Συνέχεια…Βίοι Αγίων 26-28.2.2026 του Μέλους μας Συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου

αναρτήθηκε σε: ΕΟΡΤΕΣ ΑΓΙΩΝ | 0

Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023,  ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου,  Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.

 

Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!

 

ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ Η ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ

Τα βιβλικά πρόσωπα της Καινής Διαθήκης έχουν ιδιαίτερη θέση στο αγιολόγιο
της Εκκλησίας μας. Κι’ αυτό, διότι είναι εκείνοι, οι οποίοι έζησαν στην εποχή που
έζησε στη γη ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός και οι περισσότεροι σχετίστηκαν με
Αυτόν. Ένα από αυτά τα πρόσωπα υπήρξε και η αγία Φωτεινή η Ισαπόστολος και
Μεγαλομάρτυρας, η γνωστή μας Σαμαρείτιδα.
Έζησε λοιπόν τον 1 ο μ. Χ. αιώνα στην Παλαιστίνη. Γεννήθηκε και έζησε στην
πόλη Συχάρ, η οποία βρισκόταν βόρεια της Ιουδαίας και κατοικούνταν από
Σαμαρείτες, οι οποίοι ήταν μεν ισραηλιτικής καταγωγής, αλλά με το πέρασμα των
αιώνων, είχαν έλθει σε επιμιξίες με ειδωλολατρικούς γειτονικούς λαούς και γι’ αυτό
θεωρούνταν εξωμότες από τους Ιουδαίους και υπήρχε μεταξύ τους έχθρα. Και όντως,
οι Σαμαρείτες ζούσαν ζωή περισσότερο προσαρμοσμένη στους Εθνικούς, παρά στους
Ιουδαίους. Η Σαμαρείτισσα Φωτεινή ζούσε και αυτή ζωή έκλυτη, αλλάζοντας
συνεχώς άνδρες. Φαίνεται ότι ήταν γνωστή στην πόλη και όλοι την στιγμάτιζαν για
την αμαρτωλή ζωή της. Σημειώνουμε πως δεν γνωρίζουμε το πρώτο της όνομα, διότι
Φωτεινή ονομάστηκε όταν πίστεψε στο Χριστό και έλαβε το άγιο Βάπτισμα
αργότερα.
Κάποτε ο Κύριος, σε μια από τις περιοδείες του στη Σαμάρεια, βρέθηκε στην
πόλη Συχάρ και στάθηκε έξω από την πόλη σε ένα ονομαστό πηγάδι, το οποίο,
σύμφωνα με την παράδοση, το είχε ανοίξει ο πατριάρχης Ιακώβ πριν από δύο
χιλιάδες χρόνια από τότε. Ο Κύριος περίμενε, μόνος, δίπλα στο πηγάδι, περιμένοντας
να έρθει κάποιος να του αντλήσει νερό και να ξεδιψάσει. Οι μαθητές Τους είχαν πάει
στην πόλη να αγοράσουν τροφές και άλλα εφόδια. Ήταν καλοκαίρι και έκανε ζέστη.
Φαίνεται πως το πηγάδι του Ιακώβ εξυπηρετούσε την πόλη, όπου κατέφευγαν οι
κάτοικοι να προμηθευτούν νερό. Καθώς περίμενε ο Κύριος, έφτασε μια γυναίκα να
αντλήσει νερό. Ήταν η Σαμαρείτισσα Φωτεινή. Ο Κύριος της ζήτησε να του δώσει
νερό. Εκείνη παραξενεύτηκε, βλέποντας έναν Ιουδαίο, να καταδέχεται να συζητά
μαζί της και να της ζητά εξυπηρέτηση, διότι όπως προαναφέραμε, αυτό
απαγορεύονταν, λόγω του μίσους που έτρεφαν προς τους Σαμαρείτες οι Ιουδαίοι, οι
οποίοι τους θεωρούσαν μιασμένους. Της ζήσε νερό και μάλιστα με αντάλλαγμα προς
αυτή, το «ζωντανό νερό», το οποίο πίνοντάς το κάποιος, δεν θα χρειαζόταν να πιεί
ξανά, διότι δε διψούσε «εις τον αιώνα». Ο Χριστός βεβαίως δεν εννοούσε κάποιο
«θαυματουργό» νερό, αλλά το σωτήριο λόγο Του. Η Φωτεινή τον ρώτησε που θα
έβρισκε τον κουβά να αντλήσει αυτό το «θαυματουργό» νερό, αφού το πηγάδι ήταν
βαθύ. Ο Κύριος βρήκε την ευκαιρία να πιάσει συζήτηση μαζί της και να της
αποκαλύψει όντως μεγάλες αλήθειες, τις οποίες δεν είχε αποκαλύψει ακόμη στους
μαθητές Του. Ως καρδιογνώστης κατάλαβε ότι η ψυχή αυτής της αμαρτωλής
γυναίκας ήταν παρθένα και γόνιμη να δεχτεί το λόγο του Θεού. Ότι έμελλε να γίνει η
απόστολός Του στη χώρα της Σαμάρειας και γι’ αυτό έκαμε αυτές τις αποκαλύψεις.
Της αποκάλυψε την πνευματική φύση του Θεού και την ανάγκη της πνευματικής Του
λατρείας, η οποία δεν απαιτεί συγκεκριμένο τόπο, που ορίζονταν ως τότε. Της
αποκάλυψε ότι είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας των προφητών. Για να πεισθεί
μάλιστα για την αλήθεια των λόγων Του, της αποκάλυψε τον βίο της.
Μετά από αυτό η Φωτεινή έτρεξε στην πόλη και άρχισε, περιχαρής, να φωνάζει
και να αναγγέλλει ότι ήρθε ο Μεσσίας και για του λόγου του αληθές, της γνώρισε τον
απόκρυφο βίο της. Κατόρθωσε να πείσει πολλούς κατοίκους της πόλεως να βγουν και
να έρθουν να δουν και να ακούσουν το Χριστό, στον οποίο πίστεψαν αρκετοί. Ο
Χριστός έμεινε στη Συχάρ δύο ημέρες κηρύττοντας.

Η Φωτεινή, διορθώθηκε, εγκατέλειψε την αμαρτωλή ζωή και έγινε σώφρων. Η
παράδοση αναφέρει ότι είχε πέντε αδέλφια, την Ανατολή, την Φωτώ, την Φωτίδα,
την Παρασκευή και την Κυριακή και δύο γιούς, τον Φωτεινό και τον Ιωσή. Τόσο
τις αδελφές της όσο και τα παιδιά της κατόρθωσε να τους πείσει ότι ο αναμενόμενος
Μεσσίας ήρθε και είναι ο Ιησούς.
Μετά την σύλληψη, το σταυρικό θάνατο και την Ανάσταση του Κυρίου, η
Φωτεινή, μαζί με τις αδελφές της και τα παιδιά της κατέβηκαν στην Ιερουσαλήμ. Την
ημέρα της Πεντηκοστής άκουσαν το κήρυγμα του αποστόλου Πέτρου και ήταν
ανάμεσα στις τρείς χιλιάδες που βαπτίστηκαν και εντάχτηκαν στην Εκκλησία.
Κατόπιν ζήτησε από τους αποστόλους να εργαστεί ιεραποστολικά. Μετέβη μαζί
με τις αδερφές της και τα παιδιά της στη Συρία, όπου κήρυξαν το Χριστό και
μετέστρεψαν πολλούς στη νέα πίστη. Κατόπιν πήγαν στη Φοινίκη, σε άλλα μέρη της
Παλαιστίνης, στην Αίγυπτο, στην Καρχηδόνα και τελικά έφτασαν στη Ρώμη, την
καρδιά της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Παντού κήρυττε με θέρμη και ενθουσιασμό την
πίστη στο Σωτήρα Χριστό, τον Οποίο είχε δει και της είχε αποκαλύψει τα μυστήρια
του Θεού, μεταστρέφοντας πλήθος ειδωλολατρών και Ιουδαίων στον Χριστιανισμό.
Συχνά αναλάμβανε περιοδείες και εκτός της Ρώμης. Στα χρόνια που βασίλευε ο
θηριώδης Νέρων (54-68 μ. Χ.), βρέθηκε και πάλι στην αφρικανική μεγαλούπολη της
Καρχηδόνας. Ο μεγάλος γιός της Βίκτωρ είχε καταταγεί στον Ρωμαϊκό στρατό και
έφτασε στο αξίωμα του στρατηλάτη (στρατηγού). Ο παράφρων Νέρωνας είχε κηρύξει
τον φοβερό πρώτο διωγμό κατά των Χριστιανών, θέλοντας, ως γνωστόν, να
δικαιολογήσει τη δική του κακουργία, της πυρπόλησης της Ρώμης. Διέταξε τους
αξιωματούχους του στρατού να εκτελέσουν τη διαταγή του και να συλλάβουν τους
Χριστιανούς.
Μεταξύ των άλλων αξιωματικών, διατάχτηκε και ο Βίκτωρας να συλλάβει τους
Χριστιανούς της Ιταλίας. Εκείνος αρνήθηκε. Μάταια προσπάθησε ο φίλος του
Δούκας Σεβαστιανός να τον πείσει να εκτελέσει την αυτοκρατορική διαταγή. Στο
τέλος πείστηκε ο Σεβαστιανός να γίνει Χριστιανός! Εν τω μεταξύ ο Βίκτωρας είχε
βαπτισθεί και είχε λάβει το όνομα Φωτεινός.
Ο Νέρων πληροφορήθηκε το γεγονός και διέταξε τη σύλληψη των δύο
αξιωματικών, αλλά και της Φωτεινής, των αδελφών της και των τέκνων της.
Στάθηκαν μπροστά του και ομολόγησαν την πίστη τους στο Χριστό. Τους υπέβαλαν
σε φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια. Θαύματα λάμβαναν χώρα κατά τη διάρκεια
των μαρτυρίων τους, ώστε πολλοί ειδωλολάτρες να ασπάζονται τον Χριστιανισμό.
Τόσο η αγία Φωτεινή, όσο και οι οικείοι της έδωσαν τη ζωή τους για το Χριστό. Η
μνήμη τους τιμάται στις 26 Φεβρουαρίου και την Ε΄ Κυριακή από του Πάσχα.

 

ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ: Ο ΑΓΙΑΣΜΕΝΟΣ ΝΕΟΦΑΝΗΣ

ΓΕΡΟΝΤΑΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο 20 ος αιώνας χαρακτηρίζεται ως ένας από τους πιο ταραγμένους αιώνες της
ιστορίας. Παρά ταύτα είναι ο αιώνας ανάδειξης πλειάδας επιφανών αγίων, ως
επιβεβαίωση της μεγάλης αλήθειας, πως όπου: «επλεόνασεν ή αμαρτία,
υπερεπερίσσευσεν ή χάρις» (Ρωμ.5,20). Μια τρανή απόδειξη ότι η Εκκλησία του
Χριστού συνεχίζει και στις δύσκολες και παρακμιακές ημέρες μας, να σώζει και να
αγιάζει, να αναδεικνύει αγίους. Ανάμεσά τους ο νεωστί καταταγείς στους
αγιολογικούς δέλτους, άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης, μια σπουδαία ασκητική
μορφή του αγιορείτικου μοναχισμού, άξιος συνεχιστής του γνησίου μοναχικού
ιδεώδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε τις 6 Δεκεμβρίου 1912 στο χωριό Αμπελοχώρι Θηβών, από ευσεβείς
γονείς, τον Ιωάννη Παπανικήτα και την Βικτώρια. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν
Ευάγγελος. Είχε άλλα τρία αδέλφια. Η οικογένειά του μετακόμισε στην πόλη των
Θηβών, για να διευκολυνθούν τα παιδιά στις σπουδές τους και εγκαταστάθηκε σε
οικία, κοντά στο Ναό της Μεγάλης Παναγίας. Οι ευλαβείς και απλοϊκοί γονείς του
του ενέπνευσαν την άδολη πίστη στο Θεό και την απλοϊκή ευσέβεια. Από μικρό
παιδί τον διέκρινε μια σπάνια ωριμότητα και φιλομάθεια και γι’ αυτό τον έστειλαν να
σπουδάσει στο Γυμνάσιο και στο Σχολαρχείο Θηβών.
Ο Ευάγγελος έδειξε επιμέλεια στα μαθήματά του, αλλά περισσότερο τον έθελγε η
Εκκλησία. Ο περικαλλής Ναός της Παναγίας είχε γίνει το δεύτερο σπίτι του. Σύχναζε
στην εκκλησία, ντυνόταν παπαδάκι και χαιρόταν αφάνταστα με τα φανταχτερά του
άμφια. Είχε αποκτήσει την αγάπη και την συμπάθεια των ιερέων και πολλών
ενοριτών.
Η υγεία του όμως ήταν εύθραυστη, στα 14 χρόνια του, είχε εκδηλωθεί σοβαρή
αλλεργική πάθηση στα μάτια του, με πολύ ενοχλητικούς κνησμούς, η οποία τον
ακλούθησε σε όλη τη ζωή του.
Μετά την αποφοίτησή του από το Σχολαρχείο, οι γονείς του φρόντισαν να τον
αποκαταστήσουν επαγγελματικά. Αλλά όμως είχε γεννηθεί στην ψυχή του νεαρού
Ευάγγελου μια ακατανίκητη έλξη για την μοναχική ζωή. Καταλυτική επίδραση στις
αποφάσεις του διαδραμάτισε η γνωριμία του με δύο σπουδαίους αγιορείτες μοναχούς
και φίλους της οικογένειας, από το Πυρί της Βοιωτίας, Εφραίμ και Νικηφόρος, οι
οποίοι αργότερα έγιναν οι πνευματικοί Γεροντάδες του. Ισχυρή επίδραση είχε και η
παρότρυνση της ευσεβούς μητέρας του, η οποία, ύστερα από θερμή προσευχή στον
άγιο Εφραίμ το Σύρο, έλαβε την πληροφορία ότι ο Θεός προόρισε το γιό της να γίνει
μοναχός και να προκόψει πνευματικά.
Στις 14 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, σε ηλικία 21
ετών μετέβη στο Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε στα Κατουνάκια, στο Ησυχαστήριο
του Οσίου Εφραίμ του Σύρου, όπου μόναζαν οι δύο προαναφερόμενοι Θηβαίοι
μοναχοί, Εφραίμ και Νικηφόρος, και εντάχτηκε στη συνοδεία τους. Αφού διήνυσε
την διετή δοκιμασία, εκάρη μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Λογγίνος. Με
ζήλο και ταπεινό φρόνιμα προσέφερε πρόθυμα τις διακονίες που του ανέθεταν και με
την καθοδήγηση των Γεροντάδων του άρχισε τον πνευματικό του αγώνα, ώστε,
ενωρίς άρχισαν να διαφαίνονται οι αρετές του και η πνευματική του πρόοδος. Το
1935 έγινε μεγαλόσχημος μοναχός από το Γέροντά του Νικηφόρο, λαμβάνοντας το
όνομα Εφραίμ και το επόμενο έτος έλαβε το αξίωμα της ιεροσύνης.
Καλλιεργώντας με ζήλο, ακρίβεια και επιμέλεια την κλίμακα των αρετών,
αναδείχτηκε ενωρίς ένας γνήσιος μοναχός, φορέας πνευματικής ωριμότητας. Είχε

λάβει το προσωνύμιο «ο χαρισματούχος υποτακτικός», λόγω της υπακοής που
επέδειξε στον Γέροντα Νικηφόρο, έναν γέροντα πολύ σκληρό και δύστροπο.
Σπουδαίος σταθμός στη μοναχική του ζωή υπήρξε η γνωριμία του με τον άγιο
Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή (1898-1959), τον αποκαλούμενο και «πρύτανη της
ησυχαστικής ζωής». Αφού πήρε την ευλογία από τον Γέροντά του Νικηφόρο,
συνδέθηκε πνευματικά με τον Ιωσήφ, ο οποίος την εποχή εκείνη βρισκόταν στο
απόγειο της πνευματικής του ωριμότητας. Όπως είναι γνωστό ο Γέροντας Ιωσήφ είχε
μυηθεί στην πνευματική και ησυχαστική ζωή από τους περίφημους αγιορείτες
ησυχαστές μοναχούς Καλλίνικο και Δανιήλ.
Ο Γέροντας Ιωσήφ δέχτηκε με χαρά τον Εφραίμ, διαβλέποντας ότι είχε ενώπιον
του έναν μοναχό ζηλωτή της μοναχικής ζωής, στολισμένο με την αρετή της
ταπείνωσης. Έβγαλε ένα πρόγραμμα ησυχαστικής ζωής, το οποίο έδωσε στον Εφραίμ
και του ζήτησε να το τηρεί με ακρίβεια. Του δίδαξε την καλλιέργεια της Νοεράς
Προσευχής, της μονολόγιστης Ευχής: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού,
ελέησoν με», ως αδιάλειπτη προσευχή, σύμφωνα με την προτροπή του αποστόλου
Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄Θεσ.5,17), ως αδιάκοπη μνήμη του Θεού,
ως διαρκή αίσθηση της παρουσίας Του, ως τρόπο ζωής. Παράλληλα ο άγιος Γέροντας
Ιωσήφ του δίδαξε τον τρόπο της «φυλακίσεως των αισθήσεων», τον τρόπο
αποκοπής των παθών και απόκρουσης των πειρασμών, με τον οποίο καθαρίζεται ο
νους από πονηρούς λογισμούς και οδηγείται στον θείο φωτισμό. Μελετούσε με
πάθος την «Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών» και εντρυφούσε στα ιερά διδάγματα
των ασκητικών Πατέρων, τους οποίους ήθελε να γίνει μιμητής και ακόλουθός τους.
Κοντά στο φωτισμένο Γέροντα διδάχτηκε την καλλιέργεια της ταπείνωσης και της
υπακοής, ως βασικές αρετές της γνήσιας μοναχικής ζωής, δια των οποίων ο μοναχός
αποκόβει το δικό του θέλημα και καθίσταται διάκονος των εν Χριστώ αδελφών του.
Με μεγάλη προθυμία εκτελούσε άοκνα τις πιο ταπεινές και κουραστικές διακονίες.
Παράλληλα ασκούνταν στην αυστηρή νηστεία, την αγρυπνία και στο θείο στοχασμό.
Ασκήθηκε ιδίως στην καταπολέμηση της κενοδοξίας, αποφεύγοντας κάθε ανθρώπινο
έπαινο και θεωρώντας και παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως άσημο και αμαρτωλό.
Πίστευε και δίδασκε πως ό, τι καλό κατορθώσουμε, είναι μηδαμινό στα μάτια του
Θεού και δώρο δικό Του. Η κενοδοξία είναι ένα από τα πλέον δολερά πάθη, με το
οποί μας παγιδεύει ο πονηρός, για να πιστέψουμε ότι είμαστε δήθεν σπουδαίοι και να
μας οδηγήσει στην υπερηφάνεια.
Στα 1973 κοιμήθηκε ο Γέροντάς του Νικηφόρος ο Θηβαίος. Το 1980, κατ’
εντολήν και ευλογία του Γέροντος Ιωσήφ, σύστησε δική του μοναχική συνοδεία. Από
τότε επωμίσθηκε και την ευθύνη της πνευματικής καθοδήγησης της αδελφότητας. Με
πνεύμα αγάπης, πραότητας και διάκρισης δίδασκε, νουθετούσε και παιδαγωγούσε
τους υποτακτικούς του, κερδίζοντας την αγάπη τους, το σεβασμό τους και την
αφοσίωσή τους.
Οι νέες λειτουργικές και τις καθοδηγητικές ευθύνες του, δεν μείωσαν τον
προσωπικό του αγώνα. Απομονωμένος στο φτωχικό και απέριττο κελί του,
προσεύχονταν με θέρμη για όλο τον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό του.
Αγρυπνούσε προσευχόμενος, μειώνοντας στο ελάχιστο τον ύπνο του. Τηρούσε με
ακρίβεια και ιδιαίτερη αυστηρότητα τις νηστείες, αρκούμενος σε στοιχειώδη τροφή.
Συνέχιζε να τον ταλαιπωρεί η νεανική του πάθηση της αλλεργίας, αλλά και μια
σπάνια μορφή εκζέματος στην άρθρωση του ποδιού του. Όμως υπέφερε τα σωματικά
του παθήματα με υπομονή και δοξολογία στο Θεό, θεωρώντας τα ως παιδαγωγικά
μέσα για την τελείωσή του.
Η πνευματική του πρόοδος επιβραβεύτηκε από το Θεό, με το διορατικό χάρισμα,
το οποίο είναι απτό σημείο αγιότητας. Μπορούσε να διαβάζει τα κρυφά των καρδιών

και του νου των ανθρώπων, με σκοπό πάντα να τους ωφελήσει παιδαγωγικά και να
τους συμβουλεύει πατρικά. Είχε αποκτήσει την ικανότητα να χορηγεί τα πλέον
αποτελεσματικά πνευματικά φάρμακα, για την σωτηρία τους. Είχε αξιωθεί επίσης και
με το προορατικό χάρισμα. Χαρακτηριστική περίπτωση η πρόρρησή του για το
μεγάλο σεισμό στη Θεσσαλονίκη το 1977. Προσφωνούσε τους επισκέπτες του με τα
ονόματά τους, χωρίς να τους γνωρίζει πρωτύτερα και φανερώνοντας τα κρύφια της
ψυχής τους, με σκοπό πάντα την ψυχική τους ωφέλεια, την πνευματική τους πρόοδο
και τη σωτηρία τους.
Είναι πολύ σημαντική η μαρτυρία του γνωστού δογματολόγου καθηγητού του της
Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, σχετικά με την γνώμη του Γέροντα Εφραίμ, για την
σύγχρονη παναίρεση του Οικουμενισμού, την σύνοψη όλων των κακοδοξιών του
παρελθόντος. Ο Γέροντας του απάντησε με μια φρικτή προσωπική του εμπειρία.
Ύστερα από θερμή ολονύκτια προσευχή, για να του αποκαλυφτεί τι είναι ο
Οικουμενισμός: «γέμισε το κελί μου από αφόρητη δυσωδία, η οποία μου έφερνε
ασφυξία στην ψυχή, δεν μπορούσα να αναπνεύσω πνευματικά»! Και συνέχισε:
«Σε όλες τις περιπτώσεις, που είναι μπλεγμένες με μάγια, με ακάθαρτα
πνεύματα, αυτή είναι η κατάσταση, στην οποία με εισάγει. Μερικές φορές
υπάρχει και λεκτική απάντηση, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, αυτή ήταν η
απάντηση και έχω απόλυτη τη βεβαιότητα, ότι ο Οικουμενισμός δεν έχει το
Πνεύμα το Άγιο, αλλά το πνεύμα το ακάθαρτο»! Λυπόνταν ο αγιασμένος Γέροντας,
βλέποντας τα «τολμηρά ανοίγματα» πολλών ορθοδόξων κληρικών προς τους
αιρετικούς, παραβιάζοντας την παράδοση της Εκκλησίας. Επίσης τον απασχολούσε
και η ενότητα της Εκκλησίας. Λυπόταν αφάνταστα για τα σχίσματα, τονίζοντας
εμφαντικά, πως «το σχίσμα εύκολα γίνεται, η ένωση είναι δύσκολος»!
Μια άλλη πτυχή της πνευματικότητας και της αγιότητας του αγίου Εφραίμ είναι
και η συγκλονιστική, από μέρους του, βίωση της Θείας Λειτουργίας. Όπως είχε
αποκαλύψει ο ίδιος σε ιερομόναχο φίλο του, κατά την ώρα του καθαγιασμού των
Τιμίων Δώρων, έβλεπε το Χριστό στα άγιο δισκάριο, αδυνατώντας να συγκρατεί τα
δάκρυά του και καταβρέχοντας το Ιερό Αντιμήνσιο. Επίσης έβλεπε δίπλα του
αγγέλους την ώρα που λειτουργούσε! Όπως έλεγε ο ίδιος, η κάθε λειτουργία ήταν γι’
αυτόν και μια θεοπτία!
Το 1996 ο όσιος Γέροντας έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και καθηλώθηκε σε
ακινησία για δύο χρόνια. Δέχτηκε τη δοκιμασία αυτή ως παιδαγωγία και ευλογία από
το Θεό, δοξολογώντας και ευχαριστώντας Τον.
Στις 27 Φεβρουαρίου του 1998 κοιμήθηκε εν ειρήνη, παραδίδοντας την
αγιασμένη ψυχή του στα χέρια του Θεού, τον Οποίο αγάπησε και υπηρέτησε πιστά σε
όλη του τη ζωή και ετάφη στον περίβολο του κελιού του, σε τάφο που είχε ανοίξει ο
ίδιος πριν από χρόνια και εκεί στοχάζονταν την ματαιότητα του κόσμου και την αξία
της σωτηρίας.
Στις 9 Μαρτίου του 2020 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού
Πατριαρχείου προέβη στην αγιοκατάταξή του, ορίζοντας να εορτάζεται η μνήμη του
στις 27 Φεβρουαρίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης.
Ο νεοφανής άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης αποτελεί αναμφίβολα λαμπρό
παράδειγμα αγωνιζόμενου πνευματικού ανθρώπου στην σύγχρονη άνυδρη
πνευματικά και υλόφρονη εποχή μας. Επίσης αποτελεί ζωντανή μαρτυρία η ομολογία
του για την δαιμονική προέλευση του Οικουμενισμού, για την πρωτοφανή, στις
τραγικές ημέρες μας, επέλαση του θρησκευτικού συγκρητισμού, ο οποίος στοχεύει να
καταπνίξει και να εξαφανίσει την μόνη σώζουσα αλήθεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας
μας, της μοναδικής Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του
Χριστού.

 

Η ΑΓΙΑ ΚΥΡΑΝΝΑ: Η ΗΡΩΙΚΗ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η χορεία των Νεομαρτύρων λαμπρύνει και αυτή με το δικό της τρόπο το
αγιολόγιο τη Εκκλησίας μας. Χιλιάδες άνδρες και γυναίκες, γέροντες, νέοι, ακόμα και
μικρά έδωσαν την ομολογία της πίστεώς τους στο Χριστό και την επισφράγισαν με το
αίμα τους και τη ζωή τους.
Η αγία Νεομάρτυς Κυράννα είναι μια από αυτούς. Έζησε σε χρόνους χαλεπούς
για την Εκκλησία και το Γένος μας, στα μαύρα χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου οι
βάρβαροι ασιάτες ασκούσαν εξουσία ζωής και θανάτου στους υποδούλους
Χριστιανούς και εφάρμοζαν το «νόμο της σπάθας»! Γεννήθηκε στην Αβυσσάκα της
Θεσσαλονίκης, τη σημερινή Όσσα Λαγκαδά. Είχε προικιστεί από το Θεό με
θαυμαστή εξωτερική ομορφιά και σπάνιο ψυχικό μεγαλείο. Διακρίνονταν από όλα τα
άλλα κορίτσια του χωριού για τη σεμνότητά της και την σωφροσύνη της.
Όλοι την αγαπούσαν και τη σέβονταν, εκτός από το μισόκαλο διάβολο, ο οποίος
φθόνησε την αγνότητά της. Επειδή δε μπόρεσε να παρασύρει την ίδια σε αισχρούς
λογισμούς και αμαρτωλές επιλογές, έγειρε σε κάποιο τοπικό τούρκο διοικητή
αστυνομικού τμήματος και εισπράκτορα των φόρων, γενίτσαρο, σφοδρό ερωτικό
πάθος για τη σεμνή και όμορφη Χριστιανή νέα. Προσπαθούσε με διάφορες κολακείες
να την κατακτήσει. Τις έταζε χρήματα, κοσμήματα, φορέματα και αξιώματα, χωρίς
αποτέλεσμα. Μεταχειρίστηκε κατόπιν απειλές για σκληρά και απάνθρωπα
βασανιστήρια, ακόμα και το θάνατο, μα εκείνη έμεινε αμετάπειστη και απωθούσε τον
έκφυλο τούρκο.
Όσο η Κυράννα αρνιόταν τις ανήθικες προτάσεις του γενίτσαρου, τόσο μεγάλωνε
το αμαρτωλό του πάθος για εκείνη. Απογοητευμένος όμως από την άρνηση της
κόρης, γεννήθηκε μέσα του φοβερό μίσος για εκείνη, το οποίο έφτανε ως την
καταστροφή της. Έβαλε άλλους γενίτσαρους, την οποία συνέλαβαν και την οδήγησαν
στη Θεσσαλονίκη να δικαστεί, ότι δήθεν αθέτησε την υπόσχεσή της να τον
παντρευτεί και να αλλαξοπιστήσει. Την ακολούθησαν και οι γονείς της με δάκρυα και
προσευχές για το άδικο πάθος του παιδιού τους. Οι ανακριτές την μεταχειρίστηκαν
κατ’ αρχήν με την προσφιλή τους τακτική, των κολακειών και κατόπιν τις φοβέρες
και τις απειλές. Όμως η Κυράννα έμεινε ηρωικά τολμηρή και ατάραχη μπροστά τους.
Ομολόγησε με θάρρος πως είναι Χριστιανή, ότι έχει ως νυμφίο της το Χριστό, στον
οποίο ανήκει το σώμα και η ψυχή της. Για την αγάπη Του ήταν διατεθειμένη να χύσει
το αίμα της και να δώσει τη ζωή της. Πως οι κολακείες τους, πολλώ δε μάλλον τα
βασανιστήρια, δε θα στέκονταν εμπόδιο για την αγάπη της για το Χριστό, τον
αληθινό Θεό. Μετά τη θαρραλέα ομολογία της σώπασε έσκυψε το κεφάλι της και με
σεμνότητα άρχισε να προσεύχεται νοερά στον Κύριο, να την ενδυναμώσει στη
μεγάλη δοκιμασία που πρόσμενε.
Οι τούρκοι ανακριτές βλέποντας τον ηρωισμό και την αμετακίνητη γνώμη της,
ένοιωσαν ντροπιασμένοι και έγιναν θηρία από το θυμό τους. Την έριξαν στο πιο
σκοτεινό και υγρό κελί της φυλακής. Ο ερωτύλος γενίτσαρος έλαβε την άδεια από
τον διευθυντή της φυλακής να μπαίνει ότι ώρα ήθελε στο κελί της για να τη
βασανίζει. Μαζί του έμπαιναν και άλλοι γενίτσαροι, οι οποίοι ξεσπούσαν επάνω της
με ιδιαίτερη αγριότητα. Την έδερναν, την κλωτσούσαν, την κρεμούσαν από τα
πλούσια μαλλιά της για ώρες στο ταβάνι του κελιού, μέχρι λιποθυμίας. Το βράδυ ο
δεσμοφύλακας την κρεμούσε από τις μασχάλες όλη τη νύχτα, στο χειμωνιάτικο κρύο
ώστε να μη μπορεί να κοιμηθεί. Όμως εκείνη, όχι μόνο υπέμεινε, με πρωτοφανή
καρτερία το μαρτύριο, αλλά φαινόταν να το αντιμετωπίζει με χαρά και ικανοποίηση
για χάρη του Χριστού!

Αλλά στην ίδια φυλακή υπήρχαν και άλλοι κρατούμενοι Χριστιανοί, άνδρες και
γυναίκες, και μαζί τους και κάποιες τουρκάλες, οι οποίοι έβλεπαν το μαρτύριο της
Κυράννας και ήλεγξαν τον απάνθρωπο δεσμοφύλακα, ότι δε φοβάται το Θεό και
βασανίζει μια αθώα. Αλλά εκείνος έγινε αγριότερος και τα βασανιστήρια
συνεχίστηκαν για μια εβδομάδα.
Την επομένη ημέρα ο δεσμοφύλακας έγινε πιο επιθετικός και άγριος. Άρπαξε την
Κυράννα, την κρέμασε με αλυσίδες και άρχισε να τη χτυπά αλύπητα με μια σανίδα.
Οι άλλοι φυλακισμένοι άρχισαν να φωνάζουν και να διαμαρτύρονται, μαζί τους και
οι τουρκάλες κρατούμενες. Ο δεσμοφύλακας άρχισε να τρέμει ολόκληρος και έπεσε
στο έδαφος μπρούμυτα να κλαίει γοερά.
Όμως την ίδια στιγμή η αγία ξεψύχησε, παραδίδοντας την ψυχή της στο Χριστό,
τον Οποίο τόσο αγάπησε και Του χάρισε τη ζωή της, όπως ήταν κρεμασμένη, χωρίς
να το καταλάβει κανείς. Σιμά τα χαράματα ένα εκτυφλωτικό φως κατέβηκε από τη
στέγη της φυλακής και έλουσε το σώμα της αγίας, φωτίζοντας όλη τη φυλακή. Οι
φυλακισμένοι ξύπνησαν έντρομοι και άρχισαν να φωνάζουν και να προσεύχονται! Οι
τουρκάλες και κάποιοι Εβραίοι κρατούμενοι φώναζαν πως «το κρίμα της φτωχής
Ρωμιάς θα μας κάψει»! έφτασε και ο δεσμοφύλακας, ο οποίος τρέμοντας κατέβασε το
σώμα της από την κρεμάλα και διαπίστωσε το θάνατό της. Το φως άρχισε να
ελαττώνεται και μια υπερκόσμια ευωδία πλημμύρησε τη φυλακή. Ο φύλακας
σκέπασε το τίμιο λείψανο με σεβασμό και δόξασε το Θεό, που τον αξίωσε να δει
τέτοια θαυμαστά γεγονότα. Προφανώς μετάνιωσε και έγινε Χριστιανός, πιθανότατα
«κρυπτοχριστιανός».
Όταν ξημέρωσε διαδόθηκε σε όλη τη Θεσσαλονίκη η τελείωση της αγίας και η
έκλαμψη του θαυμαστού φωτός. Οι τούρκοι ένιωσαν ντροπιασμένοι και έδωσαν την
άδεια στους Ρωμιούς να παραλάβουν το σώμα της αγίας και να το ενταφιάσουν με τις
δικές τους συνήθειες. Το έθαψαν έξω από τη Θεσσαλονίκη, αφού μοίρασαν για
ευλογία και αγιασμό, σε τεμάχια, τα ματωμένα ενδύματά της. Ήταν 28 Φεβρουαρίου
του 1751. Την ημέρα αυτή η Εκκλησία μας τιμά την ιερή της μνήμη. Ιδού λοιπόν και
ο ηρωισμός των αγίων γυναικών της Εκκλησίας μας, εφάμιλλος των αγίων ανδρών!

 

ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *