Μετὰ ἀπὸ μία διακοπὴ, ἀπὸ τὸ 2023, ὁπότε δημοσιεύαμε καθημερινῶς ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ ΜΑΣ τῆς ΙΝΔΙΚΤΟΥ, τώρα ἐπανερχόμεθα μὲ τὰ ἄρθρα τοῦ μέλους μας συνταξιούχου Θεολόγου, Συγγραφέως Λάμπρου Σκόντζου διὰ τοὺς τιμωμένους Ἁγίους.
Νὰ εἶναι βοήθειά μας καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἔχει πάντοτε καλά διὰ νά ἐργάζεται συνεχῶς καὶ ἀκαταπαύστως εἰς τὸν ἀμπελῶνα τοῦ Κυρίου, καθότι ὁ θερισμὸς εἶναι τεράστιος οἱ δὲ ἰδανικοὶ ἐργάται τοῦ Εὐαγγελίου ἐλάχιστοι!
ΤΟ ΥΨΙΣΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ
(θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή των Απόκρεω)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στο πιο φοβερό γεγονός της
ανθρώπινης ιστορίας, στη μέλλουσα Κρίση, ως απαραίτητος προβληματισμός των
πιστών αυτή την αγωνιστική περίοδο. Με την ανάμνηση της Μεγάλης Κρίσεως, με
την ανάγνωση της σχετικής ευαγγελικής περικοπής, και με τη σχετική υμνολογία της
ημέρας, μπορούμε να συναισθανθούμε τη μεγάλη ευθύνη μας απέναντι στον
ευαγγελικό νόμο, του οποίου η τήρηση είναι προϋπόθεση για την προσωπική μας
κρίση. Να συνειδητοποιήσουμε πως η επί γης ζωή μας δε θα μείνει άκριτη, αλλά θα
δώσουμε λόγο για ό, τι κάναμε και για ό, τι δεν κάναμε με τη βιωτή μας, αφού θα
αποδώσουμε «περί αυτού λόγον εν ημέρα κρίσεως» (Ματθ.12,36) μας διαβεβαίωσε
ο Κύριος. Τότε «εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε
τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιωάν.5,29).
Ολόκληρο το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους στηρίζεται σε δύο
άξονες, οι οποίοι είναι οι δύο παρουσίες του Κυρίου στον κόσμο. Η πρώτη παρουσία
είναι η ταπεινή και αθόρυβη ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, όπως προέβλεπε το
σχέδιο της θείας οικονομίας. «Ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και
εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης
χάριτος και αληθείας» (Ιωάν.1,14). Ο άναρχος και άπειρος Θεός δέχτηκε να
περιορισθεί στο χρόνο και το χώρο για τη δική μας σωτηρία. Ήρθε στη γη για να
λειτουργήσει το μυστήριο της απολυτρώσεώς μας, ως δάσκαλος, ως αρχιερέας και ως
βασιλέας. Άφησε την αγία Του Εκκλησία για να είναι ο συνεχιστής στους αιώνες της
σωτηρίας των ανθρώπων όλων των γενεών, έως τη συντέλεια του κόσμου. Όλοι οι
άνθρωποι, χωρίς καμιά διάκριση είναι καλεσμένοι στη σωτηρία, χωρίς να
υποχρεώνεται κανένας να σωθεί δίχως τη θέλησή του. Το υπέρτατο θείο δώρο της
ελευθερίας του ανθρώπου είναι συνάμα ευλογία και κατάρα, σωτηρία και
καταστροφή, διότι αφήνεται ο άνθρωπος να επιλέξει αυτός τη χρήση της ελευθερίας
του, για το καλό ή το κακό. Τα αποτελέσματα αυτής της χρήσεως θα φανούν στην
δεύτερη παρουσία του Χριστού, όπου θα λάβει χώρα η Μεγάλη Κρίση.
Η μέλλουσα Κρίση είναι θεμελιώδης πίστη της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία
θα επισυμβεί στο τέλος αυτού του πρόσκαιρου κόσμου και περιγράφεται σαφέστατα
στο ευαγγέλιο του Ματθαίου (25,31-46). Ο Κύριος, λίγο πριν το πάθος Του,
ομιλώντας για τα έσχατα και μετά τις παραστατικές παραβολές των δέκα παρθένων
και των ταλάντων είπε πως, όταν έρθει ο Ίδιος στη Δεύτερη και φοβερή παρουσία
Του «εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού, τότε καθίσει επί
θρόνου δόξης αυτού, και συναχθήσεται έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη, και
αφοριεί αυτούς απ’ αλλήλων ώσπερ ο ποιμήν αφορίζει τα πρόβατα από των
εριφίων, και στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ ευωνύμων.
Τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού΄ δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου,
κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου.
Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην,
και συνηγάγετέ με, γυμνός, και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με,
εν φυλακή ήμην, και ήλθατε προς με. Τότε αποκριθήσονται αυτώ οι δίκαιοι
λέγοντες΄ Κύριε πότε σε είδομεν πεινόντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και
εποτίσαμεν; Πότε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν;
Πότε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σε; Και αποκριθείς ο
βασιλεύς ερεί αυτοίς΄ αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των
αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε. Τότε ερεί και τοις εξ’ ευωνύμων΄
πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω
διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού… εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των
ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι
δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ.25,31-46).
Η μεγάλη και φοβερή μέλλουσα Κρίση θα είναι ένα μεγαλειώδες και συνάμα
φοβερό γεγονός. Παρόμοιο δε θα έχει συμβεί στην ιστορία του κόσμου ως τότε. Η
δεύτερη παρουσία του Κυρίου δε θα είναι αθόρυβη και ταπεινή, όπως η πρώτη, αλλά
γεγονός μεγαλοσύνης και θριάμβου. Τότε «κάμψει παν γόνυ» (Ρωμ.14,11) ενώπιών
Του, και οι ισχυροί της γης θα τρέμουν σαν ξερόχορτα από το φύσημα του ανέμου!
Λόγω της μεγαλειώδους παρουσίας της δόξας Του θα σαλευτούν οι δυνάμεις και
αυτού του άψυχου κόσμου, «απὸ φόβου και προσδοκίας των επερχομένων τη
οικουμένῃ αι γαρ δυνάμεις των ουρανών σαλευθήσονται» (Λουκ.21,16). Δε θα
έρθει πια ως σωτήρας, αλλά ως κριτής απόλυτα δίκαιος. Με την παντοδυναμία και
την παντογνωσία του θα κρίνει σύμπαν το ανθρώπινο γένος, διότι μόνος Αυτός
μπορεί να γνωρίζει τα κρύφια της καρδιάς του καθενός μας, «ετάζων καρδίας και
νεφρούς» (Ψαλμ.7,10). Τότε θα συνειδητοποιήσουν οι αμετανόητοι και
σκληρόκαρδοι ότι είναι «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»
(Εβρ.10,31), αλλά θα είναι αργά, η αναγκαστική μεταστροφή τους αυτή, δεν θα έχει
καμιά ουσιαστική συμβολή στη δίκαιη κρίση τους. Αντίθετα οι δίκαιοι θα αγάλλονται
και θα σμίξουν τους αίνους τους με τους θριαμβευτικούς αγγελικούς παιάνες προς
τον Κύριο της Δόξης!
Η μέλλουσα κρίση είναι αναπόφευκτη και απορρέει από την απόλυτη δικαιοσύνη
του Θεού. Την παρέλευση αυτού του φθαρτού και τραυματισμένου από την αμαρτία
κόσμου θα επισφραγίσει η μεγάλη και αδέκαστη κρίση του Χριστού, ως απαραίτητη
προϋπόθεση για την είσοδο στη νέα πραγματικότητα της βασιλείας του Θεού. Οι
άνθρωποι, ως ελεύθερα όντα, πρέπει να τοποθετηθούν στη βασιλεία του Χριστού
ανάλογα με τη δική τους επιλογή σε αυτή τη ζωή. Ύψιστο κριτήριο της κρίσεως θα
είναι η στάση και συμπεριφορά τους απέναντι στους συνανθρώπους τους. Η θετική ή
η αρνητική στάση τους θα κρίνει τελικά αν θα είναι κληρονόμοι της βασιλείας του
Θεού, ή θα είναι προορισμένοι να ριχτούν στην αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο
κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.24,51). Ο απόστολος Παύλος είναι
σαφής: «άρπαγες βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α΄Κορ.6,10). Επίσης
«τοις δε δειλοίς και απίστοις και εβδελυγμένοις και φονεύσι και πόρνοις και
φαρμακοίς και ειλωλολάτραις και πάσι τοις ψευδέσι το μέρος αυτών εν τη λίμνη
τη καιομένη εν πυρί και θείω, ο έστιν ο θάνατος ο δεύτερος» (Αποκ.21,8).
Ύψιστο κριτήριο στη Μεγάλη Κρίση θα είναι ο συνάνθρωπος, ως εικόνα του
Θεού, διότι το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι πλασμένο «κατ’ εικόνα και καθ’
ομοίωσιν» του Θεού (Γεν.1,27). Το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο είναι αδελφός του
Χριστού (Ματθ.25,40.Εβρ.2,12) και ως εκ τούτου έχουμε υποχρέωση να τιμάμε την
εικόνα του Θεού και να δείχνουμε έμπρακτα την αγάπη μας στους αδελφούς του
Κυρίου μας. Ο Θεός είναι αόρατος και απόλυτα αυτάρκης, μη έχοντας ανάγκη την
παραμικρή μας υπηρεσία. Ορατές είναι οι εικόνες Του, οι άνθρωποι, και κατά
συνέπεια η αγάπη που οφείλουμε σε Εκείνον, πρέπει να την αποδίδουμε σ’ αυτούς,
διότι όπως τονίζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης, «Αγαπητοί, ει ούτως ὁ Θεός ηγάπησεν
ημάς, και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν. Θεὸν ουδεὶς πώποτε τεθέαται· εάν
αγαπώμεν αλλήλους, ο Θεός εν ημίν μένει και η αγάπη αυτού τετελειωμένη εστὶν
εν ημίν» (Α΄Ιωάν.4,11-12). Και συνεχίζει ο απόστολος της αγάπης: «Ημείς
αγαπώμεν αυτόν, ότι αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς. εάν τις είπῃ ότι αγαπώ τον
Θεόν, και τον αδελφὸν αυτού μισή, ψεύστης εστίν· ο γαρ μη αγαπών τον αδελφὸν
ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν; και ταύτην την
εντολὴν έχομεν απ᾿ αυτού, ίνα ο αγαπών τον Θεὸν αγαπά και τον αδελφὸν αυτού»
(Α΄Ιωάν.4,19-21). Ο άνθρωπος χωρίς έργα αγάπης προς τους συνανθρώπους του
μοιάζει με άκαρπο δένδρο, το οποίο «εκκόπτεται και εις το πυρ βάλλεται»
(Ματθ.7,19).
Η αγία μας Εκκλησία δεν αναγνωρίζει καμιά «ατομική σωτηρία», όπως δοξάζει
ο κακόδοξος δυτικός χριστιανισμός, αλλά η σωτηρία μας έχει εκκλησιαστικό, δηλαδή
συλλογικό χαρακτήρα. Ο κάθε πιστός σώζεται ως «σωτήρας» των άλλων πιστών,
δηλαδή, η σωτηρία μας συντελείται μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα και ποτέ έξω από
αυτό. Η σωτηρία μας περνά μέσα από τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα και ποτέ μέσα
από τον αυτονομημένο εαυτό μας! Όσοι θεωρούμε ότι μπορούμε να σώσουμε τον
εαυτό μας ερήμην των συνανθρώπων μας είμαστε σε οικτρή πλάνη!
Η ενθύμηση της φοβερής μελλούσης Κρίσεως στην αρχή του Τριωδίου είναι
απαραίτητη, διότι απώτερος σκοπός του όλου πνευματικού αγώνα μας είναι να
βρεθούμε εκ δεξιών του Δεσπότη μας Χριστού, κατά τη μεγάλη Kρίση. Καλούμαστε
λοιπόν αυτή την ευλογημένη περίοδο να εγκαινιάσουμε μια νέα πορεία, η οποία θα
οδηγεί τα πνευματικά μας βήματα προς τον ουρανό. Κυρίαρχη σκέψη μας θα πρέπει
να είναι το πως θα σταθούμε, κατά την ώρα της φοβερής Κρίσεως, ενώπιον της δόξης
του Μεγάλου Κριτού. Τέλος καλούμαστε να έχουμε διαρκώς στην ενθύμησή μας τη
μεγάλη αλήθεια, πως το κλειδί του παραδείσου είναι η έμπρακτη αγάπη μας προς
τους ενδεείς αδελφούς μας!
«ΠΙΣΤΙΣ ΔΙ’ ΑΓΑΠΗΣ ΕΝΕΡΓΟΥΜΕΝΗ» (Γαλ.5,6)
(Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή της Απόκρεω- ερμηνευτική προσέγγιση των
κριτηρίων της Μεγάλης Κρίσεως)
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Η Αγία μας Εκκλησία όρισε η τρίτη Κυριακή του Τριωδίου να είναι αφιερωμένη
στην ένδοξη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και στην Μεγάλη
Κρίση. Σκοπός της να κατανοήσουμε ότι, μετά την διδαχή μας για το πάθος της
υπερηφάνειας (Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου) και την ανάγκη της μετάνοιας
(Κυριακή του Ασώτου), θα υπάρξει κρίση για τις όποιες επιλογές μας. Να
συνειδητοποιήσουμε πως η επί γης ζωή μας δε θα μείνει άκριτη, αλλά θα δώσουμε
λόγο για ό, τι κάναμε και για ό, τι δεν κάναμε, «εν ημέρα κρίσεως» (Ματθ.12,36).
Στους ναούς διαβάζεται η σχετική περικοπή (Ματθ.25,31-46), μέσω της οποίας ο
Κύριος μας περιγράφει, κατά τρόπο σαφή και δραματικό, την δεύτερη και
μεγαλειώδη έλευσή Του στη γη και την επακολουθήσασα αδέκαστη και δικαία κρίση
Του. Η Δευτέρα Παρουσία Του, θα είναι παρουσία άφατης δόξας, σε αντίθεση με την
πρώτη παρουσία Του, που ήταν «κένωση» της θεότητάς Του. Στην πρώτη παρουσία
Του ήρθε ως σωτήρας και λυτρωτής μας (Ιωάν.12,47), ως ταπεινός, πράος,
συμπονετικός δάσκαλος, διδάσκοντάς μας τη σωτηρία δίνοντάς μας την δυνατότητα
ελεύθερης αποδοχής της. Στην δεύτερη παρουσία Του θα έρθει ως ένδοξος και
κραταιός κριτής, για να κρίνει την αποδοχή, ή όχι της σωτηρίας μας.
Ο Θεός είναι Θεός αγάπης και οικτιρμών (Α΄ Ιωάν.4,7). Αγαπά όλα τα πλάσματά
Του και πιο πολύ από όλα τον άνθρωπο, τον οποίο έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωση
δική Του (Γεν.1,26), με σκοπό να του χαρίσει μέρους της θείας μακαριότητάς Του και
για τούτο, μετά την αποστασία του, έστειλε τον Υιό Του στη γη, να ταπεινωθεί, να
γίνει άνθρωπος, να πάθει και να πεθάνει για χάρη του (Φιλπ.2,1), να το απολυτρώσει
από τη δουλεία του διαβόλου, τη φθορά και το θάνατο.
Ο Θεός όμως δεν είναι μόνο αγάπη, αλλά και δικαιοσύνη. Είναι φιλάνθρωπος και
περιμένει την μετάνοια των αμαρτωλών, χωρίς να αναγκάζει κανέναν να σωθεί, αλλά
η κλήση και η αναμονή για μετάνοια θα έχει κάποτε τέλος. Όσοι ακούν το κάλεσμά
Του και δέχονται να είναι δικοί Του, θα εισέλθουν στην ατέρμονη Βασιλεία Του, να
απολαύσουν την αιώνια ζωή, κατά την Μεγάλη Κρίση. Όσοι δεν αποδέχονται την
πρόσκληση της σωτηρίας, και παρέμειναν αμετανόητοι και ξένοι Του, θα πορευτούν,
μακριά από Αυτόν, σε μια φρικτή επιβίωση αιωνίων βασάνων. Η Μεγάλη Κρίση, θα
είναι ένα μεγαλειώδες και συνάμα φοβερό γεγονός και θα σηματοδοτήσει μια νέα
πραγματικότητα. Τότε θα «κάμψει παν γόνυ» (Ρωμ.14,11) ενώπιών Του, και οι
ισχυροί της γης θα τρέμουν σαν τα ξερόχορτα από το φύσημα του ανέμου,
κατανοώντας την μηδαμινότητά τους!
Σύμφωνα με την σχετική ευαγγελική περικοπή, ο Κύριος έθεσε ως κριτήριο την
θετική ή αρνητική στάση μας απέναντι στους συνανθρώπους μας στην επίγεια ζωή
μας. Όσοι συμπεριφέρθηκαν με αγάπη προς τους συνανθρώπους τους, έθρεψαν τους
πεινασμένους, πότισαν τους διψασμένους, έντυσαν τους γυμνούς, φιλοξένησαν τους
ξένους, περιέθαλψαν τους ασθενείς, συμπαραστάθηκαν στους φυλακισμένους και
διωκόμενους, θα κριθούν ως οι ευλογημένοι του Ουράνιου Θεού Πατέρα και θα
γίνουν κληρονόμοι της βασιλείας Του. Αντίθετα, όσοι έζησαν σκληρόκαρδοι και
αρνήθηκαν να προσφέρουν αυτές τις υπηρεσίες, θα έχουν προορισμό την αιώνια
καταδίκη. Για να δικαιολογήσει την κρίση Του, θα πει: «εφ’ όσον εποιήσατε ενί
τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ.25,40).
Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του, έγινε άνθρωπος, αδελφός των ανθρώπων,
«κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι» (Εβρ.2,17). Παράλληλα, αδελφοποιεί και
τους ανθρώπους μεταξύ τους, χάρις στην ένωσή τους στο Σώμα Του, την Εκκλησία.
Αυτό μας υποχρεώνει να αγαπάμε και να διακονούμε τους αδελφούς μας, χωρίς
καμιά διάκριση, σαν να διακονούμε τον Ίδιο. Η άσκηση της διακονίας μας θα κρίνει
τη σωτηρία μας και η άρνησή της την καταδίκη μας, ως το βασικό κριτήριο στην
Μεγάλη Κρίση.
Υπάρχει όμως μια σοβαρή προβληματική επ’ αυτού. Τίθεται το ερώτημα: Η
κρίση μας θα έχει αποκλειστικά κοινωνικά κριτήρια; Θα σωθούν όλοι, όσοι επέδειξαν
κοινωνική ευαισθησία; Θα σωθούν και οι αλλόθρησκοι και οι άθεοι «ανθρωπιστές»,
όλοι όσοι έχουν στο ενεργητικό τους κοινωνική προσφορά; Κάποιοι, επηρεασμένοι
από το σύγχρονο συγκρητιστικό «πνεύμα» και τα διδάγματα και τις επιδιώξεις του
θρησκευτικού συγκρητισμού, στηρίζουν σε αυτή την περικοπή τις οικουμενιστικές
τους απόψεις, περί της δήθεν «καθολικής σωτηρίας των ανθρώπων», με βάση την
κοινωνική τους δράση. Ότι δήθεν «ο κάθε άνθρωπος, καλής θελήσεως και
κοινωνικής προσφοράς, θα κριθεί ως δίκαιος, ανεξάρτητα από τις προσωπικές
του θρησκευτικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές κ.α. πίστεις και αρχές».
Νομίζουμε πως δεν είναι επιτρεπτή τοιαύτη απλούστευση, διότι η κάθε
αγιογραφική αναφορά πρέπει να προσεγγίζεται ερμηνευτικά σε συνάφεια με το όλο
αγιογραφικό πνεύμα. Έτσι και η περικοπή της Μεγάλης Κρίσεως πρέπει να
προσεγγιστεί ερμηνευτικά και συνδυαστικά με το όλο πνεύμα και γράμμα της Θείας
Αποκαλύψεως. Και τούτο διότι ο «κοινωνικός» χαρακτήρας της σωτηρίας είναι μια
από τις πολλές πτυχές της και έχει περιορισμένες αναφορές στις Άγιες Γραφές.
Αντίθετα, παρατίθενται και άλλα κριτήρια και παράγοντες, που θα κρίνουν την
σωτηρία μας, τα οποία παραθέτουμε συνοπτικά.
Το πρώτιστο και βασικό κριτήριο της σωτηρίας είναι η οντολογική ένωσή μας με
τον Ενανθρωπήσαντα Κύριό μας Ιησού Χριστό, ο Οποίος ήρθε στον κόσμο να γίνει
άνθρωπος για να κάμει τον άνθρωπο κατά χάριν θεό, χάρις στην ενανθρώπησή Του.
Ο Σατανάς μας απέσπασε από την κοινωνία του Θεού και ο Χριστός ήρθε να μας
ενώσει και πάλι με Αυτόν. Ήρθε να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ ανθρώπου και Θεού
(Εφ.2,14). Να μας αποσπάσει από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της
αμαρτίας και να μας λυτρώσει από τη φθορά και το θάνατο.
Η οντολογική – οργανική ένωσή μας συντελείται δια των Ιερών Μυστηρίων, μέσα
στην Εκκλησία Του και κύρια με τα Ιερά Μυστήρια της Βαπτίσεως και της Θείας
Ευχαριστίας, δια των οποίων γινόμαστε σύσσωμοι και σύναιμοι του Χριστού,
οργανικά και αναπόσπαστα μέλη του Σώματός Του. Ο Χριστός έθεσε ως απαραίτητη
προϋπόθεση της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής, την κοινωνία του Αγίου Σώματός
Του και του Τιμίου Αίματός Του: «ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν … ὁ τρώγων μου τὴν
σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ
ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». Αντίθετα «ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ
πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς» (Ιωάν.6,51-54). Κατόπιν αυτών
των ρητών διαβεβαιώσεων του Κυρίου, μπορεί κάποιος να κριθεί στην Μεγάλη
Κρίση ως δίκαιος και να εισέλθει στην Βασιλεία του Θεού, χωρίς την ενότητα με το
Χριστό, χωρίς τη Θεία Κοινωνία; Τι χρειάζεται η οργανική μυστηριακή ένωση με το
Χριστό, αν «σώζει» από μόνη της η κοινωνική προσφορά;
Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο να κάμει «κοινωνική πολιτική», άλλωστε
σοφούς, νομοθέτες, κοινωνικούς αναμορφωτές, είχε ο κόσμος και αυτό που του
έλειπε ήταν ο αληθινός, ο αποτελεσματικός και καθολικός σωτήρας. Αυτός κατέστη ο
μοναδικός και αποτελεσματικός σωτήρας της ανθρωπότητας. Μόνον Αυτός
διακήρυξε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή. Ο πιστεύων εἰς ἐμὲ, κἂν ἀποθάνῃ,
ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα»
(Ιωάν.11,25-26). «Εγώ ειμί ή θύρα’ δι’ εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται»
(Ιωάν.10,9). Χρησιμοποιώντας τη λέξη «εγώ», δεν αφήνει κανένα περιθώριο
σωτηρίας εκτός Αυτού. Ο απόστολος Πέτρος τόνισε «ουκ έστιν εν άλλω ουδενί» η
σωτηρία μας (Πραξ.4,12) και ο απόστολος Παύλος αποφάνθηκε ότι Αυτός είναι ο
μοναδικός «σωτήρ του σώματος» (Εφ. 5.23) και κανένας άλλος. Αν η πίστη στην
μοναδικότητα της εν Χριστώ σωτηρίας είναι απαραίτητη, πως θα σωθούν, χωρίς
αυτή, οι άπιστοι «φιλάνθρωποι», με μόνο κριτήριο την κοινωνική τους προσφορά;
Άλλο κριτήριο θα είναι η αποδοχή της αποκαλυφθείσας εν Χριστώ αλήθειας, η
οποία είναι απαραίτητη για τη σωτηρία. Ο Χριστός είπε: «τα ρήματα ά εγώ λαλώ
υμίν, πνεύμα εστί και ζωή εστίν» (Ιωάν.6,63), που σημαίνει ότι η διδασκαλία Του
έχει σωτηριολογικό χαρακτήρα. Επίσης διακήρυξε: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια
καὶ ἡ ζωή· οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ιωάν.14,6), μη
αφήνοντας κανένα περιθώριο σωτηρίας εκτός Αυτού και της ένσαρκης στο πρόσωπό
Του σώζουσας αλήθειας. Μάλιστα, όποιος καταφρονήσει τη διδασκαλία Του και
διδάξει διαφορετική, «ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν», ενώ,
όποιος πιστεύει και διδάσκει ό, τι δίδαξε Εκείνος, «οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ
βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν» (Ματθ.5,19). Ο απόστολος Παύλος αναθεματίζει όποιους
διδάσκουν «έτερον ευαγγέλιον» (Γαλ.1,8), παραγγέλλοντας στους πιστούς να
φυλάγονται από τους ψευδοδιδασκάλους, διότι αυτοί οδηγούν στην απώλεια της
σωτηρίας. Για τον απόστολο Ιούδα οι πλάνοι είναι «νεφέλαις ἄνυδροι ὑπὸ ἀνέμων
παραφερόμεναι, δένδρα φθινοπωρινά, ἄκαρπα, δίς ἀποθανόντα, ἐκριζωθέντα,
κύματα ἄγρια θαλάσσης ἐπαφρίζοντα τὰς ἑαυτῶν αἰσχύνας, ἀστέρες πλανῆται,
οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς τὸν αἰῶνα τετήρηται» (Ιουδ.12-13). Είναι δυνατόν
αρνητές και διαστροφείς της διδασκαλίας του Χριστού (αιρετικοί, αλλόθρησκοι,
βλάσφημοι, άθεοι, κλπ), έστω «φιλάνθρωποι», να συγκατατεθούν με τους δικαίους;
Η αγία ζωή είναι ένα άλλο κριτήριο. Ο Θεός μας έπλασε «κατ’ εικόνα και
ομοίωσή» Του, δηλαδή, να είμαστε άγιες και άμωμες εικόνες Του, παροτρύνοντάς
μας: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιός ειμι» (Α΄Πέτρ.1,16). Μας καλεί να αποποιηθούμε
τον «παλαιό άνθρωπο», τον δούλο της αμαρτίας (Ρωμ.6,6), να γίνουμε μιμητές του
Χριστού (Α΄Κορ.11,1). Να αποβάλλουμε «τά ἔργα τοῦ σκότους» και να ενδυθούμε
«τά ὅπλα τοῦ φωτός», ζώντας «μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὲ κοίταις καὶ ἀσελγείαις,
μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ» (Ρωμ.13,13). Να οπλιστούμε με την «πανοπλίαν του Θεού»
(Εφ.6,11,13), εντασσόμενοι στο «Σῶμα Χριστοῦ» (Α΄ Κορ.12,27), ενδεδυμένοι
Αυτόν (Γαλ.3,27) και καθιστάμενοι «εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ
πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» (Εφ.4,11-13). Αντίθετα, οι εμμένοντες πεισματικά στην
αμαρτία, μεταξύ αυτών και «φιλάνθρωποι», δεν έχουν ελπίδα σωτηρίας, διότι η
ανάστασή τους δεν θα είναι «ανάσταση ζωής», αλλά «ανάσταση κρίσεως»
(Ιωάν.5,29). Άλλωστε, «οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ
οὔτε ἀρσενοκοῖται οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ
ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι» (Α΄Κορ.6,9-10). Πως είναι δυνατόν
να δεχτούμε ότι μόνον οι κοινωνικά ανάλγητοι θα κολασθούν; Πως είναι δυνατόν να
κριθούν ως δίκαιοι μόνο με την κοινωνική τους δραστηριότητα, παρά το γεγονός ότι
ήταν άπιστοι και αμετανόητοι αμαρτωλοί, μη αναγεννημένοι;
Με βάση τα ανωτέρω καθίσταται φανερό ότι σωτηρία μας συνίσταται στην
καθολική μεταμόρφωσή μας και όχι σε κάποια επί μέρους, ηθική, ή άλλη, αλλαγή
μας. Αν ήταν μόνο η κοινωνική μας προσφορά μοναδικό κριτήριο της σωτηρίας μας,
δεν θα χρειάζονταν να σαρκωθεί ο Υιός του Θεού, διότι θα αρκούσε ο Νόμος, ο
οποίος κανονίζει σε μεγάλο βαθμό τις κοινωνικές υποχρεώσεις, διότι, «ἐκ τοῦ
πληρώματος αὐτοῦ (του Χριστού) ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ
χάριτος· ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ ᾿Ιησοῦ
Χριστοῦ ἐγένετο» (Ιωάν.1,16-17). Ο απόστολος Παύλος τονίζει στις επιστολές του
ότι ο Νόμος υπήρξε απλά παιδαγωγός «εις Χριστόν» και τώρα που λάβαμε διά του
Χριστού την χάρη και την σώζουσα πίστη, «οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν»
(Γαλ.3,24). Η σωτηρία δεν επιτυγχάνεται με την τήρηση των νομικών διατάξεων,
αλλά είναι άνωθεν χορηγούμενη δωρεά, την οποία ο κάθε άνθρωπος καλείται να
αποδεχτεί, να πιστέψει στο Χριστό, να ενωθεί μυστηριακά μαζί Του και να αγωνιστεί
να απαλλαγεί από τα πάθη του και να αποκτήσει αρετές, ως καρπούς του Αγίου
Πνεύματος στη ζωή του. Μόνον τότε και έτσι, μπορεί να δει τον συνάνθρωπό του ως
έναν εκ των «ελαχίστων αδελφών του Χριστού» (Ματθ.25,40) και δικό του αδελφό,
σύσσωμο και σύναιμο μέλος του κοινού τους σώματος, του Σώματος του Χριστού, το
οποίο συναποτελούμε όλοι μας στην αγία Του Εκκλησία.
Ως εκ τούτου ποια μπορεί να είναι η ορθή ερμηνεία της ευαγγελικής περικοπής;
Ποιοι φιλάνθρωποι θα κριθούν ως δίκαιοι στη Μεγάλη Κρίση, όλοι ανεξαιρέτως,
πιστοί και άπιστοι; Την απάντηση μας τη δίνει ο απόστολος Παύλος: όσοι έχουν
πίστη «δι’ αγάπης ενεργουμένη» (Γαλ.5,6). Η πραγματική αγάπη είναι καρπός του
Αγίου Πνεύματος (Γαλ.5,22), προϊόν βαθειάς πίστης εκδηλωμένη με έργα αγάπης.
Αυτού του είδους η αγάπη είναι «ανυπόκριτη», θυσιαστική και «οὐ ζητεῖ τὰ
ἑαυτῆς» (Α΄Κορ.13,4). Αυτή η αγάπη είναι γνήσια, ως ξεχείλισμα πίστεως, διότι «ἡ
πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ' ἑαυτήν» (Ιάκ.2,17).
Προφανώς αυτού του είδους η αγάπη θα είναι το ύψιστο κριτήριο στη Μεγάλη
Κρίση και όχι η αγάπη, όπως την αντιλαμβάνεται ο κόσμος, έχει συχνά λειψό,
απατηλό χαρακτήρα, κρύβοντας υποκρισία και σκοπιμότητες. Η πείρα μας βεβαιώνει
ότι, «κοινωνικά ευαίσθητοι» και με σημαντική κοινωνική προσφορά, είναι και
άνθρωποι αιρετικοί, αλλόθρησκοι, άθεοι, εχθροί του Χριστού, ακόμα και συνειδητά
εμμένοντας στην αμαρτία, ασκώντας «φιλανθρωπία» με ξέπλυμα «μαύρου»
χρήματος, προϊόν κλοπών, ληστειών, αδικίας, πορνείας κλπ. Επίσης ιδεολογικά και
κοινωνικοπολιτικά συστήματα, με αθεϊστική και εχθρική προς την Εκκλησία
κοσμοθεωρία, ασκούν ή δείχνουν να ασκούν, «κοινωνική πολιτική», (π.χ.
μαρξισμός). Ομάδες αιρετικών ασκούν για τα μέλη τους σημαντική κοινωνική
αλληλεγγύη και προσφορά, για λόγους προσηλυτισμού και συγκράτησή τους σε
αυτές. Αλληλεγγύη ασκείται και ανάμεσα σε μέλη κακοποιών. Μπορεί να λογισθούν
οι τέτοιου είδους κοινωνικές υπηρεσίες κριτήριο για την Μεγάλη Κρίση;
Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι ως δίκαιοι θα κριθούν στη Μεγάλη Κρίση, όσων η
αγάπη και η κοινωνική προσφορά τους θα είναι προϊόν πίστης, μεταποιημένων εν
Χριστώ ανθρώπων. Το τι θα γίνει με τους «καλούς» και «φιλάνθρωπους» των εκτός
Εκκλησίας, τόσο η θεία αποκάλυψη, όσο και η πατερική παράδοση σιωπά. Αυτό
πρέπει να κάμουμε και εμείς, αφήνοντας την «περιέργειά» μας αυτή στην μέριμνα
του Θεού, «ὃς πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας
ἐλθεῖν» (Α΄Τιμ.2,4).
Η ενθύμηση του μεγάλου και φοβερού γεγονότος της Μεγάλης Κρίσεως, θα
πρέπει να είναι αδιάκοπη για όλους όσους αισθανόμαστε συνειδητοί πιστοί, διότι μας
βοηθά να κρατάμε την πνευματική μας πορεία σταθερή στην εν Χριστώ σωτηρία και
μας αποτρέπει να ξεστρατίζουμε σε ατραπούς απωλείας. Ιδιαίτερα, αυτή την ιερή
περίοδο, θα πρέπει να καλλιεργήσουμε αυτή την ενθύμηση, εντείνοντας τον αγώνα
μας, για προσωπική κάθαρση, απόκτηση αρετών και μεταποιώντας την πίστη μας σε
έργα αγάπης. Μόνον έτσι θα αξιωθούμε να γίνουμε «συγκληρονόμοι Χριστού»
(Ρωμ.8,17), μοιραζόμενοι τον πλούτο «τῆς δόξης τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν τοῖς
ἁγίοις» (Εφ.1,18), στην ατέρμονη ετοιμασμένη, για μας, βασιλεία «από καταβολής
κόσμου» (Ματθ.25,34)!
ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΟΝΗΣΙΜΟΣ Ο ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ
ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΩΝ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Στην χορεία των Εβδομήκοντα Αποστόλων συγκαταλέγεται και ο συμπαθής άγιος
της Καινής Διαθήκης, ο δούλος Ονήσιμος.
Καταγόταν από την περιοχή της Φρυγίας της Μ. Ασίας και ήταν δούλος του
πλούσιου Ρωμαίου άρχοντα Φιλήμονα, στην μικρασιάτικη πόλη Κολοσσαίς. Να
σημειώσουμε πως η δουλεία στον αρχαίο κόσμο ήταν διαδεδομένη και εδραιωμένη
ως κοινωνικός θεσμός. Οι δούλοι ήταν πολυάριθμοι, υπερβαίνοντας κατά πολύ τον
αριθμό των ελευθέρων, καθότι μπορούσε ο κάθε ελεύθερος, ευκατάστατος πολίτες να
διαθέτει πολλούς δούλους, οι οποίοι δούλευαν γι’ αυτόν αμισθί και ζούσαν ζωή
μαρτυρική. Προέρχονταν κυρίως από αιχμαλώτους πολέμων, τους οποίους πωλούσε
το κράτος σε δημόσια δημοπρασία. Δούλοι γινόταν επίσης και όσοι δεν μπορούσαν
να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Κι ακόμα δούλοι γινόταν τα τέκνα των δούλων. Δεν
είχαν κανένα δικαίωμα, δεν αμείβονταν για την εργασία τους και η μόνη απολαβή
τους ήταν το πενιχρό φαγητό και η άθλια στέγη που τους παρείχαν οι κύριοί τους.
Δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τον κύριό τους, διότι αποτελούσαν περιουσία του
και κάθε απόπειρα δραπέτευσης επέσειε βαριές ποινές, ακόμα και το θάνατο από τους
νόμους των πόλεων και των κρατών. Μάλιστα στην αρχαία Ελλάδα η δουλεία είχε
και θρησκευτικό χαρακτήρα, αφού οι αγοραπωλησίες των δούλων γινόταν στα
«ιερά» της αρχαίας θρησκείας και κύρια στο «ιερό» νησί της Δήλου, στο ναό του
Απόλλωνα! Φιλόσοφοι, όπως ο Αριστοτέλης θεωρούσαν «φυσική» την δουλεία και
«χρήσιμη», αφού έδινε τη δυνατότητα στους ελευθέρους να μην εργάζονται και να
φιλοσοφούν!
Κάπως έτσι αισθανόταν και ο Ονήσιμος στην πλούσια έπαυλη του Φιλήμονα, ο
οποίος ήταν χριστιανός και συμπεριφέρονταν με στοργικότητα στους οικείους και
τους δούλους του. Ο Ονήσιμος ήταν ειδωλολάτρης και δύστροπος χαρακτήρας και
έρεπε προς την άσωτη ζωή και γι’ αυτό ήθελε να δραπετεύσει και να πάει στη Ρώμη
για να κάνει τη ζωή που ήθελε.
Κάποτε βρήκε την ευκαιρία να δραπετεύσει και μάλιστα να υπεξαιρέσει χρήματα
του κυρίου του και να καταφύγει στη Ρώμη. Φτάνοντας στην μεγαλούπολη γύριζε
απεγνωσμένα στους δρόμους, μη βρίσκοντας εργασία και γι’ αυτό τον κατέλαβε
μεγάλη στενοχώρια. Ήρθε σε επαφή με άλλους δούλους, οι οποίοι είχαν γνωρίσει τον
Χριστιανισμό και έγιναν χριστιανοί. Άλλωστε οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι
ένιωσαν για πρώτη φορά ως άνθρωποι στην αγκαλιά της Εκκλησίας, στην νέα
κοινωνία της αγάπης, της ειρήνης και της ισότητας όλων των ανθρώπων χωρίς καμιά
διάκριση. Τον έφεραν λοιπόν σε επαφή με την Χριστιανική Κοινότητα, όπου ο
οξυδερκής και τολμηρός Ονήσιμος κατάλαβε ότι βρήκε το απάγκιο και την ασφάλεια
που ζητούσε. H βοήθεια που του προσφέρουν οι Χριστιανοί ήταν σημαντική. Αρχίζει
να μετανοεί για τον πρότερο βίο του και για την μεγάλη κλοπή που έκανε στον κύριό
του και γι’ αυτό ζήτησε να κατηχηθεί, να βαπτιστεί και να ενταχτεί στην χριστιανική
κοινότητα της Ρώμης.
Πληροφορήθηκε επίσης πως στη Ρώμη βρισκόταν φυλακισμένος υπόδικος ο
Απόστολος Παύλος, τον οποίο έχει γνωρίσει στο σπίτι του Φιλήμονα και είχε
εντυπωσιαστεί από την παρουσία του παρόλο που τότε ήταν ειδωλολάτρης. Το
επισκέφτηκε στο δεσμωτήριο του και ο μεγάλος Απόστολος του φέρθηκε στοργικά
και πατρικά και οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με εγκάρδια και πραγματική φιλία
(Φιλήμ.10). Τον χαρακτηρίζει μάλιστα ο Παύλος «πιστό και αγαπητό αδερφό»
(Κολοσ.4,9).
Αλλά όταν γνωστοποίησε στο Παύλο το παρελθόν του, την κλοπή των χρημάτων
του κυρίου του Φιλήμονα και την δραπέτευσή του, αυτός του ζήτησε να
επανορθώσει. Του ζήτησε να επιστρέψει στον κύριό του, τον απέστειλε πίσω στον
Φιλήμονα με επιστολή του, στην οποία ανέφερε για τον Ονήσιμο τα ακόλουθα:
«Τέτοιος που είμαι, εγώ ο Παύλος ο ηλικιωμένος, και τώρα φυλακισμένος του
Ιησού Χριστού, σε παρακαλώ για το παιδί μου, τον Ονήσιμο, ο οποίος άλλοτε
σου ήταν άχρηστος, τώρα όμως είναι χρήσιμος και σε εσένα και σε εμένα. Σου
τον αποστέλλω πάλι και συ δέξου αυτόν που είναι η καρδιά μου. Θα ήθελα να τον
κρατήσω κοντά μου, για να με υπηρετεί, αντί σου, στην φυλακή που είμαι χάριν
του Ευαγγελίου, αλλά δεν ήθελα να κάνω τίποτε χωρίς την δική σου
συγκατάθεση, για να μην γίνει η αγαθή σου πράξη αναγκαστικά αλλά με την
θέλησή σου. Ίσως γι’ αυτό αποχωρίσθηκε προσωρινά από εσένα, για να τον έχεις
παντοτινά, όχι πλέον σαν δούλο, αλλά περισσότερο από δούλο, σαν αδελφό
αγαπητό, ιδιαίτερα για μένα, πόσο μάλλον για σένα και σαν άνθρωπο και σαν
Χριστιανό. Εάν λοιπόν, με θεωρείς φίλο, δέξου τον σαν να ήμουν εγώ». Την
επιστολή αυτή τη μετέφερε από τη Ρώμη ο Ονήσιμος και ο Τυχικός, μαζί με την
επιστολή προς Κολοσσαείς (Κολ.4,7-8).
Ο Φιλήμονας τον δέχτηκε με αγάπη, τον συγχώρεσε και τον απελευθέρωσε,
κάνοντάς τον αδελφό του αγαπητό εν Χριστώ. Μετά από καιρό ο Ονήσιμος
ξαναγύρισε στη Ρώμη, για να συναντήσει ξανά τον Απόστολο Παύλο και να τεθεί
στην διακονία τη δική του και της Εκκλησίας. Έμεινε μαζί του υπηρετώντας τον και
βοηθώντας στο ιεραποστολικό του έργο.
Μετά το μαρτύριο του Αποστόλου Παύλου συνελήφθη από τον έπαρχο της Ρώμης
Τερτύλο, βασανίστηκε και εξορίσθηκε στους Ποτιόλους της Μ. Ασίας. Αλλά οι
διώξεις και η εξορία δεν πτόησαν τον ηρωικό Ονήσιμο, ο οποίος συνέχισε με ζήλο να
κηρύττει τον Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Μάλιστα δε χειροτονήθηκε επίσκοπος της
πόλεως. Όταν ο έπαρχος Τέρτυλος επισκέφθηκε τον τόπο εξορίας του και
πληροφορήθηκε τη χριστιανική του δράση, διέταξε να συλληφθεί και να βασανιστεί
εκ νέου με σκληρότερα βασανιστήρια. Τον κτύπησαν αλύπητα και με ραβδισμούς του
έσπασαν τα σκέλη. Στο τέλος, μετά από φρικτά και απάνθρωπα βασανιστήρια
παρέδωσε ηρωικά την ψυχή του στον Κύριο, λαμβάνοντας τον στέφανο του
μαρτυρίου. Το τίμιο λείψανό του έλαβε μια πλούσια και ευλαβής Ρωμαία Χριστιανή,
η οποία το ενταφίασε με τιμές.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 15 Φεβρουαρίου και ορίστηκε ως ο προστάτης των
φυλακισμένων. Προς τιμήν του είχε ανεγερθεί, κατά τον 10ο αιώνα, περικαλλής ναός
στην Κωνσταντινούπολη.
Η αγία μορφή και ο βίος του αγίου Ονησίμου φανερώνει το μεγαλείο της
χριστιανικής πίστεως, η οποία αγκαλιάζει τον κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το
φύλο του, την εθνικότητά του, την καταγωγή του, την κοινωνική και οικονομική του
κατάσταση, μεταποιώντας τον ισάξιο, με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα, μέλος του
Σώματος του Χριστού. Στο πρόσωπό του αγίου Ονησίμου, όπως και μυριάδων άλλων
καταφρονεμένων από την ανθρώπινη κοινωνία προσώπων, εφαρμόστηκε ο περίφημος
λόγος του αποστόλου Παύλου, ότι στην Εκκλησία του Χριστού «ουκ ένι Ιουδαίος
ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ· πάντες γαρ
υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού». (Γαλ.3:28)!
ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΤΗΡΩΝ: Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι στρατιωτικοί άγιοι είναι μια από τις μεγάλες ομάδες των αγίων της Εκκλησίας
μας. Ιδιαίτερη τιμή απολαμβάνουν οι Μάρτυρες στρατιωτικοί άγιοι. Ένας από αυτούς
είναι και ο άγιος Μεγαλομάρτυρας Θεόδωρος ο Τήρων.
Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο της γέννησής του. Εικάζουμε ότι γεννήθηκε
περί το 280. Πατρίδα του ήταν η ποντική πόλη Αμάσεια. Δε γνωρίζουμε επίσης ούτε
τα ονόματα των γονέων του, ούτε λεπτομέρειες της παιδικής του ζωής. Αναφέρεται
πως μεγάλωσε στον οικισμό Ευχάιτα, κτισμένος στο μαγευτικό φαράγγι του ποταμού
Ίριδα. Συμπεραίνουμε ότι καταγόταν από χριστιανική οικογένεια, από την οποία
γαλουχήθηκε στην χριστιανική πίστη. Παρενθετικά αναφέρουμε πως ο Πόντος ήταν
από τις περιοχές του ρωμαϊκού κράτους όπου είχε κηρυχθεί και εδραιωθεί ο
Χριστιανισμός.
Ήταν εντυπωσιακός στο παράστημα και ανδρείος στην ψυχή. Από μικρός του
άρεσαν τα πολεμικά παιχνίδια και έδειξε αργότερα την προτίμησή του να
ακολουθήσει την καριέρα του στρατιωτικού. Κατατάχτηκε λοιπόν στο ρωμαϊκό
στρατό και γι’ αυτό πήρε την ονομασία Τήρων, από το λατινικό tiro, που σημαίνει
νεοσύλλεκτος. Επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο και ανδρεία, ώστε ανέβηκε γρήγορα στη
στρατιωτική ιεραρχία. Η φήμη του μεγάλωσε όταν σκότωσε ένα μεγάλο φίδι – τέρας,
το οποίο τρομοκρατούσε τους κατοίκους κάποιας περιοχής. Προσευχόμενος ο
Θεόδωρος έριξε το ακόντιό του και θανάτωσε το επικίνδυνο θηρίο.
Το 286 ο φανατικός ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Διοκλητιανός (286-305) είχε
ανανεώσει τους διωγμούς των προκατόχων αυτοκρατόρων. Είναι γνωστό πως τα
σκοταδιστικά ειδωλολατρικά ιερατεία της Μ. Ασίας και ιδιαίτερα οι ιερείς και οι
μάντεις των μαντείων του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνος, βλέποντας ότι
ερημώνονταν από ζητητές χρησμών, και φυσικά οι πρόσοδοί τους να μειώνονται,
έπεισαν τον θρησκομανή αυτοκράτορα πως τους μήνυσαν δήθεν οι «θεοί» την
δυσαρέσκειά τους για την παρουσία των Χριστιανών και γι’ αυτό εγκατέλειψαν το
κράτος! Για να αρχίσουν να το στηρίζουν απαιτούσαν την πλήρη εξολόθρευση των
Χριστιανών και τον αφανισμό της πίστης τους! Ο θρησκόληπτος και δεισιδαίμονας
Διοκλητιανός πείστηκε και υπέγραψε διάταγμα εξόντωσης των Χριστιανών σε
ολόκληρη της αυτοκρατορία.
Οι Χριστιανοί την εποχή αυτή, τέλη του 3 ου και αρχές του 4 ου αιώνα είχαν
πληθύνει και είχαν απλωθεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της αυτοκρατορίας.
Υπολογίζεται πως περισσότερο από το 10% του πληθυσμού είχε μεταστραφεί στον
Χριστιανισμό. Έτσι κηρύχτηκε και εφαρμόστηκε ο σκληρότερος διωγμός από τους
προηγούμενους. Χιλιάδες Χριστιανοί συλλαμβάνονταν, ανακρίνονταν και
εξαναγκάζονταν να θυσιάσει στα είδωλα και να υπογράψει τον «λίβελο», δηλαδή την
έγγραφη βεβαίωσή του, ενώπιον μαρτύρων ότι αρνούνταν τη χριστιανική τους πίστη.
Όσοι αρνούνταν οδηγούνταν σε φρικτά μαρτύρια και το θάνατο. Έκαιγαν δημόσια τα
χριστιανικά συγγράμματα και πυρπολούσαν τους τόπους λατρείας τους.
Το διάταγμα είχε φτάσει και ως τη λεγεώνα που υπηρετούσε ο Θεόδωρος. Οι
επικεφαλής αξιωματικοί απαίτησαν από όλο το στράτευμα να θυσιάσει στους
«θεούς» και να υπογράψει το «λίβελο». Όταν έφτασε η σειρά του Θεοδώρου
αρνήθηκε να θυσιάσει. Ο επικεφαλής του τάγματος αξιωματικός Βρύγκας ρώτησε
τον Θεόδωρο γιατί δεν θυσιάζει και εκείνος με θάρρος και παρρησία αποκρίθηκε ότι
είναι Χριστιανός, αψηφώντας για τις συνέπειες της ομολογίας του. Άρχισε τις
κολακείες και τις υποσχέσεις, ότι αν αρνηθεί το Χριστό και θυσιάσει στα είδωλα θα
τον ανέβαζε στην ηγεσία του στρατεύματος. Ο Θεόδωρος όμως έμεινε αμετάπειστος.
Ο Βρύγκας του έδωσε χρόνο να το ξανασκεφτεί, όμως εκείνος χρησιμοποίησε το
χρόνο για να ενισχύσει τους άλλους Χριστιανούς στρατιώτες του τάγματος για να μην
αλλαξοπιστήσουν, μπροστά στα φοβερά μαρτύρια, που τους περίμεναν.
Ο ηρωικός Θεόδωρος επιζητούσε το μαρτύριο για χάρη του Χριστού. Πίστευε
πως το δικό του ηρωικό παράδειγμα θα στηρίξει, όχι μόνο τους συστρατιώτες του
Χριστιανούς, αλλά και τις χιλιάδες άλλους Χριστιανούς της περιοχής του Πόντου, οι
οποίοι συλλαμβάνονταν από τις αρχές και οδηγούνταν στα μαρτύρια. Στην πόλη
υπήρχε ένας ναός της «θεάς» Ρέας, όπου στέγαζε ξόανό της. Ο Θεόδωρος
παρακινούμενος από ιερή αγανάκτηση για τη γενοκτονία των ομοπίστων του
Χριστιανών, μπήκε στο ναό και κατάστρεψε το ξύλινο είδωλο. Άλλωστε το εκεί
ιερατείο πρωτοστατούσε στην παράδοση των Χριστιανών στις αρχές. Ο υπηρέτης του
ναού Κρονίδης κατήγγειλε τον Θεόδωρο στον έπαρχο Πόπλιο για την ενέργειά του.
Στη θαρραλέα απολογία του είπε ότι με την πράξη του ήθελε να διαπιστώσει αν είναι
αληθινή η «θεά» και αν θα αντιδράσει, αποδεικνύοντας την πλάνη των ειδώλων!
Ο Πόπλιος διέταξε να τον μαστιγώσουν ανελέητα και κατόπιν τον έριξε στη
φυλακή, όπου το βράδυ του εμφανίστηκε ο Χριστός και τον ενδυνάμωσε.
Ταυτόχρονα στρατιά αγγέλων έψαλαν στο σκοτεινό κελί του. Οι ψαλμωδίες
ξύπνησαν τους δεσμοφύλακες, οι οποίοι νόμισαν ότι τον εισέβαλαν στη φυλακή οι
φίλοι του προκειμένου να τον ελευθερώσουν και όρμισαν στο κελί και δεν βρήκαν
τίποτε, παρά μόνο το Μάρτυρα να προσεύχεται!
Την άλλη μέρα ο Πόπλιος διέταξε να ξεσκίσουν τις σάρκες του με σιδερένια
νύχια. Βλέποντας όμως πως ο Χριστιανός ήρωας υπέμεινε το μαρτύριο, τον έριξαν σε
πυρακτωμένο καμίνι, όπου παρέδωσε την αγία του ψυχή στις 17 Φεβρουαρίου του
306, ή 307. Την ημέρα αυτή τιμάται η σεπτή του μνήμη από την Εκκλησία μας.
Με τον άγιο Θεόδωρο είναι συνδεμένο το θαύμα των κολλύβων, που κάνει μνεία
η Εκκλησία μας το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών. Κατά το μεγάλο
διωγμό που είχε εγείρει ο παγανιστής Ιουλιανός (361-363), προκειμένου να μολύνει
τους Χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως, διέταξε να αποσύρει όλα τα νηστίσιμα
τρόφιμα για να τους αναγκάσει να φάνε ειδωλόθυτα. Όμως το προηγούμενο βράδυ
εμφανίστηκε ο άγιος Θεόδωρος στον Αρχιεπίσκοπο Ευδόξιο (360-370) και
φανέρωσε το πανούργο σχέδιο του παρανοϊκού αυτοκράτορα, συστήνοντάς του να
βράσουν κόλλυβα και να τραφούν οι πιστοί και να μην μολυνθούν από τα δαιμονικά
ειδωλόθυτα.
ΑΓΙΟΣ ΦΛΑΒΙΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έδωσαν μεγάλους αγώνες για να διασωθεί η
σώζουσα ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας μας. Μόνο που αυτός ο αγώνας τους είχε
μεγάλο κόστος για τους ίδιους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Φλαβιανός
αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προέταξε την ορθόδοξη πίστη και
ήρθε σε σύγκρουση με την πολιτική εξουσία.
Έζησε τον 5 ο αιώνα και ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της
Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διακρίνονταν για την πίστη του, την ευσέβειά του και
τις αρετές του. Τον Ιούλιο του 448 κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
άγιος Πρόκλος (434-448). Για τη θέση του προτάθηκε ο Φλαβιανός, ο οποίος κατείχε
το αξίωμα του σκευοφύλακα της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος
Β΄ (408-450), τη στιγμή της χειροτονίας του, υποκινούμενος από κάποιον άθλιο
κόλακα, τον ευνούχο Χρυσάφιο, ζήτησε από τον Φλαβιανό μια ποσότητα χρυσού, ως
αντάλλαγμα για την επιλογή του στο θρόνο της Βασιλεύουσας. Ο ακέραιος
Φλαβιανός, προκειμένου να ντροπιάσει τον άθλιο Χρυσάφιο και να τον εκθέσει στα
μάτια του αυτοκράτορα, έδωσε εντολή να σταλούν στον Θεοδόσιο τα λειτουργικά
σκεύη της Μεγάλης Εκκλησίας! Με τη συμβολική αυτή πράξη του ο Φλαβιανός
ήθελε επίσης να στηλιτεύσει την μάστιγα της σιμωνίας, δηλαδή την κατάληψη
υψηλών εκκλησιαστικών θέσεων, με εξαγορά!
Η ενέργεια αυτή εξόργισε τον ευνούχο Χρυσάφιο. Γι’ αυτό έβαλε ως σκοπό της
ζωής του την εξόντωση του Φλαβιανού. Άρχισε με ψεύτικες διαδώσεις, να διαταράξει
τις καλές σχέσεις του Φλαβιανού με την ευσεβή Πουλχερία (αγία της Εκκλησίας
μας), αδελφή του Θεοδοσίου, η οποία ουσιαστικά κυβερνούσε το κράτος. Διέδωσε
ότι δήθεν είχε πεισθεί από τον Φλαβιανό να αφήσει την εξουσία και να αναλάβει
εκκλησιαστικό αξίωμα, να χειροτονηθεί από αυτόν διακόνισσα. Ο Φλαβιανός ζήτησε
από την Πουλχερία να παραμείνει στη θέση της και να αποφεύγει να εκδηλώνεται
υπέρ του, δημόσια.
Αφού απέτυχε με αυτή τη ραδιουργία του ο Χρυσάφιος να πλήξει τον Φλαβιανό,
έφτασε πιο ακραία ενέργεια. Εκμεταλλευόμενος την εξουσία του στήριξε έναν
επιφανή κληρικό της Βασιλεύουσας, τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, ο οποίος έπεσε στην
αίρεση του μονοφυσιτισμού, μετά την καταδίκη του αιρετικού Νεστορίου, από τη Γ΄
Οικουμενική Σύνοδο (431). Θέλοντας να καταπολεμήσει τον νεστοριανισμό, ο
οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είχε μία φύση, ανθρώπινη, έφτασε στο σημείο να
αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού, και να διδάσκει ότι είχε μία φύση, τη
θεία, η οποία είχε απορροφήσει την ανθρώπινη (μονοφυσιτισμός). Αδιαφορώντας ο
ευνούχος Χρυσάφιος για την αλήθεια της Εκκλησίας και τις φοβερές συνέπειες που
θα έφερνε σ’ αυτή, και ωθούμενος από φοβερό μίσος κατά του Φλαβιανού, άρχισε να
παρέχει στήριξη στον αιρετικό κληρικό. Μάλιστα σκόπευε να του δώσει τη θέση του
εκθρονισμένου πατριάρχη!
Τον Νοέμβριο του 448 είχε συγκληθεί Ενδημούσα Σύνοδος στην
Κωνσταντινούπολη. Σε αυτή ο Επίσκοπος Δορυλαίου Ευσέβιος κατάγγειλε τον
Ευτυχή ως αιρετικό. Κλήθηκε να απολογηθεί, αλλά αρνούνταν επανειλημμένα, με
διάφορες δικαιολογίες. Τελικά παρουσιάστηκε και ομολόγησε τις κακοδοξίες του. Η
Σύνοδος τον αφόρισε, ορίζοντας την πίστη της Εκκλησίας στις δύο φύσεις του
Χριστού. Ο Φλαβιανός γνωστοποίησε με γράμμα του στον πάπα Ρώμης άγιο Λέοντα
το συμβάν. Ο Ευτυχής έστειλε παραπλανητική επιστολή στον Λέοντα, μη μπορώντας
να τον πείσει για τις δήθεν ορθόδοξες θέσεις του. Ο Λέων έστειλε δύο επιστολές στον
Φλαβιανό, συμφωνώντας για την καταδίκη του Ευτυχή. Η δεύτερη επιστολή του είναι
γνωστή ως «Τόμος του Λέοντος» και αποτέλεσε την βάση των αποφάσεων της Δ΄
Οικουμενικής Συνόδου.
Ο Ευτυχής και ο σύμμαχός του Χρυσάφιος, δεν κατέθεσαν τα όπλα.
Απευθύνθηκαν στον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Διόσκουρο, έναν απαίσιο,
ραδιούργο και φιλόδοξο άνδρα, καταγγέλλοντας τον Φλαβιανό ως νεστοριανιστή! Με
την υποστήριξη δε της αυτοκράτειρας Ευδοκίας, η οποία μισούσε την Πουλχερία
και ήθελε την εκδίωξή της από τα ανάκτορα, και υποστηρίζοντας τον Ευτυχή,
συγκάλεσε, τον Αύγουστο του 449, ψευδοσύνοδο στην Έφεσο, με σκοπό να
καταδικάσουν τον Φλαβιανό. Μάλιστα ο Διόσκουρος υιοθέτησε τις κακοδοξίες του
Ευτυχή, τις οποίες υποστήριξε, ως δήθεν ορθόδοξη διδασκαλία, με ένα πλήθος
φανατικών Επισκόπων και μοναχών από την Αίγυπτο. Έφερε μαζί του έναν διαβόητο
αιρετικό μοναχό, τον Βαρσουμά από την Συρία, με χίλιους μοναχούς για να
ασκήσουν τρομοκρατία στους ορθοδόξους Επισκόπους. Έπιασαν τις πόρτες του
κτηρίου και ήταν έτοιμοι να επέμβουν όταν έπαιρναν εντολή.
Με βία και φωνασκίες, κατόρθωσαν να παρουσιάσουν ως «ορθόδοξο» τον
Ευτυχή και τη διδασκαλία του ως «ορθόδοξη». Ο Ευτυχής αποκαταστάθηκε και ο
Φλαβιανός και ο Ευσέβιος Δορυλαίου καταδικάστηκαν, ως δήθεν νεστοριανοί
αιρετικοί! Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και να παρακαλούν γονατιστοί να
αποφευχθεί τέτοια κατάπτωση, ο Διόσκουρος άνοιξε τις πόρτες και εισέβαλλε ο
ανθύπατος της Ασίας, με τη συνοδεία στρατιωτών και συρφετό φανατισμένων
αιρετικών μοναχών, ναυτών και ανθρώπων του υποκόσμου, όρμισαν κατά του
Φλαβιανού, ο οποίος έτρεξε να πιαστεί από την Αγία Τράπεζα και να σώσει τη ζωή
του. Οι στρατιώτες τον έσυραν έξω και τον πίεζαν, μαζί με τους άλλους ορθοδόξους
Επισκόπους να υπογράψουν τις αιρετικές αποφάσεις και την καθαίρεσή του. Κατόπιν
τον παρέδωσαν στον Βαρσουμά και τους κακοποιούς μοναχούς και λαϊκούς
ακολούθους του, οι οποίοι άρχισαν να τον βασανίζουν, χωρίς οίκτο. Τον έβρισαν, τον
έδειραν και τον έριξαν στη γη κλωτσώντας τον, ώσπου έχασε τις αισθήσεις του.
Η κακοποίησή του ήταν τέτοια, ώστε προξένησε ανεπανόρθωτες βλάβες στην
υγεία, του. Τρεις ημέρες μετά κοιμήθηκε, υποκύπτοντας στα τραύματά του, καθ’
οδόν προς την εξορία, στην πόλη Ύπιδα της Λυδίας.
Το 450, μετά το θάνατο του Θεοδοσίου, όταν ανέλαβε η Πουλχερία, την
αντιβασιλεία, μετέφερε το λείψανο του αγίου Φλαβιανού στην Κωνσταντινούπολη
και το ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Συγκάλεσε δε την Δ΄
Οικουμενική Σύνοδο (451), η οποία καταδίκασε τον Διόσκουρο και Ευτυχή, κήρυξε
«ληστρική» την Σύνοδο της Εφέσου και κατέταξε τον Φλαβιανό στους αγίους και
ομολογητές της πίστεως. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Φεβρουαρίου.
ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ τηλ 2103254321

Αφήστε μια απάντηση