Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΑΓΙΑ ΦΟΙΒΗ: Η ΕΝΘΕΡΜΗ ΔΙΑΚΟΝΙΣΣΑ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στην αρχαία εκκλησία είχε καθιερωθεί ενωρίς ο θεσμός των διακονισσών. Πρόκειται για την πρώτη στην ιστορία κοινωνική καταξίωση της γυναίκας. Για πρώτη φορά στον Χριστιανισμό η γυναίκα καταξιώνεται ως ανθρώπινο πρόσωπο και αναδεικνύεται ισότιμη με τον άνδρα, έχοντας το δικαίωμα να αναλαμβάνει δημόσια λειτουργήματα. Μία από τις διάσημες διακόνισσες της αρχαίας Εκκλησίας είναι και η αγία Φοίβη από την Κόρινθο. Μια από τις πλέον συμπαθείς γυναικείες μορφές της Καινής Διαθήκης.
Σύμφωνα με την διήγηση του βιβλίου Πράξεων των Αποστόλων ο απόστολος Παύλος με τους συνεργάτες του το 51 μ. Χ. πραγματοποίησε την δεύτερη ιεραποστολική του περιοδεία. Από την Μακεδονία κατέβηκε στην Αθήνα και κατόπιν έφτασε στην Κόρινθο, για να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην μεγαλούπολη, η οποία ήταν η πρωτεύουσα της αχαϊκής ρωμαϊκής επαρχίας, από το 146 π. Χ.
Η Κόρινθος στα ρωμαϊκά χρόνια ήταν μία πολυάνθρωπη και πολυφυλετική πόλις. Βρισκόταν ανάμεσα σε δύο πολύ σημαντικά λιμάνια, ανατολικά των Κεγχρεών και δυτικά του Λεχαίου και ήταν κέντρο διακομιστικού εμπορίου Ανατολής και Δύσης. Για τούτο προσέλκυε πλήθος ανθρώπων από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Αυτό είχε και την συνέπεια να είναι διαβόητη για την έκλυση των ηθών των κατοίκων της. Στα εκεί πολυπληθή πορνεία διαπράττονταν κατά κόρον η επαίσχυντη αμαρτία της πορνείας, η «Ιερά Πορνεία, ως λατρεία της «θεάς» Αφροδίτης. Ο γεωγράφος Στράβων (63 π. Χ. – 23 μ. Χ.) διέσωσε την πληροφορία ότι στα «ιερά» της προστάτιδας «θεάς» της πορνείας υπηρετούσαν περισσότερες από χίλιες ιερόδουλες, πόρνες – ιέρειες της «θεάς» (“Γεωγραφικά”, VIII, 378)!
Μια κοινωνία σάπια ηθικά, όπου διαπράττονταν η εχθίστη αμαρτία ως «θρησκευτικό καθήκον» και η πόλη ήταν γεμάτη από αυτά τα άντρα της ακολασίας, τα οποία προστάτευε και συντηρούσε η αρχαία ειδωλολατρική θρησκεία, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη στους αδίστακτους ιερείς – πορνοβοσκούς. Εκεί έσπευδαν από τα πέρατα της αυτοκρατορίας πλήθος ταξιδιωτών. Μάλιστα, υπήρχε και το λόγιο «ου παντός πλειν ες Κόρινθον» (δεν μπορούν όλοι να πλευρίζουν στην Κόρινθο), φανερώνοντας το μέγεθος της ακριβής ακολασίας στην πόλη, όπου σύχναζαν οι πλούσιοι και ξόδευαν υπέρογκα ποσά για να ικανοποιήσουν τα ακόρεστα πάθη τους. Επίσης η πόλη μαστίζονταν από τα αφροδίσια νοσήματα, τα οποία σκόρπιζαν τη δυστυχία και το θάνατο. Υπήρχε η εντύπωση στους αρχαίους πως η κάθε γυναίκα στην Κόρινθο ήταν και μια πόρνη! Και είναι γεγονός ότι οι γυναίκες της πόλεως, όπως και όλου του αρχαίου κόσμου, δεν είχαν ούτε στοιχειώδη δικαιώματα και θεωρούνταν μόνο ως σκεύη ηδονής!
Αυτή ήταν η οικτρή κατάσταση της μεγαλουπόλεως Κορίνθου όταν την επισκέφτηκε και ο απόστολος Παύλος και κατοίκους οι οποίοι ήταν βουτηγμένοι στην ακολασία και την ηδονοθηρία. Σε αυτούς άρχισε να κηρύττει το Ευαγγέλιο και να συγκροτεί τον πρώτο εκκλησιαστικό πυρήνα στην πόλη. Πιστεύουμε ότι δυσκολεύτηκε να βρει κάποιους ελάχιστους πολίτες που να έχουν τη διάθεση να ακούσουν το κήρυγμά του. Όπως συνήθιζε, απευθύνονταν αρχικά στην ιουδαϊκή κοινότητα, διότι σε αυτούς έβρισκε το πνευματικό υπόβαθρο του κηρύγματός του. Βρήκε φιλοξενία στο σπίτι του ιουδαϊκής καταγωγής ζεύγους Ακύλα και Πρισκίλλας, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στην Κόρινθο, διωγμένοι από τη Ρώμη, από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, το 43 μ. Χ.
Εκεί στο φιλόξενο σπίτι τους άρχισε το κήρυγμά του ο Παύλος και το εγκατέστησε ως κέντρο της ιεραποστολής του στην πόλη. Προφανώς εκεί στεγάστηκε και η νεαρά Εκκλησία της Κορίνθου.
Μέσα από τις δυο επιστολές του Παύλου προς τους χριστιανούς της Κορίνθου φαίνονται οι δυσκολίες που αντιμετώπισε στην ιεραποστολή του σε αυτή. Ο μεγάλος απόστολος προσπάθησε να δείξει στους Κορινθίους ότι η ζωή που γνώρισαν και βίωναν είναι δαιμονικής προέλευσης και καταστροφική και πως μόνο η εν Χριστώ ζωή είναι η γνήσια, η επωφελής και η σωτήρια.
Προφανώς στιγμάτισε την ακολασία και την σαρκολατρία ως ύβρη κατά του Θεού, ο Οποίος έπλασε το ανθρώπινο σώμα να είναι άγιο, ναός του Αγίου Πνεύματος (Α΄Κορ.3,17). Κι ακόμα στιγμάτισε την πορνεία ως βεβήλωση του σώματος, που είναι το κατοικητήριο του Θεού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξήρε την αξία της γυναίκας και την απελευθέρωση της από την ανδρική δουλειά η οποία την ήθελε ως σκεύος ηδονής. Συνέβαλε αποφασιστικά στην καινούρια άνθηση της γυναικείας ψυχής και την έβγαλε από το βούρκο της αμαρτίας του ειδωλολατρικού κόσμου.
Μάλιστα μάλιστα για να δείξει τα εμπράκτως την αξία της γυναίκας έδωσε χριστιανές γυναίκες της Κορίνθου εκκλησιαστικές αρμοδιότητες μία από τις οποίες ήταν και της διακονίας σας διακόνισσα. Φαίνεται πως πολλές Κορίνθιες γυναίκες πίστεψαν στο κήρυγμα του Παύλου και πλαισίωσαν το έργο του, αναπτύσσοντας ιδιαίτερη δραστηριότητα με τόλμη και αφοσίωση και αναλαμβάνοντας σπουδαία λειτουργήματα στη λατρεία.
Οι διακόνισσες δραστηριοποιούνταν κυρίως στον κοινωνικό τομέα, αλλά και στον κηρυγματικό έργο, κηρύσσοντας στις γυναίκες, οι οποίες ήταν κατά κανόνα κλεισμένες στους γυναικωνίτες, όπου δεν επιτρεπόταν να εισέρχονται οι άντρες, να τις κατηχήσουν. Αυτές έμπαιναν στο μέρος του σπιτιού είπαν ήταν περιορισμένες οι γυναίκες και κατοικούσαν, όπου τους δίδασκαν τη νέα πίστη. Είναι πιθανόν να είχαν και λειτουργικά καθήκοντα βοηθώντας τους υπουργούς λειτουργούς στην εκτέλεση των λειτουργικών πράξεων, αλλά δυστυχώς αυτός ο πολύ σημαντικός θεσμός εξέλιπε με το πέρας των διωγμών στα βυζαντινά χρόνια.
Μία από αυτές υπέροχες και αφοσιωμένες γυναίκες διακόνισσες ξεχώριζε η Φοίβη. Καταγόταν και διέμενε στο ανατολικό λιμάνι της πόλεως, των Κεγχρεών. Πιθανότατα γνώρισε τον Απόστολο Παύλο κάποια ομιλία του στην συνοικία της και φαίνεται ότι ήταν πνευματικά καλλιεργημένη και μορφωμένη. Επίσης φαίνεται ότι διέθετε έμφυτη ηθικότητα και έμεινε αμέτοχη από ακολασία των συμπολιτών της και ίσως δυσφορούσε για την κατάντια τους. Το κήρυγμα του Παύλου για τη νέα πίστη και την ηθική την εντυπωσίασε, ήταν αυτό που αναζητούσε στην ψυχή της και γι’ αυτό προσκολλήθηκε και έγινε ακόλουθός του. Είναι πιθανόν να πίστεψαν στο κήρυγμα του Παύλου και συγγενείς της, οι οποίοι αποτέλεσαν τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας των Κορινθίων.
Η Φοίβη έγινε πολύτιμος συνεργός του Παύλου, την οποία ο Παύλος εκτιμούσε ιδιαίτερα και την εμπιστεύονταν. Την χειροτόνησε διακόνισσα και της ανέθεσε σημαντικά καθήκοντα της τοπικής Εκκλησίας. Η μεγάλη εμπιστοσύνη του προς αυτή φαίνεται από το γεγονός ότι την επέλεξε να μεταφέρει εκείνη την γνωστή επιστολή του στους χριστιανούς της Ρώμης. Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός πως ο Απόστολος των Εθνών εμπιστεύτηκε να στείλει μία πολύ σημαντική επιστολή του σε μία μεγάλη εκκλησία, της Ρώμης. Στην βαρυσήμαντη αυτή επιστολή αναφέρεται ο Παύλος στην Φοίβη, την οποία συνιστά στου Ρωμαίους, εξαίροντας την προσωπικότητά της: «Συνίστημι δε υμίν Φοίβην την αδελφήν ημών, ούσαν διάκονον της εκκλησίας της εν Κεγχρεαίς, ίνα αυτήν προσδέξησθε εν Κυρίω αξίως των αγίων και παραστήτε αυτή εν ω αν υμών χρήζη πράγματι. Και γαρ αύτη προστάτις πολλών εγενήθη και αυτού εμού» (Ρωμ.16,1-3). Παρακαλεί τους Χριστιανούς της Ρώμης να υποδεχτούν και να περιποιηθούν ως αδελφή αγαπητή, πολύτιμη συνεργάτιδά του και εξέχων μέλος της Εκκλησίας της Κορίνθου.
Το ιερό κείμενο καθώς η εκκλησιαστική παράδοση σιωπά και δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για τον βίο και το έργο της αγίας Φοίβης. Η εκκλησία μας την ανακήρυξη ανακήρυξε αγία Και η μνήμη της εορτάζεται στις 3 Σεπτεμβρίου.
Η πολυάριθμη τάξη των αγίων γυναικών φανερώνει ότι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός ήρθε να απελευθερώσει καθολικά το ανθρώπινο γένος από την δουλειά της αμαρτίας και τις τραγικές συνέπειες της, μία από αυτές ήταν και καταφρόνηση της γυναίκας η οποία στα χρόνια εκείνα λογίζονταν ως πράγμα (res). Οι άγιες γυναίκες της Εκκλησίας μας και μαζί η αγία Φοίβη πρέπει να αποτελούν καμάρι για τις σημερινές γυναίκες, οι οποίες θεωρούν αυτονόητα τα δικαιώματά τους και την ισοτιμία τους στην κοινωνία.
ΑΓΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗΣ: Ο ΑΟΜΜΑΤΟΣ ΦΛΟΓΕΡΟΣ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Βασικό στοιχείο της εκκλησιαστικής μας ζωής είναι η ιεραποστολή. Η διδαχή των αρχών της σώζουσας πίστεώς μας, σε ανθρώπους που είτε δε γνώρισαν την διδασκαλία του Χριστού, είτε την γνώρισαν πλημμελώς. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας ενέταξαν στην ποιμαντική τους διακονία και την ιεραποστολή. Ένας μεγάλος ιεραπόστολος υπήρξε και ο όσιος Άνθιμος Κουρούκλης ο τυφλός, από την Κεφαλονιά.
Γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς στα 1717 από την ευσεβή οικογένεια του ναυτικού Ιωάννη και της Αντζουλέττας Κουρούκλη – Ψωμά. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Αθανάσιος. Όντας παιδί ακόμη χτύπησε θλίψη της ζωή του, προσβλήθηκε από τη φοβερή, για την εποχή εκείνη, ασθένεια της ευλογιάς, η οποία τον τύφλωσε. Η ευσεβής μητέρα του εναπόθεσε τις ελπίδες της στο Θεό, η οποία προσευχόταν με θέρμη και κάνοντας σαρανταλείτουργα για την ίαση του παιδιού της. Ο Θεός άκουσε τις προσευχές της, κάποια μέρα σε λειτουργία στο ναό των Αγίων Αποστόλων στη Μονή Κορωνάτου, έγινε το θαύμα, ο μικρός Αθανάσιος ξαναβρήκε το φως του, την ώρα που ο ιερέας είπε: «Μετά φόβου Θεού πίστεως και αγάπης προσέλθετε»! Αυτό το θαύμα τον συγκλόνισε και αποφάσισε να αφιερωθεί στο Θεό, να Τον υπηρετήσει για τη μεγάλη ευεργεσία που έλαβε από Αυτόν!
Τα πρώτα γράμματά του τα έμαθε από τον ηγούμενο Άνθιμο, στην Ιερά Μονή της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, λίγο έξω από το Ληξούρι, δείχνοντας εξαιρετική επιμέλεια και φιλομάθεια.
Όταν ενηλικιώθηκε, ακολούθησε τον πατέρα του στο ναυτικό επάγγελμα. Όμως μέσα του έκαιγε η φλόγα να υπηρετήσει το Θεό. Γι’ αυτό έφυγε από τα καράβια και επέστρεψε στην Ιερά Μονή των Λεπέδων, κοντά στο σεβαστό του πνευματικό πατέρα και δάσκαλο, όπου ντύθηκε το μοναχικό σχήμα και πήρε το μοναχικό όνομα Άνθιμος. Εκεί, παρ’ όλο το νεαρό της ηλικίας του, έδειξε προχωρημένη πνευματική ωριμότητα και φάνηκαν ενωρίς οι αρετές του.
Στα 1747 αναχώρησε για το Άγιο Όρος, στη Μονή Ιβήρων, όπου έλαβε το Μέγα Αγγελικό Σχήμα. Τον συνεπήρε η αγία μορφή της Παναγίας της Πορταΐτισσας, προσευχόμενος μπροστά στην Ιερή Της Εικόνα, ώρες ολόκληρες. Αγρυπνούσε νήστευε και μελετούσε θεοφιλή αναγνώσματα, αποκτώντας ικανότητα ιεροκήρυκα.
Μετά από καιρό αποφάσισε να βγει από το Άγιο Όρος, να στερηθεί ο ίδιος την ησυχία του Άθωνος και να κηρύξει το σωτήριο λόγο του Θεού στους υπόδουλους, κατατρεγμένους και ακατήχητους αδελφούς του. Διάλεξε τα νησιά του Αιγαίου πελάγους για το ιεραποστολικό του έργο. Επισκέφτηκε αρχικά τη Χίο, όπου εγκαταστάθηκε στο ναό της Αγίας Ματρώνας και δίδασκε ανελλιπώς για έναν χρόνο. Κατόπιν έφυγε για τη Σίφνο, την Πάρο, τη Νάξο, την Ίο και το Καστελόριζο, όπου δίδασκε με πάθος και φλόγα το λόγο του Θεού. Περνώντας από την Πάρο στη Σίφνο καταπράυνε, με την προσευχή του, μια φοβερή τρικυμία. Πλήθος πιστών έτρεχαν να ακούσουν τους εμπνευσμένους και αφυπνιστικούς λόγους του. Ταυτόχρονα ο ίδιος υποβάλλονταν σε αυστηρή άσκηση και πνευματικό αγώνα τελειώσεως.
Μετέβη και στους Αγίους Τόπους όπου προσκύνησε τα άγια προσκυνήματα και βάδισε στα θεοβάδιστα μέρη.
Επιστρέφοντας από τα Ιεροσόλυμα, στα 1759, πήγε στη Μεγίστη, όπου κήρυξε και έσωσε με προσευχή του το νησί, θαυματουργικά, από φοβερή ανομβρία. Εκεί έκτισε τη Μονή του Αγίου Γεωργίου.
Στα 1760 πήγε στην Αστυπάλαια, όπου και εκεί κήρυξε και έκτισε τη Ιερά Μονή της Παναγίας Πορταΐτισσας. κατά τρόπο θαυματουργικό, γεγονός που μαρτυρεί επιγραφή, η οποία βρίσκεται εντοιχισμένη στην είσοδο της Μονής. Σε αυτή τη Μονή έδωσε την ψυχή του. Ιδιαίτερη μέριμνά του υπήρξε η ιστόρηση της εικόνας της Παναγίας Πορταϊτισσας, για την οποία πήγε να την παραγγείλει και να τη φέρει από το Άγιον Όρος.
Ανέβηκε στη γνώριμή του Μονή των Ιβήρων και παρακάλεσε κάποιον μοναχό αγιογράφο να του ζωγραφίσει αντίγραφο της Παναγίας Πορταΐτισσας, προστάτιδας της αγιορείτικης αυτής Μονής. Ο μοναχός δεν ήταν πρόθυμος ικανοποιήσει το αίτημά του, προσποιούμενος τον πολυάσχολο. Τότε ο όσιος πήρε μια σανίδα, την ακούμπησε επάνω στη θαυματουργική εικόνα και, ω του θαύματος, αποτυπώθηκε η μορφή της στη σανίδα! Πήρε με ευλάβεια την εικόνα και την πήγε στην Αστυπάλαια και την έκανε εφέστια εικόνα της Μονής. Η Ιερή εικόνα σώζεται ως τα σήμερα, θεωρείται θαυματουργή και είναι η προστάτιδα της Αστυπάλαιας. Εκεί έμεινε πολλά χρόνια, κηρύττοντας και κάνοντας πολλά θαύματα. Κάποτε έσωσε το νησί από πληθώρα φαρμακερών φιδιών, τα οποία αποδεκάτιζαν ανθρώπους και ζώα!
Όμως οι εξοντωτικές περιοδείες του και η αυστηρότητα της άσκησής του κλόνισαν την εύθραυστη υγεία του και κύρια άρχισαν τα προβλήματα με την όρασή του, την οποία εν τέλει έχασε τελείως. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να συνεχίζει την ιεραποστολή με τον ίδιο ζήλο, αν και αόμματος!
Στα 1766-67 έγινε ένας φοβερός σεισμός στην Κεφαλονιά. Αυτό τον οδήγησε να πάρει την απόφαση στα 1769 να γυρίσει στο Ληξούρι και να εγκατασταθεί στη Μονή των Λεπέδων, την οποία ανακαίνισε από τις ζημιές των σεισμών του 1766, με τις ευλογίες του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου Κουτούβαλη. Όταν αποπερατώθηκαν οι εργασίες και την επάνδρωσε, αποφάσισε να επισκεφτεί και άλλα μέρη, για να κηρύξει το λόγο του Θεού, με ορμητήριο τη Μονή των Λεπέδων.
Περιόδευσε κηρύττοντας και θαυματουργώντας σε πολλά μέρη. Τα έτη 1770, 1773 και 1775 ιδρύει αντίστοιχα τις Ι. Μονές του Αγίου Αντωνίου στα Σφακιά της Κρήτης, του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου στο Λιβάδι των Κυθήρων και της Ζωοδόχου Πηγής στη Σίκινο των Κυκλάδων.
Σε ηλικία 55 ετών, τσακισμένος από τη σκληρή ασκητικότατα, που υπέβαλλε τον εαυτό του, αλλά και από τη σκληρή δουλειά, ασθένησε από ίκτερο και κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Σεπτεμβρίου 1781 στη Μονή των Λεπέδων. Εκεί σώζεται ως σήμερα το σπήλαιο, όπου προσευχόταν. Θεωρείται ο προστάτης άγιος της Αστυπάλαιας.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 1974, κατόπιν ενεργειών των Μητροπολιτών Λέρου και Κεφαλληνίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατέταξε στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας. Η μνήμη του τιμάται την ημέρα της κοιμήσεώς του, στις 4 Σεπτεμβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΒΑΒΥΛΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ ΠΑΙΔΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η φοβερή περίοδος των διωγμών, των τριών πρώτων χριστιανικών αιώνων, ανάδειξε μέγα πλήθος Μαρτύρων, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται και οι Ιερομάρτυρες, δηλαδή οι κληρικοί Μάρτυρες. Ένας από τους πλέον ένδοξους Ιερομάρτυρες υπήρξε και ο άγιος Βαβύλας.
Γεννήθηκε και έζησε στην Αντιόχεια στο πρώτο μισό του 3ου μ. Χ. αιώνα. Καταγόταν από ευσεβή οικογένεια, η οποία είχε δώσει πολλούς Μάρτυρες στην Εκκλησία. Οι Χριστιανοί της Αντιόχειας, εκτιμώντας την πίστη, το ήθος και τις ικανότητές του τον ανάδειξαν Επίσκοπό τους. Ο Βαβύλας ασκούσε με ζήλο και φόβο Θεού την υψηλή του διακονία. Κήρυττε με θάρρος και παρρησία, σε μια εποχή που και μόνο η φήμη ότι κάποιος ήταν Χριστιανός, συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και όταν δεν θυσίαζε στα είδωλα, θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς και επώδυνος τρόπους.
Όταν βασίλευε ο ασεβής και φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Νουμεριανός (254-284), σύναψε συνθήκη ειρήνης με τον βάρβαρο βασιλιά των Περσών, ο οποίος ήταν λιγότερο θηριώδης και απάνθρωπος από αυτόν. Ως εγγύηση για την τήρηση της συμφωνίας, ο πέρσης βασιλιάς έδωσε τον μικρότερο γιό του, να μεγαλώσει στα ανάκτορα του ρωμαίου αυτοκράτορα. Όμως ο θρησκομανής Νουμεριανός, αθετώντας την συνθήκη, θυσίασε το παιδί στους «θεούς» της αυτοκρατορίας, σφάζοντάς το με τα ίδια του τα χέρια!
Οι διωγμοί εναντίον των Χριστιανών ήταν σε εξέλιξη. Εγκληματίας αυτοκράτορας , ευρισκόμενος στην Αντιόχεια, θέλησε να δει με τα ίδια του τα μάτια, τι γινόταν στους χριστιανικούς ναούς και αποφάσισε να πάει στο ναό που λειτουργούσε ο Επίσκοπος Βαβύλας. Κάποιοι πιστοί τον ειδοποίησαν και ο γενναίος χριστιανός ποιμένας, διέκοψε τη λειτουργία, στάθηκε στην είσοδο και του απαγόρευσε στον ίδιο και τη συνοδεία του να εισέλθουν στο ναό. Τον έλεγξε ως ασεβή, ειδωλολάτρη και φονιά, λέγοντάς του ότι δε μπορούσε να εισέλθει στο χώρο, όπου λατρεύεται ο αληθινός Τριαδικός Θεός, θα τον μίαινε με την παρουσία του. Ο ιερός Χρυσόστομος έγραψε αργότερα για το θάρρος του αγίου Βαβύλα: «ποιόν άλλο σ’ ετούτο τον κόσμο να φοβηθεί – αυτός που με τόση παρρησία απώθησε τον ίδιο τον αυτοκράτορα;… Έτσι, δίδασκε τους αυτοκράτορες να μην ξεπερνούν την εξουσία τους πέραν του μέτρου που τους δόθηκε απ’ τον Θεό, και επίσης έδειχνε στους κληρικούς πώς να χρησιμοποιούν την αυθεντία τους».
Ο Νουμεριανός έφυγε κατησχυμένος, με την πολυπληθή ακολουθία του. Ταυτόχρονα σχεδίασε την εκδίκησή του. Την επόμενη μέρα έστειλε ομάδα στρατιωτών να τον συλλάβουν και να τον οδηγήσουν ενώπιών του. Ο ηρωικός Επίσκοπος κατάλαβε ότι φθάνει το τέλος του και γι’ αυτό στάθηκε αγέρωχος και χωρίς ίχνος φόβου μπροστά του. Ο θηριώδης αυτοκράτορας, γεμάτος θυμό και οργή, τον ρώτησε γιατί παραβαίνει τις αυτοκρατορικές διαταγές, οι οποίες απαγόρευαν την πίστη στο Χριστό. Του έκαμε τη συνήθη πρόταση, να απαρνηθεί το Χριστό, να θυσιάσει στα είδωλα και να αφεθεί ελεύθερος. Ο Βαβύλας απάντησε με γενναιότητα, πως δεν αρνείται και δε θα αρνηθεί ποτέ την πίστη του στον αληθινό Τριαδικό Θεό και στον Υιό Του Ιησού Χριστό και παράλληλα έλεγξε την πίστη στα είδωλα, ως πίστη στους δαίμονες, σύμφωνα με το λόγο του Θεού, «πάντες οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ.95,5). Του δήλωσε δε ξεκάθαρα πως όσα μαρτύρια και αν μεταχειριστεί δεν πρόκειται να προδώσει την πίστη του και να αρνηθεί το Χριστό.
Ο αυτοκράτορας έγινε θηρίο από το θυμό του. Λυσσομανώντας τον παρέδωσε στους δημίους να τον βασανίσουν φρικτά και να τον κλείσουν στο πιο σκοτεινό και υγρό κελί της φυλακής. Έδωσε δε διαταγή να συλλάβουν τα ανήλικα αδέλφια,
πνευματικά τέκνα του Βαβύλα, τον δωδεκαετή Ουρβανό, τον εννεαετή Πριλιδιανό και τον επταετή Επολόνιο.
Τα παιδιά, βλέποντας τους στρατιώτες να έρχονται να τους συλλάβουν δεν έτρεξαν να σωθούν, διότι έτρεφαν μεγάλη αγάπη στον πνευματικό τους δάσκαλο. Τα συνέλαβαν και μαζί την ευσεβή μητέρα τους Χριστοδούλη, τα οδήγησαν στον αυτοκράτορα, ο οποίος τους ζήτησε να θυσιάσουν στα είδωλα. Εκείνα αρνήθηκαν. Τότε έδωσε διαταγή να βασανίσουν με ανελέητους ραβδισμούς τη μητέρα τους και κατόπιν τα παιδιά, τόσους ραβδισμούς όσα ήταν και τα χρόνια τους! Κατόπιν τους έκλεισε στη φυλακή, μαζί με το Βαβύλα, ο οποίος τα εμψύχωνε. Μετά από μέρες φρικτών βασανιστηρίων αποκεφάλισαν τα τρία ηρωικά βλαστάρια του Χριστού.
Μετά ήρθε η σειρά του Βαβύλα. Αλυσοδεμένος οδηγήθηκε στον τόπο του μαρτυρίου όπου τον αποκεφάλισαν. Οι Χριστιανοί της Αντιόχειας περιμάζεψαν το τίμιο λείψανό του και το έθαψαν, μαζί με την αλυσίδα, στον ίδιο τάφο με τους αγίους Παιδομάρτυρες. Οι ηρωικές ψυχές τους πέταξαν στα ουράνια, να εγκατασταθούν κάτω από το θρόνο της μεγαλοσύνης του Θεού (Αποκ.20,4), ενώ τα λείψανά τους έμειναν στη γη για να θαυματουργούν, να αγιάζουν και να εμψυχώνουν τους πιστούς. Το μαρτύριό τους τοποθετείται στο έτος 254.
Περί το 350 ο αυτοκράτορας Γάλλος, αδελφός του Ιουλιανού του Παραβάτη και συναυτοκράτορας του Κωνστάντιου, έκτισε προς τιμήν του αγίου Βαβύλα ναό στο προάστιο Δάφνη της Αντιόχειας, όπου στέγασε το λείψανό του. Παρακείμενα υπήρχε ονομαστό μαντείο του Δαφναίου Απόλλωνα. Η δάφνη θεωρούνταν ιερό δένδρο από τους ειδωλολάτρες, διότι πίστευαν πως κάποτε ήταν όμορφη παρθένα κοπέλα, την οποία κυνηγούσε ο ερωτομανής «θεός» να τη βιάσει. Εκείνη για να αποφύγει το βιασμό, μεταμορφώθηκε σε φυτό! Στο ανίερο εκείνο «ιερό» λειτουργούσε μαντείο, όπου το δαιμόνιο, που στεγάζονταν εκεί, έδινε διφορούμενους χρησμούς, τους οποίους οι άτυχοι λατρευτές του «θεού» χρυσοπλήρωναν στο εκεί αδίστακτο και σκοταδιστικό ειδωλολατρικό ιερατείο. Όμως μετά την μεταφορά του ιερού σκηνώματος του Ιερομάρτυρα Βαβύλα, το δαιμόνιο αδυνατούσε να δώσει χρησμούς και γι’ αυτό το «ιερό» εγκαταλείφτηκε και ερήμωσε.
Μετά το θάνατο του Κωνστάντιου (361) και την αναρρίχηση στον αυτοκρατορικό θρόνο του Ιουλιανού (361-363), ο παρανοϊκός αυτοκράτορας θέλησε να επαναφέρει την ειδωλολατρική παγανιστική θρησκεία και άρχισε άγριους διωγμούς κατά των Χριστιανών και της Εκκλησίας. Το Μάρτιο του 363 βρέθηκε στην Αντιόχεια, λίγο πριν εκστρατεύσει κατά των Περσών. Ζήτησε να μεταβεί στο «ιερό» του Δαφναίου Απόλλωνα, να θυσιάσει στο «θεό» και να ζητήσει χρησμό, για την έκβαση της εκστρατείας. Διέταξε δε να οργανωθούν λαμπρές εκδηλώσεις και να παραβρεθεί ο λαός της Αντιόχειας στην τελετή. Όμως με έκπληξη και απογοήτευση, όταν πήγε στο μαντείο, είδε την εγκατάλειψη του «ιερού» και την απουσία των Αντιοχέων. Συνάντησε έναν άθλιο γέρο ειδωλολάτρη ιερέα, με μια χήνα παραμάσχαλα για τη θυσία. Μάλιστα ο σκοταδιστής ιερέας και μάντης διαμήνυσε στον θρησκομανή αυτοκράτορα ότι ο «θεός» έπαψε να χρησμοδοτεί, διότι εμποδίζεται από την παρουσία του «μιάσματος», εννοώντας τα λείψανα του Χριστιανού Μάρτυρα Βαβύλα. Τότε εκείνος έγινε έξαλλος από το θυμό του και έδωσε εντολή να βεβηλωθεί το ιερό λείψανο, να απομακρυνθεί από το χώρο και να κατεδαφιστεί ο ναός του. Αλλά αμέσως έπεσε φωτιά από τον ουρανό, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς το σκοταδιστικό «ιερό». Ο Ιουλιανός εκστράτευσε κατά των Περσών, όπου βρήκε τραγικό θάνατο, ο οποίος ματαίωσε τα δαιμονικά του σχέδια.
Η μνήμη του αγίου Βαβύλα τιμάται στις 4 Σεπτεμβρίου.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση