Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
«ΦΘΑΣΑΝΤΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΤΟ ΣΩΤΗΡΙΟΝ ΠΑΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»
(Εισαγωγικό θεολογικό σχόλιο στην Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Για μια ακόμα φορά, με τη χάρη του Θεού, οδεύουμε στην Αγία και Μεγάλη
Εβδομάδα, στην ιερότερη εορτολογική περίοδο του έτους. Για μια ακόμη φορά θα
ακολουθήσουμε τα ίχνη του Νυμφίου της Εκκλησίας μας Χριστού και θα γίνουμε
συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους Του. Σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο, καλούμαστε
όπως «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι΄αυτόν ταις
του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεν αυτώ». Με αυτή την προϋπόθεση θα γίνουμε
πραγματικοί κοινωνοί της Αναστάσεώς Του. Μόνο έτσι θα νοιώσουμε πραγματικά τη
χαρά της Θείας Εγέρσεως.
Η αφετηρία αυτής της τόσο σημαντικής εορτολογικής περιόδου είναι πανάρχαια
και ανάγεται στους αποστολικούς χρόνους. Η νηστεία και η πνευματική
προετοιμασία των πιστών της αρχαίας Εκκλησίας είναι πιθανόν να έχει καθιερωθεί
από τους ίδιους τους Αποστόλους, σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου προς αυτούς:
«Ελεύσονται δε ημέραι, όταν απαρθή απ΄αυτών ο νυμφίος και τότε
νηστεύσουσιν» (Ματθ.9,15). Ο άγιος Διονύσιος Αλεξανδρείας (+264) μας δίνει
πολύτιμες πληροφορίες για τον εορτασμό της Μεγάλης Εβδομάδος τον 3 ο αιώνα.
Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι η προσκυνήτρια Αιθερία (5 ος αιώνας), η οποία στο
περίφημο Οδοιπορικό της στους Αγίους Τόπους μας πληροφορεί πώς η
Ιεροσολυμίτικη Εκκκλησία εόρταζε τη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα στα
πρωτοχριστιανικά χρόνια.
Σύμφωνα με το ιερό Χρυσόστομο «Μεγάλην καλούμεν την Εβδομάδα, ουκ
επειδή πλέον έχει το μήκος των ωρών΄ και γαρ εισί έτεραι πολλώ μείζους ώρας
έχουσαι΄ ουκ επειδή πλείους ημέρας έχει΄ και γαρ ο αυτός αριθμός και ταύτης
και ταις άλλαις πάσαις. Τίνος ουν ένεκεν μεγάλην ταύτην καλούμεν; Μεγάλα
τινά και απόρρητα τυγχάνει τα υπάρξαντα ημίν εν αυτή αγαθά. Εν γαρ ταύτη ο
χρόνιος ελύθη πόλεμος, θάνατος εσβέσθη, κατάρα ανηρέθη, του διαβόλου η
τυραννίς κατελύθη, τα σκεύη αυτού διερπάγη, Θεού καταλλαγή προς ανθρώπους
γέγονεν» (Ομιλ.30, Εις Γένεσιν, P.G.53,273).
Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάδα των Παθών του Κυρίου και Θεού μας Ιησού
Χριστού αποτελεί αναμφίβολα σπουδαιότατο σταθμό πλουσίου πνευματικού
ανεφοδιασμού των ψυχών μας. Η μνεία των ιερών γεγονότων μαζί με τις θεσπέσιες
ακολουθίες των αγίων ημερών, δημιουργούν ατμόσφαιρα κατάνυξης και
περισυλλογής. Τα Άγια και Σεπτά Πάθη του Χριστού μας ελάχιστες ψυχές ανθρώπων
αφήνουν ασυγκίνητες. Μόνο οι πωρωμένοι από την αμαρτία και το κακό ελάχιστοι
άνθρωποι παραμένουν απαθείς τις άγιες αυτές ημέρες. Το μεγάλο πλήθος των
ανθρώπων, οι οποίοι μάλλον θα μπορούσε κάποιος να τους χαρακτηρίσει
αδιάφορους, αυτές τις άγιες ημέρες κατακλύζουν τους ναούς με τη «Σύνοψη» στο
χέρι να σιγοψάλλουν μαζί με τους ψάλτες τους ύμνους των ιερών ακολουθιών.
Πρέπει να επισημάνουμε σε αυτούς που δεν γνωρίζουν την εκκλησιαστική τάξη,
πως η Εκκλησία μας έχει καθιερώσει τη Μ. Εβδομάδα να τελείται ο Όρθρος της
ημέρας το προηγούμενο βράδυ, π.χ. ο Όρθρος της Μ. Δευτέρας τελείται το βράδυ της
Κυριακής, ο Όρθρος της Μ. Τρίτης το βράδυ της Μ. Δευτέρας κ.ο.κ. Αυτό γίνεται για
να μπορούν οι εργαζόμενοι πιστοί να συμμετέχουν στις ιερές ακολουθίες.
Η δομή της Μεγάλης Εβδομάδος είναι ακριβώς η αναπαράσταση της τελευταίας
εβδομάδος της επί γης παρουσίας του Χριστού μας. Κάθε ημέρα «μνείαν
ποιούμεθα», όπως αναφέρει το ιερό συναξάρι, κάποιου από εκείνα τα σωτήρια
γεγονότα. Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον
Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του
Χριστού και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της «ξηρανθείσης συκής» από τον
Κύριο, ως ζωντανή προτροπή στους πιστούς για παραγωγή πνευματικών καρπών. Τη
Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε τις διδακτικότατες παραβολές των Δέκα Παρθένων και
των Ταλάντων, οι οποίες έχουν υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας, υπενθυμίζοντάς
μας την φοβερή και αδέκαστη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Την Μ. Τετάρτη
τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από
ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του και ακόμα τη μέρα αυτή
θυμόμαστε την προδοσία του άθλιου Ιούδα. Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια
γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα,
την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και
την σύλληψη του Κυρίου. Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και
φρικτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο
Ταφή του Κυρίου μας και την εις Άδου Κάθοδόν Του.
«Αι μνήμαι και τα γεγονότα των ημερών της Μ. Εβδομάδος, γράφει
σύγχρονος λόγιος κληρικός, έχουν ορισθή κατά την ιστορικήν των σειράν, ώστε
δι’ αυτών να δύνανται οι Χριστιανοί να παρακολουθούν, ως να είσαν παρόντες,
πρώτον την πορείαν του Κυρίου προς το πάθος, έπειτα αυτό το πάθος και την
ταφήν και τέλος την ανάστασίν του» (Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς, έκδοσις
Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1990, σελ.10).
Οι άγιοι Πατέρες στόλισαν τη Μ. Εβδομάδα με υμνολογικό περιεχόμενο υψίστης
ποιητικής και μουσικής αξίας. Οι μεγαλύτεροι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας,
εμπνευσμένοι από το Θεό, με πίστη και ευλάβεια, συνέθεσαν για τη Μεγάλη
Εβδομάδα ύμνους ύψιστης θεολογικής και αισθητικής αξίας. Η υμνολογία της Μ.
Εβδομάδος αποτελεί το απόγειο της παγκοσμίου ποιήσεως. Μεγάλοι μουσουργοί
έντυσαν αυτούς με έξοχη μελωδία. Ποια ανθρώπινη καρδιά δεν μένει ασυγκίνητη
στο άκουσμα του κατανυκτικού τροπαρίου «Ιδού ο Νημφίος έρχεται», ή του
άφθαστου δοξαστικού «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», η του
συγκλονιστικού καθίσματος «Σήμερον Κρεμάται επί ξύλου», ή του περίφημου
δοξαστικού «Εξέδυσάν με τα ιμάτιά μου» ή των μελωδικότατων εγκωμίων του
Επιταφίου «Η Ζωή εν τάφω»;
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η μόνη αληθινή Εκκλησία του Χριστού, βιώνει
οντολογικά το μυστήριο της Μεγάλης Θυσίας του Χριστού. Τα εκατομμύρια των
ζωοθυσιών και το χειρότερο των ανθρωποθυσιών των ειδωλολατρικών θρησκειών,
αλλά της εβραϊκής θρησκείας, είχαν αποβεί μάταιες και αναποτελεσματικές και γι’
αυτό επαναλαμβάνονταν με δραματικό τρόπο συνεχώς. Η προσέγγιση του Θεού από
μέρους του ανθρώπου δεν είχε επιτευχθεί. Το χάσμα μεταξύ του Θεού και του
ανθρώπου, όχι μόνο δεν γεφυρώνοντας, αλλά μάλλον βάθαινε περισσότερο. Η
απολυτρωτική Θυσία του Χριστού υπήρξε αποτελεσματική, γεφύρωσε αυτό το χάσμα
και επανένωσε τον άνθρωπο με το Θεό, επειδή ο θύτης και το θύμα της θυσίας δεν
ήταν άνθρωπος μόνον αλλά ο Θεάνθρωπος. Ο θάνατός του κατάργησε το θάνατό μας,
διότι ο Χριστός είναι η ζωή και ο θάνατος δεν μπορεί να έχει οντολογικές επιπτώσεις
στην θεία Του ύπαρξη, όπως δε μπορεί να έχει οντολογικές επιπτώσεις και στη δική
μας την ύπαρξη, ως μέλη του σώματος του Χριστού. Αλλά αυτά είναι «ψιλά
γράμματα» για τους αθέους και τους μωροορθολογιστές, οι οποίοι προσπαθούν να
ξεγελάσουν τον εαυτό τους ότι τα «ξέρουν όλα» και πως το φτωχό και πεπερασμένο
μυαλό τους είναι το «φίλτρο» της αλήθειας. Απάντηση σε αυτή τη νοητική αθλιότητα
δίνει η εκκλησιαστική μας αυτοσυνειδησία αυτές τις άγιες ημέρες με το στόμα των
αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας και το άφθαστο μεγαλείο της υμνολογίας.
Η Αγία μας Εκκλησία μας καλεί αυτές τις ημέρες να βιώσουμε με συντριβή και
κατάνυξη τα άγια και σεπτά Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Καλούμαστε να
γίνουμε συνειδητοί κοινωνοί των παθημάτων του Λυτρωτή μας, διότι έτσι θα
νοιώσουμε το μέγεθος της θείας αγάπης και φιλανθρωπίας. Μόνο έτσι θα
καταλάβουμε πως «ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω ελυτρώθημεν εκ της ματαίας
αναστροφής πατροπαραδότου, αλλά τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου
Χριστού» (Α΄Πέτρ.1,19-20). Η σωτηρία μας είναι αποτέλεσμα των Παθημάτων και
της αδίκου Θυσίας του Κυρίου μας, καθ ότι «τας αμαρτίας ημών αυτός ανήνεγκεν
εν τω σώματι αυτού επί το ξύλον, ίνα ταις αμαρτίαις απογενόμενοι τη δικαιοσύνη
ζήσωμεν» (Α΄Πετρ.2,24). Ο Χριστός «υπέρ πάντων απέθανεν … ίνα οι ζώντες
μηκέτι εαυτοίς ζώσιν, αλλά τω υπέρ αυτών αποθανόντι και εγερθέντι»
(Ρωμ.5,15). Αυτό προϋποθέτει η βίωση από μέρους μας των σωτηρίων Παθημάτων
του Λυτρωτή μας Χριστού να μην είναι τυπική ή μόνο συναισθηματική, αλλά πρέπει
να είναι καθολική οντολογική μέθεξη των σωτηριωδών ενεργειών, οι οποίες
απορρέουν από «τον της πίστεως αρχηγόν και τελειωτήν Ιησούν» (Εβρ.12,2).
Μόνο μέσα από την βίωση των Αχράντων Θείων Παθών και του φυσίζωου Θανάτου
του Λυτρωτή μας Χριστού, μπορούμε να ατενίσουμε με καθάριο βλέμμα το
υπέρλαμπρο γεγονός της Αναστάσεως. Μόνο μέσα από τη βίωση του Σταυρού θα
μπορέσουμε να εορτάσουμε με τη δέουσα χαρά και λαμπρότητα του κορυφαίου
γεγονότος της ανθρώπινης ιστορίας, την Έγερση του Χριστού, η οποία είναι και η
απαρχή της δικής μας εγέρσεως! Καλή και ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα!
«ΕΓΩ ΕΙΜΙ Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΙ Η ΖΩΗ»
(Θεολογικό σχόλιο στο Σάββατο του Λαζάρου)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Το Σάββατο της ΣΤ΄ Εβδομάδος των Νηστειών η Αγία μας Εκκλησία όρισε να
εορτάζουμε την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Διότι,
πρώτον το μεγάλο και θαυμαστό αυτό γεγονός συμπίπτει χρονικά με την είσοδο του
Κυρίου μας στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ. Και δεύτερον, ότι το γεγονός της εκ
νεκρών αναστάσεως του φίλου του Κυρίου είναι μια τρανή απόδειξη ότι ο Χριστός
μας είναι ο κύριος της ζωής και του θανάτου, ότι αυτός που ανάστησε από τους
νεκρούς το Λάζαρο θα αναστήσει και τον Εαυτό του, αφού θα σκυλέψει τον Άδη και
θα νικήσει τον θάνατο!
Σύμφωνα με το ευαγγελικό ανάγνωσμα ο Λάζαρος με τις αδελφές του Μάρθα και
Μαρία, που κατοικούσαν στην κώμη Βηθανία, είχαν εγκάρδιες φιλικές σχέσεις με τον
Κύριο. Φαίνεται ότι πολλές φορές είχαν την ύψιστη τιμή και χαρά να δεχτούν και να
φιλοξενήσουν το Χριστό στον ευλογημένο οίκο τους (Λουκ.10,38-42).
Ξαφνικά ο Λάζαρος ασθένησε βαριά. Οι δυο αδερφές έστειλαν μήνυμα στον
Ιησού ότι ο αγαπημένος Του φίλος ο Λάζαρος αρρώστησε. Ο Χριστός διαβεβαίωσε
τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκ έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της
δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Όμως ο
Λάζαρος πέθανε και ετάφη σε σπηλώδες μνημείο, σύμφωνα με τις ιουδαϊκές
συνήθειες. Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους
μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι
μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι.
Καθ΄ οδόν τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται΄ αλλά
πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπον ουν οι μαθηταί αυτού΄ Κύριε, ει
κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού΄ εκείνοι δε
έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς
παρρησία΄ Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην
εκεί» (Ιωάν.11,12-15).
Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο
πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν
του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα
ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα:
«αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ
ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο
ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά
ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του
σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ
εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν
του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο
μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι
ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις ΄ αλλά δια τον όχλον τον
παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν
φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε
και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή
να τον λύσουν και να περπατήσει.
Το μεγάλο αυτό γεγονός έκανε πολλούς να πιστέψουν στο Χριστό. Κάποιοι
άλλοι έτρεξαν στους Φαρισαίους και ανήγγειλαν το θαύμα. Οι σκληρόκαρδοι και
υποκριτές εκείνοι άνθρωποι, μαζί με το ιουδαϊκό ιερατείο, όχι μόνο δεν
συγκινήθηκαν και δεν πίστεψαν στα θαύμα και τη δύναμη του Ιησού, αλλά
σκληρύνθηκαν έτι περισσότερο οι καρδιές τους. Ο αρχιερέας Καϊάφας είπε το εξής
καταπληκτικό: «Υμείς ουκ οίδατε ουδέν, ουδέ διαλογογίζεσθε ότι συμφέρει ημίν
ίνα εις άνθρωπος αποθάνη υπέρ του λαού και μη όλον το έθνος απόληται» και
σχολιάζει ο ιερός ευαγγελιστής: «Τούτο δε αφ’ εαυτού ουκ είπεν, αλλά αρχιερεύς
ων του ενιαυτού εκείνου προεφήτευσεν ότι έμελλεν ο Ιησούς αποθνήσκειν υπέρ
του έθνους, και ουχ υπέρ του έθνους μόνον, αλλ’ ίνα τα τέκνα του Θεού τα
διεσκορπισμένα συναγάγη εις εν» (Ιωάν.11,49-52).
Η ανάσταση του Λαζάρου είναι το μεγαλύτερο θαύμα του Κυρίου. Αυτό
φαίνεται και από το γεγονός ότι δεν έσπευσε αμέσως με την είδηση του θανάτου του
φίλου Του, αλλά πήγε στη Βηθανία ύστερα από τέσσερις ημέρες για να φανεί το
μέγεθος του μεγάλου θαύματος και της υπέρτατης δυνάμεως του Θεού. Ο ιερός
Χρυσόστομος τονίζει πως «Έμεινεν, ίνα αποπνεύση (ο Λάζαρος) και ταφή, ίνα
μηδείς έχη λέγειν ούπω τελευτήσαντα αυτόν ανέστησεν΄ ότι κάρος ην, ότι
έκλυσις ήν, ότι καταγωγή ήν και ου θάνατος» (παρά Π. Τρεμπέλα Υπόμνημα εις το
κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, Αθήναι 1969,σελ.401). Αν και ο νεκρός άρχισε να
αποσυντίθενται ο Χριστός τον ανάστησε, φανερώνοντας το μεγαλείο της θείας
δυνάμεώς Του. Είναι ο κύριος της ζωής, διότι είναι ο ίδιος η ζωή. Κανένας ποτέ δεν
τόλμησε να ισχυριστεί αυτό που φανέρωσε στη Μάρθα «Εγώ ειμί η ανάστασις και η
ζωή, ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται» (Ιωάν.11,25).
Αυτή η διαβεβαίωση ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι η πηγή της
ζωής και η μακάρια ανάστασή μας είναι η μεγάλη μας παρηγοριά και η άρρητη
δύναμη που μας κάνει να υπερνικάμε όλες τις αντιξοότητες της επίγειας ζωής μας.
Χάρη σ’ Αυτόν δεν θα πεθάνουμε ποτέ, έστω και αν το φθαρτό σώμα μας αποτεθεί
στη γη και αποσυντεθεί. Αυτό είναι ένα απλό βιολογικό γεγονός, το οποίο δεν έχει
ουδεμία οντολογική επίπτωση για μας τους πιστούς του Χριστού. Η ψυχή μας θα
εξακολουθεί να ζει και χωρίς το σώμα μας, μια ζωή ασύγκριτα ανώτερη από την
επίγεια. Αλλά όχι για πάντα μόνη της, διότι «έρχεται ώρα, και νυν εστιν, ότε οι
νεκροί ακούσονται της φωνής του υιού του Θεού και οι ακούσαντες ζήσονται»
(Ιωάν.5,25). Τα σώματά μας θα ζήσουν και θα ενωθούν και πάλι με τα πνεύματά μας
για να μην ξαναχωρίσουν ποτέ πια, αλλά να ζουν αιώνια την όντως ζωή και να
συνδοξάζονται με το Χριστό.
Το μέγα θαύμα της Αναστάσεως του Λαζάρου δείχνει ξεκάθαρα ότι όπως ο
Χριστός ανάστησε με γοερή φωνή Του εκείνον, κατά τον ίδιο τρόπο θα αναστήσει
και μας. Με τη δική Του ανάσταση νίκησε κατά κράτος το θάνατο. Δια της
Αναστάσεως του Χριστού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄Κορ.15,26),
διακηρύττει πανηγυρικά ο απόστολος Παύλος.
Η μεγάλη αυτή εορτή λειτουργεί ως πνευματική ανάταση στις ψυχές ημών των
πιστών, οι οποίοι συν-οδοιπορούμε με τον Κύριο προς το εκούσιο πάθος και το
σταυρικό Του θάνατο. Αυτό το αποδίδει θαυμάσια το ιερό τροπάριο της εορτής:
«Την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον
Λάζαρον Χριστέ ο Θεός΄ όθεν και ημείς ως οι παίδες, τα νίκης σύμβολα φέροντες
σοι το νικητή του θανάτου βοώμεν΄ Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο
ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου».
«ΩΣΑΝΝΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ»
(Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο και τα νοήματα της Κυριακής των Βαΐων)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Μετά την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου οι ευσεβείς αδελφές του παρέθεσαν
στον Κύριο και τους μαθητές Του μεγάλο και λαμπρό δείπνο για να ευχαριστήσουν
τον Μεγάλο Ευεργέτη τους. Η Μάρθα φρόντιζε να μη λείψει τίποτε από το πλούσιο
τραπέζι. Μαζί τους καθόταν και ο Λάζαρος. Η Μαρία, κατά τη διάρκεια του δείπνου,
πήρε ένα πολύτιμο δοχείο γεμάτο πανάκριβο μύρο και άρχισε να πλένει με αυτό τα
πόδια του Χριστού. Κατόπιν ξέπλεξε τα πλούσια μαλλιά της και μ’ αυτά σκούπισε τα
πόδια του Λυτρωτή. Η ευώδης οσμή του μύρου γέμισε την οικία. Το γεγονός αυτό
δημιούργησε αισθήματα εκπλήξεως στους παραβρισκόμενους. Ο Ιούδας ο
Ισκαριώτης, ο μελλοντικός προδότης του Κυρίου είπε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ
επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη τοις πτωχοίς;». Και σχολιάζει ο ιερός
ευαγγελιστής: «είπε δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ΄ότι
κλέπτης ην, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν» (Ιωάν.12,6).
Ο άνθρωπος της ανομίας, απόλυτα υπόδουλος στα ταπεινά του πάθη, έμεινε
εντελώς ανέγγιχτος από την τρίχρονη παρουσία του θείου Διδασκάλου του. Η
ωφελιμιστική υλιστική σκοτοδίνη του, τον κρατούσε δέσμιο του πάθους της
φιλαργυρίας. Αυτό το πάθος θα τον οδηγήσει, κατόπιν, σε λίγες ημέρες στην
προδοσία του Δασκάλου του και στον προσωπικό του τραγικό αφανισμό. Το όνομά
του θα γίνει στους αιώνες συνώνυμο της προδοσίας.
Ο Κύριος με προφανή λεπτότητα αντιπαρήλθε την πρόκληση του Ιούδα και είπε:
«Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους
πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ιωάν.12,7-8).
Φυσικά τα λόγια αυτά ήταν ακατανόητα για τους μαθητές Του, διότι,
προσκολλημένοι ακόμη στην εθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη, πίστευαν
σε μια λαμπρή προέλαση προς την Ιερουσαλήμ, προκειμένου να πάρουν την εξουσία
και να απελευθερώσουν το έθνος από τον ξένο δυνάστη.
Την ίδια ώρα κατέφθασε στην οικία του δείπνου όχλος πολύς από τους
Ιουδαίους, οι οποίοι ήθελαν να δουν τον θαυμαστό ραβίνο που ανάστησε το Λάζαρο.
Ήθελαν επίσης να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τον αναστημένο. Ταυτόχρονα οι
αρχιερείς και οι άρχοντες του Ιουδαϊκού λαού έκαναν συμβούλιο και συζητούσαν το
ενδεχόμενο να φονεύσουν τον Λάζαρο, διότι διαπίστωναν με ανησυχία ότι πολλοί
άνθρωποι είχαν πιστέψει στην θεϊκή δύναμη του Ιησού, εξαιτίας του εξαίσιου
θαύματος! Ήδη είχε αποφασισθεί η θανάτωση του Κυρίου (Ιωάν.11,47-57) και ο
προδότης μαθητής βρισκόταν σε επικοινωνία με το ιουδαϊκό ιερατείο (Ιωάν.12,3-8,
Ματθ.26,14-16) για την παράδοση του Διδασκάλου του.
Την άλλη μέρα ο Χριστός μπήκε στην Ιερουσαλήμ με τους μαθητές του. Το
μεγάλο νέο της ανάστασης του Λαζάρου είχε φτάσει από τη Βηθανία στην αγία πόλη
και δημιούργησε αισθήματα ενθουσιασμού και ευφορίας στο λαό. Λόγω δε της
επικείμενης εορτής του Πάσχα είχαν συρρεύσει εκεί πολλοί ξένοι προσκυνητές. Όταν
πληροφορήθηκαν οι όχλοι την άφιξη του ανθρώπου που ανάστησε το Λάζαρο, πήραν
στα χέρια κλαδιά φοινίκων και βγήκε στους δρόμους για να Τον προϋπαντήσουν
τραγουδώντας τον νικητήριο παιάνα: «Ωσαννά΄ ευλογημένος ο ερχόμενος εν
ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν.12,13). Κάποιοι έστρωναν τα
ενδύματά τους στο δρόμο για να περάσει ο μεγάλος θριαμβευτής. Η σκηνή αυτή ήταν
συνηθισμένη στους χρόνους εκείνους. Οι νικητές βασιλείς έμπαιναν τροπαιούχοι στις
πόλεις, αποθεωμένοι από τα πλήθη.
Ο Κύριος καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου έμπαινε ήσυχα, ατάραχος και
αδιαφορώντας για τους πανηγυρισμούς, στην αγία πόλη, εκπληρώνοντας την
προφητεία του Ζαχαρίου: «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου
έρχεταί σοι δίκαιος και σώζων αυτός πραϋς και επιβεβηκώς επί υπόζυγιον και
πώλον νέον» (Ζαχ.9,9). Ο κόσμος επισημαίνει ο ιερός ευαγγελιστής ομολογούσε ότι
«τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια
τούτο και ηπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το
σημείον» (Ιωάν.12,17-18). Αντίθετα με τους ενθουσιασμούς του πλήθους, οι
Φαρισαίοι με εμφανή ανησυχία και μίσος είπαν μεταξύ τους: «θεωρείτε ότι ουκ
ωφελείτε ουδεν; Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν.12,19).
Η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα είναι η τελευταία σκηνή του δραματικού
έργου της επί γης ζωής Του. Μπήκε ταπεινά επάνω στο ονάριο, παρ’ όλο ότι ο όχλος
τον ζητωκραύγαζε και συμπεριφερόταν ως να είχε μπροστά του κάποιο εγκόσμιο
βασιλιά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτής στην πρωτεύουσα του βασιλείου του.
Γνωρίζει πολύ καλά πως οι ιαχές και οι πανηγυρισμοί των όχλων είναι πρόσκαιρες
και λαθεμένες εκδηλώσεις. Όλοι αυτοί οι ενθουσιώδεις άνθρωποι οι οποίοι τον
αποθέωναν, εκδήλωναν εκείνη τη στιγμή την μικρο- εθνικιστική τους αντίληψη για
Εκείνον. Τα κίνητρά τους ήταν ιδιοτελή και φτηνά. Η απουσία πνευματικότητας ήταν
διάχυτη σ’ αυτούς.
Γνώριζε επίσης ο Κύριος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι τον δόξαζαν με
την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ, θα είναι οι ίδιοι, οι οποίοι θα φωνάζουν πέντε
ημέρες μετά κάτω από το πραιτώριο και θα απαιτούν από τον εκπρόσωπο του
Ρωμαίου δυνάστη τους «σταύρωσον σταύρωσον αυτόν» (Λουκ.23:22)!
Για μας τους πιστούς η είσοδος του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ αποτελεί την
απαρχή της εκούσιας πορείας Του για το θείο Πάθος. Εορτάζουμε την ημέρα αυτή με
ανάκατα αισθήματα χαράς και λύπης. Γιορτάζουμε με αισθήματα χαράς, διότι ο
Λυτρωτής μας Χριστός οδεύει προς τα σωτήρια παθήματα για την δική μας σωτηρία.
Γιορτάζουμε με αισθήματα λύπης, διότι ο Κύριός μας θα υποστεί για χάρη μας, και
εξαιτίας της δικής μας κακουργίας, τα επώδυνα παθήματα και θα υποφέρει και θα
πονέσει ως άνθρωπος. Θα ανέβει στον Γολγοθά, θα πεθάνει ως κακούργος και θα
ταφεί ως κοινός θνητός. Σε ανάμνηση της μεγαλειώδους και θριαμβευτικής εισόδου
του Κυρίου μας στην αγία πόλη, κρατάμε και εμείς κατά την αγία αυτή ημέρα
κλάδους δάφνης, υποδεχόμενοι τον Κύριο ως νικητή και θριαμβευτή βασιλέα, όχι
βέβαια κοσμικό, όπως τον περίμεναν οι Ιουδαίοι, αλλά ως αιώνιο πνευματικό άνακτα.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η υμνογραφία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θείας λατρείας στην Εκκλησία
μας, η οποία μας βοηθά να μεταρσιωθούμε και να αναχθούμε σε ανώτερες
πνευματικές εμπειρίες. Η αξία του ορθοδόξου υμνογραφικού πλούτου είναι
ανυπολόγιστη. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, έχοντας το ποιητικό χάρισμα,
στο διάβα των αιώνων, διακρίθηκαν και ως υμνογράφοι και ποιητές της Εκκλησίας
μας, κληροδοτώντας μας μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη. Ένας από αυτούς υπήρξε
και ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος.
Καταγόταν από την Ιταλία. Γεννήθηκε στη Σικελία περί το 810, από ευσεβείς
γονείς, τον Πλωτίνο και την Αγάθη, οι οποίοι του ενέπνευσαν από μικρό παιδί την
πίστη στο Θεό και τον μύησαν στην αρετή. Είχε συνηθίσει να μελετά τις άγιες
Γραφές και να ασκείται.
Όμως το έτος 827 είχαν εισβάλει στη Σικελία οι Άραβες μουσουλμάνοι, οποίοι
καταδίωκαν με μανία τους Χριστιανούς που δεν ήθελαν να ασπαστούν το Ισλάμ.
Τότε η μητέρα του παρέλαβε τον δεκαπεντάχρονο Ιωσήφ και τον αδελφό του και
ήρθαν στην Πελοπόννησο για να αποφύγουν τις σφαγές των Αγαρηνών. Από εκεί
κατέληξαν στην Θεσσαλονίκη. Επισκέφτηκε μάλιστα την περίφημη Μονή Λατόμου,
όπου λειτουργούσε σχολή, στην οποία συνέχισε και τελειοποίησε τις σπουδές του.
Αργότερα ο Ιωσήφ έγινε μοναχός και άρχισε τους ασκητικούς και πνευματικούς του
αγώνες. Με την καθοδήγηση του αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου μυήθηκε στην
ορθόδοξη πνευματικότητα. Προσευχόταν νυχθημερόν, νήστευε, αγρυπνούσε και
μελετούσε τις άγιες Γραφές. Ως εργόχειρο είχε την καλλιτεχνία. Είχαν εκτιμηθεί οι
αρετές του και οι ικανότητές του και γι’ αυτό παρακινήθηκε και πείστηκε να
χειροτονηθεί πρεσβύτερος.
Έμεινε στη Θεσσαλονίκη εννέα χρόνια. Το 840 έφυγε για την
Κωνσταντινούπολη μαζί με τον δάσκαλό του Γρηγόριο το Δεκαπολίτη, όπου
εγκαταστάθηκαν στην φημισμένη Ιερά Μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντύπα. Εκεί
έμειναν ως έγκλειστοι για ένα χρόνο. Όμως βρισκόμαστε στην κορύφωση της
εικονομαχικής έριδας, κατά την οποία διώκονταν με μανία οι ορθόδοξοι. Ο
τελευταίος εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842) είχε εκδώσει διάταγμα
για την καταστροφή όλων των εναπομεινάντων Ιερών Εικόνων και την
παραδειγματική τιμωρία όσων τις τιμούσαν. Γι’ αυτό αποφάσισαν να μεταβούν και
να εγκατασταθούν στη Ρώμη, όπου δεν είχε επηρεαστεί από την έριδα αυτή. Όμως
κατά την διάρκεια τον πλου του προς την Ιταλία το πλοίο έπεσε σε ενέδρα Αράβων
πειρατών, οι οποίοι αφού άρπαξαν ότι πολύτιμο υπήρχε σ’ αυτό αιχμαλώτισαν τους
επιβάτες, και μαζί τους τον Ιωσήφ, οδηγώντας τους στην αραβοκρατούμενη τότε
Κρήτη, τους οποίους έριξαν στη φυλακή. Ο Ιωσήφ προσεύχονταν νυχθημερόν για
την ελευθερία τη δική του και των άλλων αιχμαλώτων. Ταυτόχρονα δίδασκε την
ορθόδοξη πίστη, μεταστρέφοντας πολλούς στην Ορθοδοξία. Με θαύμα του Αγίου
Νικολάου και τις ενέργειες των πιστών Κρητών απελευθερώθηκαν.
Το έτος 850 επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, αφού είχε λήξει η εικονομαχία,
το 842 από την Αυγούστα αγία Θεοδώρα. Εκεί ίδρυσε δική του Μονή, αφιερωμένη
στον άγιο Απόστολο Βαρθολομαίο, τον οποίο τιμούσε ιδιαιτέρως. Φρόντισε μάλιστα
να εναποθέσει σε αυτή τα ιερά λείψανα του αγίου Αποστόλου, τα οποία μετέφερε από
τη Θεσσαλονίκη. Εκεί άρχισε μια νέα περίοδος πνευματικού αγώνα του Ιωσήφ, ο
οποίος διήγε με αδιάκοπη προσευχή, αγρυπνία, νηστεία και φιλανθρωπία.
Εκεί διαπίστωσε ότι είχε προικιστεί από το Θεό με το χάρισμα του ποιητή και
υμνογράφου. Παρακαλούσε με δάκρυα νύχτα και ημέρα τον άγιο Βαρθολομαίο να
τον βοηθήσει να αξιοποιήσει το ποιητικό του τάλαντο για την Εκκλησία. Να τον
εμπνεύσει να συνθέσει εκκλησιαστικούς ύμνους. Πράγματι ο ευσεβής πόθος του δεν
άργησε να πραγματοποιηθεί. Κάποια μέρα ενώ προσευχόταν με θέρμη στον άγιο, είδε
ένα όραμα. Ένας εντυπωσιακός άνδρας, με την μορφή του Αποστόλου
Βαρθολομαίου, πήρε από την Αγία Τράπεζα το Ιερό Ευαγγέλιο, το τοποθέτησε πάνω
στο στήθος του και τον ευλόγησε. Όταν συνήρθε, συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν ένα
σαφές σημάδι ότι ήταν έτοιμος να αξιοποιήσει το χάρισμά του στην υμνολογία της
Εκκλησίας μας.
Άρχισε να γράφει ακατάπαυστα ύμνους. Βρισκόμαστε στην εποχή που
εμφανίζεται το νέο και αξεπέραστο υμνογραφικό είδος στην Εκκλησία μας, οι
Κανόνες, οι οποίοι εκτόπισαν τα Κοντάκια. Ο Ιωσήφ υπήρξε ιδιοφυία στη σύνθεση
των Κανόνων. Έγραψε πάμπολλους, αλλά μας διασώθηκαν 165, οι οποίοι φέρουν το
όνομά του. Λίγο νωρίτερα είχαν συνθέσει τους ύμνους της Οκτωήχου ο άγιος
Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Ιωσήφ συμπλήρωσε την
Οκτώηχο, συνθέτοντας τους ύμνους της εβδομάδος, εκτός της Κυριακής, που είχαν
συνθέσει οι δύο προειρημένοι ποιητές. Συνέθεσε επίσης Κανόνες και ύμνους στους
Αγίους, συμπληρώνοντας τα Μηναία της Εκκλησίας μας. Έγραψε θαυμάσιους
Κανόνες και άλλους ύμνους, στη Θεοτόκο, τον άγιο Νικόλαο, στον άγιο
Βαρθολομαίο, στους Αρχαγγέλους κλπ.
Ξεχωριστό υμνογραφικό αριστούργημα του αγίου Ιωσήφ είναι ο περίφημος και
δημοφιλής Κανόνας, ο οποίος ψάλλεται κατά την ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου.
Συνέθεσε τα τροπάρια, που ακολουθούν τους ειρμούς, που είχε συνθέσει ο άγιος
Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Σημειώνουμε πως τα άφθαστα καλολογικά στοιχεία του
ύμνου αυτού, τον καθιστούν ως ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα της παγκόσμιας
λογοτεχνίας.
Ορισμένους από τους σωζόμενους ύμνους του, κάποιοι τους αποδίδουν σε κάποιο
άλλο Ιωσήφ Υμνογράφο, τον Στουδίτη.
Υπήρξε φίλος του ομολογητή πατριάρχη αγίου Ιγνατίου (846-858 και 867 – 877).
Αυτό είχε ως συνέπεια να διωχθεί μαζί του, από τον ακόλαστο και θηριώδη
παρακοιμώμενο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄ , Βάρδα, τον οποίο ακολούθησε στην
εξορία. Κατά τη δεύτερη πατριαρχία του Ιγνατίου έγινε σκευοφύλαξ της Μεγάλης
Εκκλησίας. Το αξίωμα αυτό διατήρησε και επί τη δευτέρας πατριαρχίας του αγίου
Φωτίου, τον οποίο εκτιμούσε και αγαπούσε ο μεγάλος Πατριάρχης.
Κοιμήθηκε ειρηνικά το 886 και το τίμιο λείψανό του θάφτηκε στη Μονή του. Η
μνήμη του εορτάζεται στις 3 Απριλίου.
ΑΓΙΟΣ ΘΕΩΝΑΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κοιτίδα ανάδειξης αγίων. Εκατοντάδες είναι οι
Θεσσαλονικείς άγιοι οι οποίοι κοσμούν τα ιερά συναξάρια. Ένας από αυτούς είναι
και ο άγιος Θεωνάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μια όντως σημαντική
προσωπικότητα, η οποία σημάδεψε την πόλη τον 16 ο αιώνα.
Δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την νεανική του ηλικία, ούτε γνωρίζουμε
επακριβώς τον τόπο γεννήσεώς του. Γεννήθηκε στα τέλη του 15 ου αιώνα, σύμφωνα με
παράδοση, στη Λέσβο και γι’ αυτό είχε την ονομασία Λέσβιος. Πιθανόν να πήρε την
ονομασία αυτή, επειδή διετέλεσε πνευματικός στη νήσο, στο Πλωμάρι, στην αρχή
της ιερατικής του διακονίας. Δεν γνωρίζουμε ούτε τα ονόματα των γονέων του, αλλά
εικάζουμε ότι ήταν ευσεβείς άνθρωποι.
Έχουμε την πληροφορία ότι ο Θεωνάς αναχώρησε νέος για το Άγιον Όρος και
εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Σκήτη του Αγίου Ονουφρίου
της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί άρχισε τον προσωπικό του αγώνα για κάθαρση των
παθών του. Προσευχόταν με τις ώρες, αγρυπνούσε και νήστευε. Μάλιστα επειδή
αγαπούσε την ησυχία και τη σιωπή, έπαιρνε λίγα τρόφιμα και αποσύρονταν σε
ερημικό μέρος, όπου προσεύχονταν αδιάκοπα για όλο τον κόσμο και τελευταία για
τον εαυτό του. Ιδιαίτερα προσευχόταν για το σκλαβωμένο γένος μας, το οποίο
στέναζε κάτω από την δυναστεία των αλλοθρήσκων Οθωμανών.
Εκεί γνωρίστηκε με έναν ενάρετο γέροντα τον (μετέπειτα άγιο) Ιάκωβο, του
οποίου έγινε μαθητής και υποτακτικός. Κοντά στον Ιάκωβο έμαθε τα μυστικά της εν
Χριστώ ζωής. Κάθε μέρα ανέβαινε προοδευτικά την πνευματική τελειότητα. Είχε
νεκρώσει τον εαυτό του για τον κόσμο και ζούσε ως άγγελος.
Στα 1518 ο Γέροντας Ιάκωβος κάλεσε τους μαθητές του, στους οποίους
αποκάλυψε όραμά του, σύμφωνα με το οποίο τον καλούσε ο Θεός να πάει στην
Αιτωλοακαρνανία, στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Δερβέκιστας, κοντά στο
Θέρμο της Αιτωλία, διότι η περιοχή είχε ανάγκη πνευματικής αφυπνίσεως.
Καλούνταν να εργαστεί πνευματικά για το λαό, ο οποίος κείτονταν σε βαθύ σκοτάδι,
εξαιτίας της τουρκικής σκλαβιάς. Ο Θεωνάς του ζήτησε να τον πάρει μαζί του και
τον ακολούθησε με πολλή χαρά. Όταν έφτασαν στην Ναύπακτο έψαχναν για το
Μοναστήρι. Κάθε βράδυ, και οι δύο, έβλεπαν ένα ουράνιο διάχυτο φως σε μια
περιοχή. Αυτό το φως έβλεπαν και οι λίγοι μοναχοί της Μονής, καθώς και κάτοικοι
των γύρω περιοχών. Μάλιστα προέβλεπαν πως κάτι καλό θα συμβεί.
Μετά από τρεις ημέρες οδοιπορία και με οδηγό το φώς, οι δύο αγιορείτες
μοναχοί έφτασαν στη Μονή, οι οποίοι έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από την
αδελφότητα. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία να έχουν μαζί τους πνευματικούς
ανθρώπους από το «Περιβόλι της Παναγίας», σταλμένοι από το Θεό. Ο Ιάκωβος
αποσύρθηκε σε κοντινή σπηλιά να ζήσει ως ασκητής. Κατέβαινε κάθε Κυριακή στη
Μονή για να κοινωνήσει και να διδάξει τους μοναχούς. Πολλοί Χριστιανοί
συνέρρεαν στη Μονή να πάρουν την ευλογία του Γέροντα και να εξομολογηθούν.
Έστειλε τότε τον Θεωνά στον Μητροπολίτη Άρτας Ακάκιο, για να πάρει την
άδεια του εξομολόγου και να ζητήσει αρωγή για τη Μονή. Πήρε την άδεια του
εξομολόγου και σημαντική οικονομική βοήθεια και η Μονή του Τιμίου Προδρόμου
μεταβλήθηκε έτσι σε πνευματικό φάρο της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος ανθρώπων
έτρεχαν στον Γέροντα Ιάκωβο και στον Θεωνά να εξομολογηθούν και πάρουν τη
συμβουλή και την ευλογία τους.
Όμως, ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε το έργο της Μονής και θέλησε να το
καταστρέψει. Κάποιοι άθλιοι συκοφάντες έφτασαν στην Άρτα και έπεισαν τον
Επίσκοπο να αναφέρει στις τουρκικές αρχές ότι η Μονή ήταν εκκολαπτήριο
επαναστατών! Ο Γέροντας Ιάκωβος συνελήφθη και οδηγήθηκε στα Τρίκαλα της
Θεσσαλίας, για απολογία στον Μπέη. Τον ακολούθησε πιστά και ο Θεωνάς. Αν και ο
Μπέης πείστηκε για την άδικη συκοφαντία εναντίον του, τον έκλεισε στη φυλακή.
Άοκνος συμπαραστάτης του ο Θεωνάς, ο οποίος μπαινόβγαινε στη φυλακή και τον
διακονούσε.
Ο Μπέης των Τρικάλων, κατόπιν διαταγής του Σουλτάνου, τον έστειλε να
δικαστεί στην Αδριανούπολη, όπου καταδικάστηκε και μαρτύρησε, μαζί με τον
ιεροδιάκονο Ιάκωβο και τον μοναχό Διονύσιο, την 1 η Νοεμβρίου του 1520.
Ο Θεωνάς επέστρεψε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, όπου έγινε ηγούμενος
και συνέχισε επάξια το πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο του Γέροντά του.
Αλλά και πάλι ο δύστροπος Μητροπολίτης Άρτας Ακάκιος, υποκινούμενος από
διεφθαρμένους ανθρώπους, διέλυσε τη Μονή και έδιωξε καταχείμωνα τους μοναχούς,
τους οποίους φιλοξένησε, ως την άνοιξη, κάποιος ευσεβής προύχοντας της περιοχής.
Στα 1522 ο Θεωνάς και η αδελφότητα πήγαν στο Άγιον Όρος και
εγκαταστάθηκαν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας. Αλλά και εκεί δεν στέριωσαν, διότι οι
τούρκοι είχαν λεηλατήσει τη Μονή και οι μοναχοί πεινούσαν. Γι’ αυτό έφυγαν για
την Γαλάτιστα της Χαλκιδικής, όπου ανακαίνισαν την Ιερά Μονή της Αγίας
Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, στην οποία ο Θεωνάς έγινε ηγούμενος. Κατόπιν
πληροφοριών κάποιου Αρτινού Ιερέα, ανακάλυψαν τα λείψανα των Νεομαρτύρων
Ιακώβου, Ιακώβου ιεροδιακονου και Διονυσίου μοναχού, τα οποία μετέφεραν στη
Μονή. Σε λίγο καιρό η Μονή έγινε γνωστή και πλήθος κόσμου έτρεχε να πάρει τις
ευλογίες του Θεωνά, ο οποίος ήταν πλέον γνωστός ως εξέχουσα πνευματική μορφή.
Δίδασκε και εξομολογούσε ασταμάτητα! Κοντά του θήτευσε μια άλλη μεγάλη
προσωπικότητα, ο ξακουστός διδάσκαλος Θεοφάνης, ο οποίος το 1560
χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Παροναξίας.
Ο Θεός όμως προόριζε τον Θεωνά για υψηλότερη διακονία. Κλήρος και λαός τον
εξέλεξε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Από τη νέα του εκκλησιαστική του θέση
άσκησε εξαιρετικό ποιμαντικό, πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο, σε μια εποχή
ανυπέρβλητων εμποδίων, παρ’ όλο ότι ποίμανε το θρόνο της Θεσσαλονίκης για μικρό
χρονικό διάστημα, από τον Απρίλιο του 1541 μέχρι τον Μάιο του 1542, όπου
κοιμήθηκε ειρηνικά. Το λείψανό του μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη Μονή της
Αγίας Αναστασίας. Το 1821 μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και αργότερα στην Μονή
Εσφιγμένου του Αγίου Όρους. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου.
ΑΓΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Η ΜΥΡΟΒΛΥΤΙΣΣΑ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με
μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η
εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη. Οι δύο
αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας
των Θεσσαλονικέων.
Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας
της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε, λίγο μετά τον τοκετό της, γι’
αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό
του και εκείνος ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα
ανατράφηκε με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού και
στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο σωματικό
κάλλος.
Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο,
περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή. Βάρβαροι
Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους κατοίκους,
σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό. Έτσι αναγκάστηκαν να
καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς.
Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν στον
κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά τα οποία πέθαναν σε
βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε θλίψη, αλλά η ευσεβής
Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το
σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την
στο Θεό. Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά.
Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα. Ο σύζυγός
της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση να ενδυθεί το μοναχικό
σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου
ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της, ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη
Μονή. Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής και
είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων (βρισκόμαστε στην εποχή της
εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της,
φοβούμενη πως κάποια στιγμή θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε
το μοναχικό βίο. Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε, τη
δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς την σε διάφορες
δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.
Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία κάθε
διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις αγάπης με την
υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό πνευματικό της αγώνα.
Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε
στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να
αποκρούει τους πειρασμούς του διαβόλου, ο οποίος πάσχισε, με δόλιους λογισμούς
να την αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από τη
Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία στην
απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης,
θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό άνθρωπο του κόσμου. Συχνά
εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις
τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά για τα δεινά που την περίμεναν!
Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά, η
οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση να πάει να
μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη δεχτούν στη Μονή
Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα την έβαλε να συγκατοικεί στο
ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.
Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή και
την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα τους
ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην
ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο, το οποίο επισκίασε την πνευματική τους
σχέση. Αυτό το παρατήρησε η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα
βρήκε τη Θεοδώρα να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα,
τίνος είναι το κορίτσι αυτό;». Την επέπληξε και της υπενθύμισε το λόγο του
Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος και ό φιλών
υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει
τις χώρισε και τους απαγόρευσε να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν
και για δεκαπέντε χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια
Μονή, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί.
Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα, κατόπιν
παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια στην Θεοπίστη να
συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική
σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές
της αδελφότητας.
Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της και είχε
ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη Άννα είχε φθάσει σε
προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια, μη μπορώντας πια να ασκήσει
τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως
ηγουμένη της Μονής την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει
υποτακτικός της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με
υπακοή και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε το
δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη Άννα και να
υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της.
Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών,
απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε και γι’ αυτό
εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τιε αδελφές. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού
κάλεσε όλη την αδελφότητα να την αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή
της φτερούγισε στον ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της
έλαμψε σαν τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία. Το λάδι από το
κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε, χαρίζοντας ιάματα σε
πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό. Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία
«Μυροβλύτισσα». Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους
μυροβλύτες, τον Δημήτριο και τη Θεοδώρα. Το 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν το
ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη λάρνακα και
μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της
Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα
λειτουργεί ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της
Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.
Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τη
λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της. Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να
συναρμολογήσουν τα κομμάτια, προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.
Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου, ημέρα μετακομιδής
του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση