμ ήταν ογδόντα τριών ετών και η Άννα εβδομήντα. Αμέσως έσπευσαν να αφιερώσουν το παιδί τους στο Θεό, στον οποίο ανήκε, αφού Εκείνος τους το χάρισε. Η περίοδος της εγκυμοσύνης ήταν μια διαρκής ευχαριστήρια ωδή στο Θεό για το μεγάλο δώρο που τους χάρισε, ένας ασίγαστος αίνος προς τον Κύριο, ο Οποίος δύναται να καταλύει τους φυσικούς νόμους.
Μετά από εννέα μήνες η Άννα γέννησε ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, το οποίο ονόμασαν Μαρία, από το όνομα της γιαγιάς της, της μητέρας της μητέρας της, το οποίο σημαίνει στα εβραϊκά «κυρία» και η οποία έμελλε να γίνει η Κυρία του κόσμου και των αγγέλων.
Αφού η μικρή κόρη έγινε τριών ετών, ο Ιωακείμ και η Άννα θεώρησαν ότι ήρθε ο καιρός να εκπληρώσουν την υπόσχεσή τους στο Θεό. Πήραν τη Μαρία και την πήγαν
στο Ναό της Ιερουσαλήμ να την αφιερώσουν στο Θεό. Πίστευαν οι ευσεβείς Ιουδαίοι ότι ο Ναός των Ιεροσολύμων ήταν ο τόπος της κατοικίας και της παρουσίας του Θεού. Τα Άγια των Αγίων, το θεοσκότεινο και άβατο μέρος του Ναού, παρά μονάχα στον αρχιερέα του έτους και μόνο κατά την ημέρα της εορτής του «Εξιλασμού», θεωρούνταν ο θρόνος του Θεού. Οι ιερείς του Ναού, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα διέγνωσαν την αγιότητα της κορασίδας και γι’ αυτό δεν την οδήγησαν στην ειδική πτέρυγα των παρακείμενων κτισμάτων, όπου διέμειναν οι αφιερωμένες παρθένες, αλλά την οδήγησαν στα Άγια των Αγίων, για να διαφυλαχτεί η αγνότητά της και η αγιότητά της.
Εκεί έμεινε τρεφόμενη από ουράνια τροφή και υπηρετούμενη από τους αγίους αγγέλους, μέχρι που οι ιερείς την αρραβώνιασαν με τον δίκαιο Ιωσήφ. Εν τω μεταξύ οι γονείς της είχαν κοιμηθεί όταν εκείνη ήταν έντεκα χρονών, ο Ιωακείμ σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και η Άννα ογδόντα τριών.
Η μνήμη τους εορτάζεται λαμπρά από την Εκκλησία μας στις 9 Σεπτεμβρίου, την επομένη από τη μεγάλη θεομητορική εορτής της Γεννήσεως της Θεοτόκου, ως υπέρτατη τιμή προς τα σεπτά τους πρόσωπα, διότι συνέβαλλαν και αυτοί στην υλοποίηση του σχεδίου της σωτηρίας του κόσμου, ως γονείς της Θεομήτορος.
Η τιμή των αγίων Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους, όπου οι Χριστιανοί της Ιεροσολυμίτικης Εκκλησίας τους τιμούσαν μαζί με τη Θεοτόκο. Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνει η αγία Άννα στο Άγιον Όρος, όπου είναι αφιερωμένη σε αυτή η μεγαλύτερη Σκήτη και όπου φυλάσσεται το αριστερό πόδι της. Στην Ιερά μονή Κουτλουμουσίου φυλάσσεται ολόκληρη η κνήμη του δεξιού ποδιού της. Τα ιερά της λείψανα ευωδιάζουν και θαυματουργούν, αποδεικνύοντας την αγιότητά της και δικαιολογώντας την τιμή που αποδίδουν στους αγίους Θεοπάτορες οι πιστοί όλων των εποχών.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η αγιοτόκος Θεσσαλονίκη ανάδειξε, εκτός από μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας μας, και πολλούς Νεομάρτυρες στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι οποίοι έχυσαν το τιμημένο αίμα τους για την πίστη στο Χριστό και την αγάπη τους για την ελευθερία της πατρίδος. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Νεομάρτυς Αθανάσιος ο Κουλακιώτης.
Γεννήθηκε περί το 1749 στο χωριό Κουλακιά της Θεσσαλονίκης, τη σημερινή Χαλάστρα, από ευσεβείς και εύπορους γονείς, τον Πολύχρουν και τη Λουλούδω, οι οποίοι του έσπειραν στην ψυχή του το σωτήριο σπόρο της ορθόδοξης πίστης, της μοναδικής πίστης, η οποία, μόνη αυτή, οδηγεί στη σωτηρία. Ο πατέρας του ήταν προεστός της περιοχής και απολάμβανε τον σεβασμό και την εκτίμηση των κατοίκων.
Όταν ο Αθανάσιος έφτασε στην ηλικία της μαθητείας αποφάσισε να τον σπουδάσει, στέλνοντάς τον στους καλλίτερους δασκάλους της περιοχής. Την εποχή εκείνη δίδασκε στη Θεσσαλονίκη ο ονομαστός διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος (1722-1813), μετέπειτα άγιος της Εκκλησίας μας (24 Ιουνίου) και δάσκαλος του Γένους. Ο Αθανάσιος φοίτησε στη σχολή του και επέδειξε μεγάλη επιμέλεια. Στη συνέχεια φοίτησε στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιο Όρος, τη Σχολή του Βατοπεδίου, κοντά στους φημισμένους δασκάλους Παναγιώτη Παλαμά και Νικόλαο Τζαρτζούλιο από το Μέτσοβο, λαμβάνοντας τέλεια παιδεία για την εποχή του και μεγάλη επιστημονική και πνευματική κατάρτιση. Διδάχτηκε φιλοσοφία, θεολογία και την περίφημη λογική του Ευγενίου Βούλγαρη.
Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου συνάντησε και συνδέθηκε μαζί του, με τον Πατριάρχη Αντιοχείας Φιλήμονα. Έμεινε στην Πόλη δύο χρόνια και κατόπιν γύρισε στο Άγιο Όρος και στη συνέχεια στην ιδιαίτερη πατρίδα του, για να ωφελήσει τους συμπατριώτες του με τις γνώσεις του.
Στην Κουλακιά υπήρχε μια φιλολογική λέσχη, ένας «βασιλικός μενζιλχανάς», όπως τον αποκαλούσαν, όπου συγκεντρώνονταν πολλοί άνθρωποι, κυρίως λόγιοι, Ρωμιοί και τούρκοι, συζητώντας διάφορα σοβαρά θέματα και αντάλλασσαν ιδέες και απόψεις. Ο καλλιεργημένος Αθανάσιος σύχναζε και αυτός στη λέσχη, άκουε ειδήσεις και νέες ιδέες και εξέφραζε τις δικές του απόψεις, καθότι ήταν λόγιος.
Κάποια μέρα, συνδιαλέγονταν με έναν τούρκο εμίρη, στην τουρκική και την αραβική γλώσσα, τις οποίες κατείχε, περί της θρησκείας. Πάνω στη συζήτηση αναφέρθηκε στο «σαλαβάτι», την «ομολογία πίστεως» των μουσουλμάνων, λέγοντας: «η δική σας πίστη στέκεται σε αυτά τα λόγια: “Ένας είναι ο Αλλάχ και προφήτης του ο Μωάμεθ”», την οποία πρόφερε απονήρευτα εν τη ρύμη του λόγου του. Αλλά ο τούρκος εμίρης εξέλαβε την αφελή αυτή αναφορά, ως προσχώρηση στο Ισλάμ, λέγοντάς του κατηγορηματικά: «Αφού είπες το σαλαβάτι, έγινες Τούρκος»!
Ο Αθανάσιος μάταια προσπαθούσε να του εξηγήσει: «Μη γένοιτο, ήθελα να πω μόνο τι λέει η πίστη σας και όχι ότι την ασπάζομαι»! Αλλά ο εμίρης δεν ήθελε να ακούσει καμιά δικαιολογία. Αφού παρέδωσε τον Αθανάσιο στον τούρκο υπεύθυνο του μενζιλχανέ (της λέσχης) να τον κρατάει, πήγε στον μουλά ιεροδικαστή της Θεσσαλονίκης να τον καταγγείλει ότι δήθεν ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, αλλαξοπίστησε, περιπαίζοντας την μουσουλμανική θρησκεία!
Ο τούρκος ιεροδικαστής έδωσε εντολή να φέρουν μπροστά του τον «εξωμότη», να τον ανακρίνει ο ίδιος. Τον ρώτησε αν αληθεύει η κατηγορία, ότι ήταν μουσουλμάνος και αλλαξοπίστησε. Ο Αθανάσιος με λόγο στρωτό και ευθύ λόγο του εξιστόρησε το γεγονός και τον διαβεβαίωσε ότι δεν ήταν ομολογία πίστεως στο
Ισλάμ, αλλά αναφορά στην ομολογία των μουσουλμάνων. Μάλιστα ο Αθανάσιος ρώτησε τον τούρκο δικαστή: «Και εσύ αν ήξερες κάποια λόγια από την χριστιανική μας πίστη και τα πρόφερες, αυτό θα σήμαινε ότι έγινες Χριστιανός;».
Ο μουλάς ιεροδικαστής φαίνεται ότι ήταν άνθρωπος δίκαιος και σώφρον. Κατάλαβε ότι δεν επρόκειτο για προσχώρηση στο Ισλάμ και ήθελε να τον αφήσει ελεύθερο. Αλλά οι παριστάμενοι τούρκοι αγάδες και άλλοι απλοί πολίτες άρχισαν να φωνασκούν και να διαμαρτύρονται για την απόφαση του ιεροδικαστή. Θεωρούσαν ότι περιπαίχτηκε η μουσουλμανική θρησκεία και πως δεν είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει αθώο. Ο Μουλάς είτε φοβήθηκε, είτε επηρεάστηκε από τη φασαρία των ομοφύλων και ομοθρήσκων του, άρχισε να παρακινεί τον Αθανάσιο να ασπασθεί το Ισλάμ. Μάλιστα μεταχειρίστηκε κολακείες και φοβέρες. Του εξήγησε ότι με την «ομολογία» του, είτε ασπάστηκε το Ισλάμ και στη συνέχεια το απαρνήθηκε, είτε το περιέπαιξε. Και στις δύο περιπτώσεις οι συνέπειες για εκείνον θα ήταν πολύ σοβαρές.
Ο Αθανάσιος κατάλαβε ότι έπεσε στην παγίδα των τούρκων, για να τον εξισλαμίσουν. Συνειδητοποίησε ότι μια νέα σελίδα άνοιξε για τη ζωή του. Ότι είχε να διαλέξει ή τον εξισλαμισμό του, για να γλυτώσει τη ζωή του, ή το μαρτύριο για να μην προδώσει την πίστη του στο Χριστό. Προτίμησε το δεύτερο. Με θάρρος και παρρησία ομολόγησε ότι ουδέποτε έγινε μουσουλμάνος. Ότι ποτέ δεν θα απαρνηθεί την πίστη του στο Χριστό, την αγία Ορθοδοξία, τη μοναδική αληθινή πίστη στον αληθινό Τριαδικό Θεό!
Ο Μουλάς τον άκουσε με προσοχή και νομίζοντας ότι κάποια στιγμή θα αλλάξει γνώμη, τον έκλεισε στη φυλακή. Έμεινε για αρκετές ημέρες στο σκοτεινό και υγρό μπουντρούμι, χωρίς να τον επισκεφτεί κανένας συγγενής ή φίλος ή συγχωριανός του. Και τούτο διότι διαδόθηκε ότι «εσαλαβάτισε», ότι έγινε μουσουλμάνος. Ο πατέρας του, αν και θα μπορούσε να τον ελευθερώσει με τα χρήματά του και την γνωριμία του με τον τούρκο διοικητή της περιοχής, Γιουσούφ – Μπέη, αρνήθηκε να το κάμει, διότι θεώρησε μεγάλη ντροπή να εξισλαμισθεί ο γιός του, αλλά και από φόβο διότι διαδόθηκε ότι ξανάγινε χριστιανός και η όποια συμπαράσταση σ’ αυτόν θα είχε συνέπειες για εκείνους!
Αφού πέρασαν αρκετές ημέρες ο μουλάς έβγαλε τον Αθανάσιο από τη φυλακή, ελπίζοντας ότι είχε «συνετισθεί» και του ζήτησε να ομολογήσει ότι έγινε μουσουλμάνος. Αλλά εκείνος έμεινε αμετάπειστος, σταθερός στην χριστιανική του πίστη. Μάλιστα τόλμησε να ελέγξει τον μουσουλμάνο «ιερωμένο» για την θρησκευτική του πλάνη!
Ο μουλάς, βλέποντας ότι ήταν ανώφελο να ασχολείται πλέον μαζί του, έβγαλε την απόφαση, όπως επιτάσσει η «σαρία» (ο ισλαμικός νόμος): θάνατος διά απαγχονισμού! Τον παρέδωσε στους δημίους, οι οποίοι τον έσυραν, με ξυλοδαρμούς και βρισιές έξω από τη Θεσσαλονίκη και τον κρέμασαν. Ήταν 8 Σεπτεμβρίου 1774, ημέρα του Γενεσίου της Υπεραγίας Θεοτόκου, παλληκάρι 25 ετών! Το τίμιο σώμα του το πήραν κάποιοι Χριστιανοί ζητιάνοι της περιοχής και το έθαψαν με τιμές στην περιοχή της Αγίας Παρασκευής.
Η μνήμη του τιμάται στις 8 Σεπτεμβρίου, την ημέρα του ενδόξου μαρτυρίου του.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση