ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ 61-Ὁ σπερματικὸς Λόγος Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία προπαιδεία τοῦ χριστιανισμοῦ

Χρῆστος Νικολόπουλος
Θεολόγος-Βυζαντινολόγος

«Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία: Δύο λέξεις, ἀλλὰ λέξεις μεστές, μεγάλων καὶ ὑψηλῶν ἐννοιῶν. Μέσα σ’ αὐτὲς ἐγκολπώνεται ἡ τέλεια ἔννοια γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Μέσα σ’ αὐτὲς συνάπτονται τὰ πέρατα τῆς φιλοσοφικῆς ἐνέργειας. Μέσα σ’ αὐτὲς περιλαμβάνεται τὸ σύνολο τῶν ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν. Μέσα σ’ αὐτὲς ἐκφράζεται τὸ πνεῦμα τῆς ἀνθρώπινης προόδου. Μέσα σ’ αὐτὲς γίνεται εὐδιάκριτη ἡ τέλεια εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου. Μέσα σ’ αὐτὲς ὁμολογεῖται τὸ μέγεθος τοῦ ἀνθρώπινου νοῦ. Τὸ ὕψος τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας, τὸ βάθος τῶν ἐννοιῶν, ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ κάλλος τοῦ λόγου, ἡ λεπτότητα τῶν διανοημάτων, ἡ εὐκρίνεια καὶ ἡ σαφήνειά τους, ἡ δύναμη καὶ ἡ χάρη τους καὶ τέλος ἡ θεϊκότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ἀνάπτυξης καὶ μόρφωσης. Εἶναι ὁ παιδαγωγὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ποδηγέτης στὴν εὐσέβεια. Αὐτὴ ἔγινε διδάσκαλος τῆς ἀλήθειας καὶ διδάσκει τὸν ἄνθρωπο ποιὸς εἶναι, ποιὰ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ πάνω στὴ γῆ καὶ τί πρέπει νὰ ἐργάζεται, ἐπειδὴ τὸν διδάσκει γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, τὴ σχέση του μὲ τὸ Θεὸ καὶ τὴ σχέση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Διδάσκει ἀκόμα τὰ θεϊκὰ ἰδιώματα καὶ τὴ συγγένεια τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸ Θεό. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία δίδαξε τὴ θεία πρόνοια στὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἔγινε μὲ τὶς ὑγιεῖς τῆς θεωρίες παιδαγωγὸς τῆς ἀνθρωπότητας στὸ Χριστό.
Ἡ φιλοσοφία εἶναι ἀληθινὰ ἀναφαίρετο ἀπόκτημα τοῦ Ἕλληνα. Διαδιδόμενη μάλιστα στὰ ἔθνη τὰ προσηλυτίζει καὶ τὰ καθιστὰ ἑλληνικά, ἐνῷ ταυτόχρονα δὲν παύει ποτὲ νὰ εἶναι Ἑλληνική. Οἱ ὀπαδοί της καὶ ὅσοι ὁμιλοῦν τὰ ἑλληνικὰ ἀποβάλλουν τὸ ξένο καὶ βάρβαρο καὶ περιβάλλονται τὸ ἑλληνικὸ καὶ τὴν εὐγένεια. Ἡ Ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἔχει προοριστεῖ νὰ καταστήσει ὅλους τους ἀνθρώπους, Ἕλληνες. Γεννήθηκε γιὰ τὸ χριστιανισμὸ καὶ συνταυτίστηκε μαζί του προκειμένου νὰ ἐργαστεῖ γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας. Ἕλληνας καὶ φιλοσοφία εἶναι δύο πράγματα ἀναπόσπαστα. Αὐτὸ τὸ μαρτυρεῖ καὶ ὁ Παῦλος, ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν λέγοντας: ,,Οἱ Ἕλληνες ἀναζητοῦν τὴ σοφία καὶ τὴ φιλοσοφία,,. Ὁ Ἕλληνας πράγματι γεννήθηκε γιὰ νὰ φιλοσοφεῖ, γιατί γεννήθηκε διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἡ φιλοσοφία ἔγινε παιδαγωγὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Χριστό, συνεπάγεται ὅτι ὁ Ἕλληνας πλάστηκε καὶ φιλόσοφος καὶ χριστιανὸς γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ τὴν διαδώσει στὰ ἔθνη.
Ναὶ ὁ Ἕλληνας γεννήθηκε ἀπὸ τὴ θεία πρόνοια διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητας.
Αὐτὸ τὸ ἔργο τοῦ ἔπεσε κλῆρος. Καὶ αὐτὴ ἦταν ἡ ἀποστολή του. Αὐτὴ ἡ κλήση τοῦ ἀνάμεσα στὰ ἔθνη. Τὸ μαρτυρεῖ ἄλλωστε καὶ ἡ ἐθνικὴ ἱστορία του. Τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ φιλοσοφία του. Τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ κλίση του. Τὸ μαρτυροῦν καὶ οἱ εὐγενικές του διαθέσεις. Τὸ μαρτυρεῖ καὶ ἡ παγκόσμια ἱστορία. Τὸ μαρτυρεῖ ἡ μακροβιότητά του, ἀπὸ τὴν ὁποία μποροῦμε χωρὶς δισταγμὸ νὰ συμπεράνουμε καὶ τὴ αἰωνιότητά του ἐξαιτίας τοῦ αἰώνιου ἔργου τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὸν ὁποῖο συνδέθηκε ὁ Ἑλληνισμός. Γιατί ἐνῶ ὅλα τα ἔθνη ποὺ ἐμφανίστηκαν στὴν παγκόσμια σκηνὴ ἦρθαν καὶ παρῆλθαν, μόνο το Ἑλληνικὸ ἔμεινε ὡς πρόσωπο ποὺ ἔδρασε στὴν παγκόσμια σκηνὴ καὶ σὲ ὅλους τους αἰῶνες. Καὶ αὐτὸ γιατί ἡ ἀνθρωπότητα ἔχει ἀνάγκη αἰώνιων διδασκάλων». Δὲν θὰ μποροῦσε νὰ βρεῖ κανεὶς καλύτερα λόγια γιὰ νὰ προλογίσει ἕνα ἄρθρο ποὺ ἀναφέρεται στὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία. Μὲ αὐτὲς τὶς λαμπρὲς σκέψεις ὁ μεγάλος ἅγιος του αἰώνα μας, Νεκτάριος Πενταπόλεως, προλόγιζε τὸν τρίτο τόμο τοῦ πιὸ σημαντικοῦ ἔργου του, ,,Λογίων Θησαύρισμα,,. Ἕνα ἔργο τὸ ὁποῖο ἔδειχνε ὅτι ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία εἶχε προβάλει στὸν κόσμο τὴ μερικὴ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας.
Ὅταν ὁ χριστιανισμός, τὸν 1ο αἰώνα, ἄρχισε βαθμιαία νὰ ἐξαπλώνεται γύρω ἀπὸ τὶς χῶρες τῆς Μεσογείου, δημιουργήθηκε τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσο ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθεῖ τελείως ἀπὸ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶχε ἐμποτίσει ἢ ὄχι. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὸν 1ο κιόλας αἰώνα, γρήγορα κατανόησαν ὅτι ὄχι μόνο δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπορριφθεῖ τελείως ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία ἀλλὰ καὶ νὰ ἐναρμονιστεῖ μὲ τὴ θεία ἀποκάλυψη. Δὲν θεώρησαν ποτὲ ὁλόκληρη τὴ θύραθεν φιλοσοφία καὶ γνώση ὡς ψεῦδος καὶ πλάνη. Ἀκόμα καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, στὰ κηρύγματα καὶ στὶς ἐπιστολές του, ἐπικαλούταν ἐπιλεκτικὰ ἀπόψεις τῆς θύραθεν σοφίας. Οἱ ἐκκλησιαστικοὶ Πατέρες πίστευαν πὼς οἱ πρὸ Χριστοῦ φιλόσοφοι στοὺς στοχασμοὺς τοὺς περιεῖχαν ἀλήθειες, οἱ ὁποῖες εἶχαν φανερωθεῖ σὲ αὐτοὺς ὡς σπέρματα ἀλήθειας. Ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἐξάπλωσης τοῦ χριστιανισμοῦ δημιουργήθηκε ἡ ἔννοια τοῦ ,,σπερματικοῦ Λόγου,,. Ὁ ,,σπερματικὸς Λόγος,, εἶναι ἐκείνη ἡ ἐπενέργεια τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία φωτίζοντας τὴ διάνοια τῶν ἀνθρώπων, τὴν ἀνυψώνει καὶ τὴν καθοδηγεῖ στὴ μερικὴ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας.

Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος
Ὁ Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος ἔζησε τὸν 2ο αἰώνα, εἶναι αὐτὸς ποὺ πρῶτος χρησιμοποίησε τὴ θεωρία τοῦ ,,σπερματικοῦ Λόγου,,. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητο, ὅτι ὁ Ἰουστίνος παρέλαβε τὴν ἔννοια τοῦ ,,σπερματικοῦ Λόγου,, ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο τῆς στωικῆς φιλοσοφίας. Παρόλα αὐτὰ τὸ περιεχόμενο, μὲ τὸ ὁποῖο χρησιμοποιεῖ τὴν ἔννοια αὐτὴ στὴ θεολογία του, δὲν ἔχει καμιὰ οὐσιαστικὴ σχέση μὲ τὸν στωικισμό.
Κατὰ τὴ στωικὴ φιλοσοφία, ὁ ,,σπερματικὸς λόγος,, νοεῖται εἴτε ὡς ὁ παγκόσμιος καὶ καθολικὸς θεῖος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνυπάρχει ὡς πυροειδὲς πνεῦμα μέσα στὴν ὕλη, εἴτε ὡς ὁ ἐπὶ μέρους λόγος, ὁ ὁποῖος ἐνυπάρχει σ’ ὅλα τα καθέκαστα ὄντα ποὺ ὡς μέρη τοῦ κόσμου περικλείουν μέσα τους ἕνα ἀντίστοιχο κομμάτι τοῦ παγκόσμιου καὶ καθολικοῦ λόγου. Μὲ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι οἱ σπερματικοὶ λόγοι ποὺ ἐνυπάρχουν στὰ ἐπὶ μέρους ὄντα ἐμπεριέχονται στὸν παγκόσμιο καὶ καθολικὸ θεῖο λόγο καὶ ἀποτελοῦν ἀποσπασματικὲς ἐκφάνσεις του. Ἰδιαίτερα στὸν ἄνθρωπο ὁ σπερματικὸς λόγος, ποὺ ὡς μέρος τοῦ καθολικοῦ καὶ παγκόσμιου λόγου διαπερνᾶ καὶ συνέχει τὸ σῶμα του, δὲν εἶναι ἄλλος κατὰ τὴ στωικὴ ἀντίληψη ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ ψυχή του. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἀπεικονίζει οὐσιαστικὰ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, ἀποτελώντας ἕνα μικρόκοσμο, ἐφόσον ὅλος ὁ κόσμος νοεῖται ὡς σῶμα ποὺ ἐμψυχώνεται καὶ συνέχεται ἀπὸ τὸν καθολικὸ καὶ παγκόσμιο λόγο. Ἔργο τῶν σπερματικῶν λόγων εἶναι νὰ διασφαλίζουν τὴν ταυτότητα τῶν ἀντικειμένων μέσα ἀπὸ τὴ μεταβολὴ τῶν ὄντων, ὅπως καὶ τὸ ἀνθρώπινο σπέρμα ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ παράγει ὄντα ὅμοια μὲ ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖο προῆλθε τὸ σπέρμα. Αὐτὸ ποὺ παρατηροῦμε εἶναι ὅτι στὸν Στωικισμὸ οἱ σπερματικοὶ λόγοι ἔχουν κυρίως φυσιοκρατικὸ χαρακτήρα καὶ ἀποτελοῦν τὶς ἀρχὲς τῆς γενέσεως, τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς λογικῆς ἀνελίξεως τῶν ὄντων, ἐνῶ παράλληλα ἔχουν πανθεϊστικὸ χαρακτήρα, κάτι ποὺ χαρακτηρίζει ὁλόκληρη τὴ στωικὴ φιλοσοφία.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰουστίνου γιὰ τὸν ,,σπερματικὸ Λόγο,, παρουσιάζει διαφορὲς ἔναντί της ἀντίστοιχης διδασκαλίας τῶν Στωικῶν. Σύμφωνα μὲ τὸν Καθηγητὴ Πανεπιστημίου Γεώργιο Μαρτζέλο, «ὁ ,,σπερματικὸς Λόγος,, τοῦ Ἰουστίνου δὲν σχετίζεται μὲ τὸν παγκόσμιο καὶ καθολικὸ λόγο ἢ τὸν πανθεϊσμὸ τῆς στωικῆς φιλοσοφίας, ἀλλὰ μὲ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ (γι’αὐτὸ καὶ γράφεται μὲ κεφαλαῖο λάμδα), γιὰ τὸν ὁποῖο γίνεται ἀναφορὰ στὸν πρόλογο τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου:
ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεὸν. Πάντα δι’αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὅ γέγονεν. Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων (Ιω. 1,1-4). Ἔτσι ὁ ,,σπερματικὸς Λόγος,, εἶναι γι’ αὐτὸν ἡ ἔμφυτη δύναμη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνυπάρχει καὶ ἐνεργεῖ σὲ κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαιρέτως, μὲ τὴν ὁποία ὁ Λόγος φωτίζει τὴ συνείδηση καὶ τὴ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν καθοδηγεῖ στὴ μερικὴ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας. Ἐν προκειμένω δηλαδὴ ἡ βάση, πάνω στὴν ὁποία ὁ Ἰουστίνος ἀναπτύσσει τὴ διδασκαλία του γιὰ τὸ ,,σπερματικὸ Λόγο,, δὲν εἶναι στωικὴ ἀλλὰ πέρα γιὰ πέρα βιβλική, σχετιζόμενη μὲ τὴν ἰωάννεια περὶ Λόγου διδασκαλία. Ἁπλῶς διατυπώνει μὲ στωικὴ ὁρολογία τὴν ἰωάννεια ἀντίληψη, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ φωτιστικὴ ἐνέργεια τοῦ Λόγου στὸν κόσμο δὲν περιορίζεται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους, ἐφόσον ὁ Λόγος κατὰ τὸν Ἰωάννη ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν ὅ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον (Ιω. 1, 9) και όχι βέβαια μόνο τους Χριστιανούς».
Καὶ συνεχίζει ὁ Καθηγητὴς λέγοντας: «Μὲ βάση τὰ παραπάνω δεδομένα ὁ Ἰουστίνος ὑποστηρίζει τὴν ἄποψη ὅτι ὅλες οἱ ἀλήθειες, στὶς ὁποῖες ὁδηγήθηκε ἡ προχριστιανικὴ ἀνθρωπότητα εἶναι οὐσιαστικὰ προϊόντα της φωτιστικῆς ἐνέργειας καὶ παρουσίας τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου ποὺ ἐνεργεῖ ἀδιάκριτα σ’ ὅλους τους ἀνθρώπους, ἐφόσον βέβαια δὲν συσκοτίζεται ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς ἐπιθυμίες τους. Ἔτσι ὄχι μόνο οἱ ἀλήθειες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀλήθειες τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας εἶναι στενότατα συνδεδεμένες μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ παρουσία καὶ ἐπενέργεια τοῦ Λόγου. Ἐνῶ ὅμως στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Λόγος ἐνεργοῦσε ἀποκαλυπτικὰ καὶ ἄμεσα στοὺς Πατριάρχες καὶ τοὺς Προφῆτες ὡς ἄσαρκος Λόγος, στὴν περίοδο τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας ἐνεργοῦσε ἔμμεσα ὡς σπερματικὸς Λόγος μέσῳ τῶν διαφόρων φιλοσόφων, ποιητῶν καὶ συγγραφέων. Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιες ἀλήθειες ποὺ διατυπώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες φιλοσόφους, ποιητὲς καὶ συγγραφεῖς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὀφείλονται στὴν ἐπενέργεια τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν σὲ τελευταία ἀνάλυση ὡς ἀλήθειες χριστιανικές». Ὁρισμένοι φιλόσοφοι ἀξιοποίησαν σὲ τέτοιο βαθμὸ αὐτὴ τὴν ἐπενέργεια τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου, ὥστε ἔφθασαν σὲ σημαντικὰ ἐπιτεύγματα. Ὅπως πολὺ χαρακτηριστικὰ τονίζει ὁ Ἰουστίνος στὴ δεύτερη Ἀπολογία του: εὐχόμενος καὶ παμμάχως ἀγωνιζόμενος ὁμολογῶ, οὐχ ὅτι ἀλλότριά ἐστι τὰ Πλάτωνος διδάγματα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ὅτι οὐκ ἔστι πάντη ὅμοια, ὥσπερ οὐδὲ τὰ τῶν ἄλλων, Στωϊκῶν τε καὶ ποιητῶν καὶ συγγραφέων. ἕκαστος γάρ τις ἀπὸ μέρους τοῦ σπερματικοῦ θείου Λόγου τὸ συγγενὲς ὁρῶν καλῶς ἐφθέγξατο. Γι’ αὐτό καὶ καταλήγει ἀβίαστα στὸ συμπέρασμα: ὅσα οὖν παρὰ πᾶσι καλῶς εἴρηται, ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν ἐστι. «Ἡ θέση του αὐτὴ δὲν εἶναι αὐθαίρετη οὔτε ἀποτελεῖ καρπὸ ἑνὸς λανθάνοντος θεολογικοῦ συγκρητισμοῦ, ἀλλὰ συνιστᾶ συνεπῆ κατάληξη τῆς θεολογίας του γιὰ τὴ λειτουργία καὶ ἐπενέργεια τοῦ σπερματικοῦ Λόγου σ’ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἀνθρώπους. Ἐφόσον, ὅπως διευκρινίζει, κάποιοι φιλόσοφοι καὶ συγγραφεῖς τῆς προχριστιανικῆς ἀνθρωπότητας μπόρεσαν νὰ δοῦν καὶ νὰ συλλάβουν ὁρισμένες ἀλήθειες, ἔστω ἀμυδρά, μέσῳ τοῦ ὑπάρχοντος μέσα τους σπερματικοῦ θείου Λόγου, τῆς ἐνούσης ἐμφύτου τοῦ λόγου σπορᾶς, ὅπως λέει χαρακτηριστικά, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀλήθειες αὐτὲς νὰ θεωροῦνται ξένες πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστη, στὴν ὁποία ὑπάρχει ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας ἐκ μέρους τοῦ σαρκωθέντος Λόγου». Ὁ σπερματικὸς δηλαδὴ Λόγος δὲν ἀναφέρεται στὴ θεολογικὴ δογματικὴ Ἀποκάλυψη, ἔτσι ὅπως αὐτὴ προτυπώθηκε ,,σκιωδῶς,, στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ καθαρότερα φανερώθηκε στὴν Καινὴ Διαθήκη, ἀλλὰ σὲ ,,προπαιδευτικές,, τῆς ὑπερφυσικῆς Ἀποκάλυψης ἀλήθειες (σπαράγματα τῆς Ἀλήθειας). Θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ, ὅτι ὁ Ἰουστίνος ἀλλὰ καὶ οἱ μετέπειτα Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μάλιστα στὸν κάθε ἐκκλησιαστικὸ συγγραφέα ἢ Πατέρα ὑπάρχει εἰδικὴ βιβλιογραφία γιὰ τὴ σχέση του μὲ τὴ θύραθεν φιλοσοφία, κάνουν σαφῆ διάκριση μεταξὺ ἀρχαιοελληνικῆς θρησκευτικότητας τοῦ πολλοῦ ὄχλου-λαοῦ, τὴν ὁποία ἀπορρίπτουν καὶ ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας τῶν ὀλίγων σοφῶν, τὴν ὁποία ἐπιλεκτικὰ ἀποδέχονται ὡς προπαιδεία τῆς ἐν Χριστῷ Θείας Ἀποκάλυψης.
Ὅλοι λοιπὸν ὅσοι ἔζησαν κατὰ τὴν προχριστιανικὴ ἐποχὴ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Λόγου, ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ δέχθηκαν τὴν ἀποκάλυψη τοῦ ἄσαρκου Λόγου, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες φιλόσοφοι ποὺ καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὸ σπερματικὸ θεῖο Λόγο, μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς Χριστιανοί, παρόλο ποὺ θεωρήθηκαν ἀπὸ τοὺς συγχρόνους τους ὡς ἄθεοι. Ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικὰ ὁ Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος στὴν πρώτη Ἀπολογία του: τὸν Χριστὸν πρωτότοκον τοῦ Θεοῦ ἐδιδάχθημεν καὶ προεμηνύσαμεν λόγον ὄντα, οὗ πᾶν γένος ἀνθρώπων μετέσχε καὶ οἱ μετὰ Λόγου βιώσαντες Χριστιανοὶ εἰσι, κὰν ἄθεοι ἐνομίσθησαν, οἶον ἐν Ἕλλησι μὲν Σωκράτης καὶ Ἠράκλειτος καὶ οἱ ὅμοιοι αὐτοῖς, ἐν βαρβάροις δὲ Ἀβραὰμ καὶ Ἀνανίας καὶ Ἀζαρίας καὶ Μισαὴλ καὶ Ἠλίας καὶ ἄλλοι πολλοί, ὧν τὰς πράξεις ἢ τὰ ὀνόματα καταλέγειν μακρὸν εἶναι ἐπιστάμενοι τανὺν παραιτούμεθα. Ὥστε καὶ οἱ προγενόμενοι ἄνευ λόγου βιώσαντες ἄχρηστοι καὶ ἐχθροὶ τῷ Χριστῷ ἤσαν, καὶ φονεῖς τῶν μετὰ λόγου βιούντων, οἱ δὲ μετὰ λόγου βιώσαντες καὶ βιοῦντες χριστιανοὶ καὶ ἄφοβοι καὶ ἀτάραχοι ὑπάρχουσι (PG 6,397C).
«Ὡστόσο ἡ πληρότητα τῆς ἀποκάλυψης τῶν θείων ἀληθειῶν ὑπάρχει κατὰ τὸν Ἰουστίνο μόνο μέσα στὸν Χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος εἶναι κατ’ αὐτὸν ἡ μόνη ἀσφαλὴς τὲ καὶ σύμφορος φιλοσοφία. Καὶ αὐτό, γιατί μόνο μέσα στὸν Χριστιανισμὸ διασώζεται στὴν πληρότητα καὶ τὴν αὐθεντικότητά της ἡ διδασκαλία τοῦ Λόγου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνήργησε μέσα στὴν ἱστορία ἁπλῶς ὡς σπερματικὸς Λόγος, ὀδηγώντας τοὺς ἀνθρώπους μόνο στὴ μερικὴ ἀνεύρεση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ ἀποκαλύφθηκε ὁλόκληρος ὡς σαρκωμένος Λόγος στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀδηγώντας τοὺς πιστεύοντες σ’ Αὐτὸν στὴν πληρότητα καὶ τὴν αὐθεντικότητα τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀποκάλυψε. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ἡ διδασκαλία τῆς χριστιανικῆς πίστης εἶναι κατ’ αὐτὸν πολὺ ἀνώτερη, σὲ σχέση μὲ τὴ διδασκαλία τῆς ἑλληνικῆς φιλοσοφίας καὶ διανόησης. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπαξιώνεται ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ σκέψη, ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὴν πληρότητα τῆς χριστιανικῆς ἀποκάλυψης. Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Ἰουστίνος εἶναι ἀπόλυτα σαφής».
Κατὰ τὸν Ἰουστίνο, ἀπὸ ὅλους τους φιλοσόφους ὁ Σωκράτης εἶναι ὁ πάντων εὐτονώτερος πρὸς τοῦτο γενόμενος. Βέβαια ἀπὸ τὴ διδασκαλία τοῦ Σωκράτη τελικὰ κανένας δὲν πείσθηκε, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσα εἶπε εἶναι προϊόντα τοῦ σπερματικοῦ Λόγου, ἐνῶ ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ διδασκαλία οὐ φιλόσοφοι οὐδὲ φιλόλογοι μόνον ἐπείσθησαν, ἀλλὰ καὶ χειροτέχναι καὶ παντελῶς ἰδιῶται, καὶ δόξης καὶ φόβου λόγου κατασκευή.
Στὴ θεολογικὴ σκέψη καὶ ἐργασία τῶν Ἀπολογητῶν* διαπιστώνεται ἡ πρώτη οὐσιαστικὴ συνάντηση τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ τῆς ἑλληνικῆς σκέψης. Σὲ αὐτὸ ἀσφαλῶς ἔπαιξε ρόλο τὸ ὅτι οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς Ἀπολογητές, ὅπως ὁ Ἰουστίνος, εἶχαν θητεύσει στὴ φιλοσοφία καὶ ὡς φιλόσοφοι οἱ ἴδιοι, ἀπευθύνονταν πρὸς τοὺς αὐτοκράτορες, τοὺς φιλοσόφους καὶ τοὺς λογίους της ἐποχῆς. Ἀμύνονταν τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τοῦ βίου τῶν Χριστιανῶν καὶ κατέγραφαν τὰ ἐπιχειρήματά τους μὲ ἐλλόγιμο τρόπο, ἔτσι ὥστε οἱ ἀπολογίες τους νὰ εἶναι κατανοητὲς ἀπὸ τὸν πεπαιδευμένο κόσμο τῆς ἐποχῆς τους καὶ νὰ ἔχουν ὅλη τὴ δικανικὴ ἰσχὺ ἑνὸς φιλοσοφικοῦ κειμένου.

Κλήμης Ἀλεξανδρείας
Ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρείας**, ὁ πρῶτος θεολόγος τῆς ἀλεξανδρινῆς ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης, προσφεύγει συχνὰ στὴ φιλοσοφία, μὲ τὴν ὁποία προσδίδει στὴ θεολογική του μαρτυρία βαρύτητα. Θεωρεῖ τὴν ἑλληνικὴ φιλοσοφία ὑποβάθραν τῆς κατὰ Χριστὸν φιλοσοφίας. Πιστεύει, ὅτι ἡ φιλοσοφία ἀποτελοῦσε γιὰ τοὺς Ἕλληνες ἕνα εἶδος διαθήκης, μία θεόθεν δωρηθεῖσα γεωργία, στὴν ὁποία βέβαια εἶναι γνωστό, ὅτι ὄχι σπάνια ἐπεσπάρησαν ζιζάνια. Παρόλα αὐτά, μεταξὺ χριστιανικῆς διδασκαλίας καὶ φιλοσοφίας, ὑπάρχει σχέση ἀνδρὸς πρὸς νήπιο. Νήπιοι οὒν καὶ οἱ φιλόσοφοι, ἐὰν μὴ ὑπὸ Χριστοῦ ἀνδρωθῶσιν. Ἡ χριστιανικὴ πίστη εἶναι ἡ κατὰ Θεὸν φιλοσοφία ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ πληρότητα, ἐνῷ ἡ φιλοσοφία τῶν Ἑλλήνων περιέχει ὄχι τὴν ὁλοκληρία ἀλλὰ στοιχεῖα καὶ σπέρματα τῆς ἀλήθειας. Ἡ θέση αὐτὴ τοῦ Κλήμη ἔναντι τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξη τῆς σχετικῆς προσέγγισης τοῦ Ἰουστίνου τοῦ φιλοσόφου.
Ἡ φιλοσοφία δὲν κατανοεῖται ἀπὸ τὸν Κλήμη ὡς ὑποκατάστατο τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας, ἀλλὰ ὡς προπαρασκευὴ καὶ προπαιδεία, ἡ ὁποία κατὰ θεία οἰκονομία δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἡ ὁποία ἀνάλογα μὲ τὴ χρήση της ὠφελεῖ ἢ βλάπτει. Καίριο σημεῖο τῆς ἀντίληψης τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ θεολόγου εἶναι, ὅτι ἡ φιλοσοφία δόθηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ἀνάλογα δὲ μὲ τὶς προϋποθέσεις τοῦ κάθε ἀνθρώπου λειτουργεῖ θετικὰ ἢ ἀρνητικά. Ἡ φιλοσοφία μοιάζει μὲ τὴ βροχή, ἡ ὁποία ἀνάλογα μὲ τὸ ἔδαφος στὸ ὁποῖο πέφτει δίνει βλάστηση ἢ ὄχι. Στὸ ἔργο τοῦ ,,Στρωματεῖς,, ἀναφέρει: καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία, ἡ Ἑλληνικὴ σὺν καὶ αὐτὴ φιλοσοφία θεόθεν ἤκειν εἰς ἀνθρώπους οὐ κατὰ προηγούμενον, ἀλλ’ ὃν τρόπον οἱ ὑετοὶ καταρρήγνυνται εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθὴν καὶ εἰς τὴν κοπρίαν καὶ ἐπὶ τὰ δώματα. Βλαστάνει δ’ὁμοίως καὶ πόα καὶ πυρός, φύεται δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μνημάτων συκῆ καὶ εἰ τί τῶν ἀναιδεστέρων δένδρων, καὶ τὰ φυόμενα ἐν τύπῳ προκύπτει τῶν ἀληθῶν, ὅτι τῆς αὐτῆς τοῦ ὑετοῦ ἀπέλαυσε δυνάμεως, ἀλλ’οὐ τὴν αὐτὴν ἔσχηκε χάριν τοῖς ἐν τῷ πίονι φυείσιν ἤτοι ξηρανθέντα ἢ ἀποτιλθέντα.
Ὁ Κλήμης εἶναι αὐστηρὸς σὲ ὅσους ἀπορρίπτουν τὴ φιλοσοφία συλλήβδην, θεωρώντας την, ἐκ προοιμίου καὶ ἐκ τῆς φύσεώς της, κάτι κακό. Πιστεύει, ὅτι ἡ φιλοσοφία μπορεῖ νὰ ἀξιοποιηθεῖ καὶ νὰ κατανοηθεῖ ὡς εὐαγγελικὴ προπαρασκευή, μπορεῖ ὅμως καὶ σὲ περιπτώσεις κατάχρησης νὰ γίνει ἀνυπέρβλητο ἐμπόδιο γιὰ τὴν πρόσληψη καὶ τὴν κατανόηση τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος.
Ὁ Ἀλεξανδρινὸς θεολόγος συμπεραίνει, ὅτι οἱ Ἕλληνες φιλόσοφοι ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ διατυπώσουν ὁρισμένες θεολογικὲς ἀλήθειες, γιατί στηρίχθηκαν στὴ φυσικὴν ἔννοιαν καὶ στὸν κοινὸν νοῦν. Αὐτὴ ἡ ἔμφυτη ἱκανότητα ἐντάσσεται στὴν περίπτωση τῆς θείας οἰκονομίας, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔχει δώσει τὸν ἔμφυτο νόμο καὶ τὴ φυσικὴ ἱκανότητα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ στρέφεται σ’αὐτόν. Δὲν ὑπάρχει τυχαῖο γεγονός, γιατί ἀκόμη καὶ ἂν κάποιος τὸ χαρακτηρίσει ὡς τυχαῖο γεγονός, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ὅτι καὶ αὐτὴ ἀκόμα ἡ τύχη δὲν εἶναι ἀπρονόητη. «Ἐὰν λοιπὸν οἱ Ἕλληνες εἶπαν κάτι ποὺ ἀνῆκε στὴν ἀληθινὴ φιλοσοφία, αὐτὸ ἔγινε ἐπειδὴ ἦταν ἔργο καὶ ἐκδήλωση τῆς θείας οἰκονομίας. Γιατί τυχαία δὲν ἔγινε ἀλλὰ μὲ τὴ θεία πρόνοια. Εἴτε λοιπὸν κατὰ τύχη, γιατί καὶ ἡ τύχη δὲν εἶναι ἄσχετη μὲ τὴ θεία πρόνοια, εἴτε πάλι γιατί οἱ Ἕλληνες χρησιμοποίησαν τὴ φυσικὴ ἔννοια. Μὲ ὅλα αὐτὰ γνωρίζουμε ὡς Ἕνα Τὸν Δημιουργό της φύσεως, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο εἴπαμε φυσικὴ καὶ τὴ δικαιοσύνη». Ὁ ἀνθρώπινος λόγος συγγενεύει πρὸς τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀνθρώπινος λόγος συνιστᾶ τὸ θεῖο στοιχεῖο, ποὺ ὑπάρχει στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸ ὁποῖο τοῦ δόθηκε κατὰ τὴ στιγμὴ τῆς Δημιουργίας. Καὶ πάλι, σὲ ἄλλο σημεῖο, ἀναφέρει: «ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν συλλαμβάνει ὅλο το μέγεθος τῆς ἀληθείας ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία καὶ ἂν ἀκόμα εἶναι ἀσθενὴς στὴν πλήρη ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, ὁπωσδήποτε ὅμως προετοιμάζει τὴν ὁδὸ μὲ τὴ βασιλικότατη διδασκαλία, σωφρονίζοντας κατὰ κάποιο τρόπο καὶ τὸ ἦθος διαμορφώνοντας καὶ στὴν παραδοχὴ τῆς ἀληθείας ἀσκώντας το ἀπὸ πρίν».

Ὁ «σπερματικὸς Λόγος» στὴν ἀρχαία
ἑλληνικὴ γραμματεία
Ὑπῆρξαν πάρα πολλοὶ σοφοὶ πρόγονοί μας ποὺ ἀντιλήφθηκαν νωρὶς τὴν παράλογη μορφὴ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἄσκησαν αὐστηρὴ κριτικὴ γιὰ τοὺς θεούς, τὶς θυσίες, τὴ δεισιδαιμονία, τὴ μαντεῖα, τὴν αἱμομιξία, τὴν πορνεία, τὸ μίσος καὶ γενικότερα ὅλα τα ἀνθρώπινα πάθη. Ταυτόχρονα μίλησαν γιὰ ἕναν Θεό, Παντοδύναμο, Δίκαιο, Πάνσοφο, Ἀναλλοίωτο, Αὐτάρκη, Βοηθό, Πανάγαθο, Τέλειο, Μακρόθυμο. Φωτίστηκαν νὰ μιλήσουν γιὰ τὴν οὐσία τῆς ψυχῆς, γιὰ τὸν χῶρο τῶν ἰδεῶν, γιὰ τὴ φύση τῶν ὄντων καὶ γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ Λόγου. Τὰ ἐλάχιστα παραδείγματα ποὺ ἀκολουθοῦν παρακάτω ἔχουν ἐξαχθεῖ βασιζόμενα στὸ μικρὸ ἐκεῖνο τμῆμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γραμματείας ποὺ ἔχει διασωθεῖ μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Εἶναι σίγουρο ὅτι ἂν σωζόταν μεγαλύτερο τμῆμα ἢ ὅλη ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία, θὰ καταλήγαμε σὲ ἀκόμα πιὸ ἀποκαλυπτικὰ συμπεράσματα γιὰ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀναφέρονται παρακάτω. Εἶναι σίγουρο ὅτι ἡ λίστα μὲ τὰ πρόσωπα αὐτὰ θὰ ἦταν πολὺ μεγαλύτερη.
Ὁ Ἴωνας φιλόσοφος Ξενοφάνης ὁ Κολοφώνιος (570-480 π.Χ.) ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους ποὺ ἄσκησε κριτικὴ στὶς θεϊκὲς ἰδιότητες. Ἀμφισβήτησε τὶς ἀνθρωπομορφικὲς ἰδιότητες ποὺ ἀπέδωσαν προγενέστεροί του συγγραφεῖς στοὺς θεούς: πάντα θεοῖς ἀνέθηκαν Ὅμηρος θ’ Ἥσιοδος τέ… ὄσσα παρ’ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καὶ ψόγος ἐστίν, κλέπτειν, μοιχεύειν τὲ καὶ ἀλλήλους ἀπατεύειν. Αὐτὸ τὸ ἔκανε ὄχι γιατί ἐπιθυμοῦσε νὰ δεῖ τὸν κόσμο μὲ τὸ μάτι τοῦ ὑλιστῆ, ἀλλὰ γιατί θεωροῦσε ὅτι ἡ θεότητα δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει σχέση μὲ τὶς ἰδιότητες ποὺ τῆς ἀπέδιδαν, τόσο ὁ Ὅμηρος, ὅσο καὶ ὁ Ἡσίοδος. «Ἕνας θεὸς μέγιστος μεταξύ των θεῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων. Καθόλου δὲν μοιάζει μὲ τοὺς θνητοὺς στὸ σῶμα ἢ τὴ σκέψη» (εἰς θεὸς ἐν τὲ θεοίσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος οὗ δέμας θνητοίσι ὅμοιος οὔδε νόημα). Ἡ βάση τῆς ἀμφισβήτησης τοῦ Ξενοφάνη γιὰ τὶς ἀπόψεις τῶν ποιητῶν ὀφειλόταν στὸ γεγονὸς πὼς θεωροῦσε ὅτι ἡ σκανδαλώδης συμπεριφορὰ ἦταν ἀσυμβίβαστη μὲ τὴν καλοσύνη ἢ ἡ τελειότητα ποὺ ὑποτίθεται ὅτι κατέχει ὁποιαδήποτε θεία ὕπαρξη. «Οἱ Αἰθίοπες λένε ὅτι οἱ θεοὶ τους εἶναι μαῦροι μὲ κοντὴ μύτη. Οἱ Θράκες πὼς οἱ δικοί τους εἶναι γαλανομάτηδες καὶ κοκκινοτρίχηδες, ἂν τὰ ἄλογα καὶ τὰ βόδια εἶχαν τὰ χέρια καὶ μποροῦσαν νὰ ζωγραφίσουν, οἱ θεοί τους θὰ ἔμοιαζαν πολὺ μὲ ἄλογα καὶ βόδια» (Αἰθίοπες τὲ θεοὺς σφετέρους σιμοὺς μέλανας τὲ Θρῆκες τὲ γλαυκοὺς καὶ πυρροὺς φάσι πέλεσθαι ἀλλ’ εἰ χείρας ἔχον βόες ἵπποι τὲ ἠὲ λέοντες ἢ γράψαι χείρεσσι καὶ ἔργα τελεῖν ἅπερ ἄνδρες, ἵπποι μὲν θ’ ἴπποισι, βόες δὲ τὲ βουσὶν ὁμοίας). Τοὺς θεοὺς θεωροῦσε ἐξ ὁλοκλήρου ἀποκυήματα τῆς ἀνθρώπινης φαντασίας, ἀνάρμοστα γιὰ τὴ θεία φύση. Ὑποστήριζε μάλιστα πὼς ὅσοι πιστεύουν ὅτι οἱ θεοὶ γεννήθηκαν, ἀσεβοῦν τὸ ἴδιο μὲ ὅσους λένε πὼς οἱ θεοὶ πεθαίνουν.
Ὁ Πυθαγόρας ὁ Σάμιος (570-490 π.Χ.) δὲν ἄφηνε τοὺς μαθητές του νὰ προσφέρουν στοὺς θεοὺς σφάγια, οὔτε νὰ ὁρκίζονται σὲ αὐτούς. Πίστευε, ὅτι τὸ πιὸ σημαντικὸ πράγμα στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἦταν, τὸ ἂν ἡ ψυχή του θὰ τραπεῖ πρὸς τὸ καλὸ ἢ πρὸς τὸ κακό. Οἱ ἄνθρωποι, ἔλεγε, ὅτι γίνονται εὐτυχισμένοι ὅταν ἀποκτοῦν ἀγαθὴ ψυχή. Ὁ ἱστορικὸς Αἰλιανὸς ἀναφέρει γιὰ τὸν Πυθαγόρα: Πυθαγόρας ἔλεγε δύο ταῦτα ἐκ τῶν θεῶν τοῖς ἀνθρώποις δεδόσθαι κάλλιστα, τὸ τὲ ἀληθεύειν, καὶ τὸ εὐεργετεῖν, καὶ προσετίθει, ὅτι καὶ ἔοικε τοῖς θεῶν ἔργοις ἑκάτερον (Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία, 12,59). Ὁ ἴδιος ἱστορικὸς ἀναφέρει, ὅτι καὶ ὁ ποιητὴς Φερεκύδης (6ος αἱ.) ἀπὸ τὴ Σύρο ἔλεγε στοὺς μαθητές του «ὅτι δὲν ἔχει προσφέρει θυσίες σὲ κανένα θεὸ καὶ παρόλα αὐτὰ ἔχει ζήσει τὸ ἴδιο εὐχάριστα καὶ χωρὶς στεναχώριες ὅπως καὶ αὐτοὶ ποὺ θυσίαζαν ἑκατὸ βόδια» (Αἰλιανός, Ποικίλη Ἱστορία, 4,28).
Ὁ πολὺ γνωστὸς σοφὸς Ἠράκλειτος (540-480 π.Χ.) ἐπιζητοῦσε «ἐξαγνισμὸν ἀπὸ τὰ εἴδωλα» καὶ πνευματικὴ λατρεία τοῦ θείου. Συνέλαβε τὴν ἔννοια τοῦ ἑνὸς Θεοῦ ὑποστηρίζοντας πώς: ἓν πάντα… ἐκ πάντων ἓν καὶ ἐξ ἑνὸς πάντα…ταυτὸ τὲ ζῶν καὶ τεθνηκὸς καὶ ἐγρήγορος καὶ καθεῦδον καὶ νέον καὶ γηραιόν… ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἓν καὶ ταυτόν. Καθιέρωσε τὴν πνευματικὴ ἔννοια τοῦ Λόγου ὡς τὴν ὑπέρτατη αἰτία τῶν πάντων καὶ ὡς τὸν πάνσοφο νοῦ ποὺ συγκροτεῖ τὸν κόσμο καὶ προνοεῖ γι’ αὐτόν. Ἕνα ἀπόφθεγμά του λέει: «Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ τὰ πέρατα τῆς ψυχῆς ὅποιον δρόμο καὶ ἂν πάρει, γιατί ἡ ψυχὴ ἔχει ἀπέραντο βάθος» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, 9,7). Ὁ Διογένης Λαέρτιος (5ος αἰ. μ.Χ.) ἀναφέρει, ὅτι ὁ Πέρσης βασιλιὰς Δαρεῖος ὅταν ἔμαθε γιὰ τὸν Ἡράκλειο, τὸν κάλεσε στὸ παλάτι του γράφοντάς του ὅτι: «Οἱ Ἕλληνες ἀπρόθυμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὄντες νὰ ἐπισημαίνουν τοὺς σοφοὺς ἄνδρες, ἀμελοῦν νὰ ἀκούσουν καὶ νὰ μάθουν τὰ ἐξαίρετα διδάγματά τους. Στὴν αὐλή μου ὅμως θὰ ἔχεις ὅλα τα προνόμια καὶ κάθε μέρα μία καλὴ καὶ σπουδαία συνομιλία καὶ μία ζωὴ σύμφωνη μὲ τὶς ἀντιλήψεις σου». Ὁ Ἠράκλειτος τοῦ ἀπάντησε ὅτι: «Ὅσοι ἐπιζητοῦν τὰ φθαρτὰ καὶ ἐφήμερα μένουν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ δικαιοσύνη, ἀφοσιώνονται ὅμως στὴν ἀπληστία καὶ στὶς τιμὲς καὶ τὶς δόξες, γιατί εἶναι κουτοὶ καὶ κακοί. Ἐγὼ ὅμως ξεχνῶ κάθε φαυλότητα καὶ ἀποφεύγοντας κάθε κόρον ποὺ βέβαια προκαλεῖ τὸ φθόνο καὶ ἐπειδὴ ἀπεχθάνομαι τὴν ἀλαζονεία, δὲν θὰ ἔρθω στὴν Περσία, ἀρκούμενος στὰ λίγα, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ βρίσκω σωστό» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, 9,14).
Ὁ τραγικὸς ποιητὴς Αἰσχύλος (525-455 π.Χ.) ἔγραψε τὴ συγκλονιστικὴ τριλογία: Προμηθέας Πυρφόρος – Προμηθέας Δεσμώτης – Προμηθέας Λυόμενος. Ἀπὸ τὴν Τριλογία σώθηκε ὁλόκληρη ἡ τραγωδία ,,Προμηθέας Δεσμώτης,, καὶ ἀποσπάσματα τῶν δύο ἄλλων τραγωδιῶν. Στὸ ἔργο τοῦ ,,Προμηθέας Δεσμώτης,, ὅταν ὁ Δίας τιμωρεῖ τὸν Προμηθέα, ἐπειδὴ ὁ Προμηθέας ἔκανε καλὸ στοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ οἱ ἄλλοι θεοὶ φθονοῦσαν τὴν εὐτυχία τῶν ἀνθρώπων, ὁ Προμηθέας ἀπαξιώνει τὸν Δία καὶ τὸν ἀπεσταλμένο του τὸν Ἑρμῆ, μὲ τὰ ἑξῆς λόγια: «Μ’ ἕνα λόγο, μισῶ τοὺς θεοὺς ὅλους, ὅσοι εἶδαν καλὸ κι ἔτσι ἄδικά μου τὸ πληρώνουν» (ἀπλῶ λόγω τοὺς πάντας ἐχθαίρω θεούς, ὅσοι παθόντες εὖ κακούσι μὲ ἐκδίκως) (Αἰσχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, 975). Στὸ ἴδιο ἔργο, ὁ Αἰσχύλος διὰ στόματος Ἑρμῆ ἀναφέρει τὴν ἑξῆς προφητεία: «Καὶ μὴν προσμένεις στὸ μαρτύριό σου αὐτὸ τέλος, πρὶν νὰ βρεθεῖ κανεὶς θεός, ποὺ νὰ θελήσει νὰ πάρει ἐπάνω του τὰ πάθια σου καὶ πάει στοῦ ἄφεγγου τ’ Ἅδη τ’ ἄραχλα βαθιὰ σκοτάδια» (τοιοῦδε μόχθου τέρμα μὴ τί προσδόκα, πρὶν ἂν θεῶν τὶς διάδοχός των σῶν πόνων φανῆ, θελήση τί εἰς ναύγητον μολεῖν Ἄιδην κνεφαία τὸ ἀμφὶ Ταρτάρου βάθη) (Αἰσχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, 1026-1029). Ὁ Αἰσχύλος προδιέγραψε ἐδῶ, τὴ βούληση τοῦ Θεοῦ Λόγου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ πάρει πάνω του τὰ βάσανα τῶν ἀνθρώπων, καὶ νὰ κατέβει ὡς τὸν Ἅδη μὲ τὴ σταυρική του θυσία γιὰ νὰ σώσει τοὺς ἀνθρώπους. Ὁ Αἰσχύλος, στὴ συνέχεια, κάνει μιὰ ἀκόμα πιὸ ἐντυπωσιακὴ προφητεία. Μιλάει γιὰ τὴν πτώση τοῦ Δία καὶ γιὰ ἕναν γυιὸ ποὺ θὰ γεννηθεῖ στὸ μέλλον ἀπὸ τὴν παρθένο Ἰῶ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπαλλάξει τὸν Προμηθέα ἀπὸ τὰ βάσανά του.
Προμηθέας: «Πόσο βαριὰ θὰ βάσταες τοὺς δικούς μου πόνους, ποῦ νὰ πεθάνω ἐγὼ δὲ μοῦ εἶναι πεπρωμένο! Γιατ’ ἔτσι, θὲ νὰ γλύτων’ ἀπ’ τὰ βάσανά μου, μὰ τώρ’ ἄλλο δὲν βλέπω μπρὸς κανένα τέλος στὰ πάθη μου, πρὶν πέσει ὁ Δίας ἀπὸ τὸ θρόνο».
Ἰῶ: «Τὴ βασιλεία πότε μπορεῖ νὰ χάσει ὁ Δίας;»
Προμηθέας: «Θὰ ἔχαιρες βέβαια νὰ ἔβλεπες μιὰ τέτοια τύχη».
Ἰῶ: «Καὶ πῶς νὰ μή; Πούν’ ἀφορμὴ τῆς συμφορᾶς μου;»
Προμηθέας: «Μπορεῖς λοιπὸν νὰ χαίρεσαι, γιατί θὰ γίνει».
Ἰῶ: «Κι ἀπὸ ποιὸν θέλει τῆς ἀρχῆς τὰ σκῆπτρα χάσει;»
Προμηθέας: «Ἀπ’ τὶς δικές του μόνος του τὶς μάταιες γνῶμες».
Ἰῶ: «Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο; ἱστόρησέ μου τὸ, ἂν δὲ βλάφτει».
Προμηθέας: «Γάμο θὰ κάμει τέτοιο, ποῦ θὰ μετανοιώσει».
Ἰῶ: «Μὲ θεὰ ἢ μὲ θνητή; δὲ μοῦ τὸ λές, ἂν κάνει;»
Προμηθέας: «Τί μ’ ὅποια; αὐτὸ ἀπ’ τὸ στόμα μου δὲν πάει νὰ βγεῖ».
Ἰῶ: «Καὶ θὰ ξεθρονιστεῖ λοιπὸν ἀπὸ γυναίκα;»
Προμηθέας: «Παιδί, ἀπ’ τὸν ἴδιο πιὸ τρανό, θὰ τοῦ γεννήσει».
Ἰῶ: «Καὶ ν’ ἀποφύγει τὸ κακὸ δὲν εἶναι τρόπος;»
Προμηθέας: «Κανείς, ἔξω ἂν ἐγὼ λυθῶ ἀπὸ τὰ δεσμά μου».
Ἰῶ: «Ποιὸς νὰ σὲ λύσει, δίχως νὰ τὸ θέλει ὁ Δίας;»
Προμηθέας: «Εἶναι γραμμένο κάποιος νὰ εἶναι ἀπὸ δικούς σου».
Ἰῶ: «Πῶς εἶπες; γυιός μου τάχα λὲς νὰ σὲ λυτρώσει;»
Προμηθέας: «Ἀπὸ τρεῖς κι ἄλλες δέκα σου γενιὲς κατόπι» (Αἰσχύλος, Προμηθέας Δεσμώτης, 752-774).
Ὁ τραγικὸς ποιητὴς Σοφοκλῆς (496-406 π.Χ.) εἶχε πεῖ: «Ἕνας στ’ ἀλήθεια εἶναι ὁ Θεός, ποὺ κατασκεύασε τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, τὸ χαρωπὸ ρεῦμα τῆς θάλασσας καὶ τοὺς βίαιους ἀνέμους καὶ ἐμεῖς γιὰ παρηγοριὰ τῶν παθημάτων μας στήσαμε ἀγάλματα θεῶν ἀπὸ λίθους ἢ ἐκτυπώμενα χάλκινα καὶ χρυσότευκτα καὶ ἐλεφάντινα καὶ ἀπονέμοντας σὲ αὐτοὺς θυσίες μὲ ἀνόητα πανηγύρια, νομίζοντας ὅτι ἔτσι τοὺς λατρεύουμε εὐσεβῶς».
Ὁ Εὐριπίδης (480-406 π.Χ.) γκρέμισε τὶς πατροπαράδοτες θεότητες τοῦ Ὀλύμπου. Χαρακτήρισε τὶς γελοῖες γιὰ τοὺς θεοὺς διηγήσεις τῶν ποιητῶν ἀοιδῶν δυστήνους λόγους (Εὐριπίδης, Ἡρακλῆς Μαινόμενος, 1346) καὶ ὑποστήριξε πὼς εἰ οἱ θεοὶ εἰσὶ κακοὶ οὐκ εἰσὶ θεοὶ (Εὐριπίδης, Βελλεροφόντης, 23). Πίστευε, ὅτι τὸ θεῖο πρέπει νὰ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἠθικότητα, ἡ ὁποία ἔλειπε ἐντελῶς ἀπὸ τὰ μυθολογικὰ ἀνδρείκελά τῶν δώδεκα θεῶν. Στὸ τέλος τοῦ ἔργου ,,Βάκχαι,, καὶ λίγο πρὶν τὸ θάνατό του βάζει στὸ στόμα τοῦ ἀποκαρδιωμένου ἥρωα Κάδμου τὸ βαρὺ λόγο γιὰ τοὺς εἰδωλολατρικοὺς θεούς: «δὲν πρέπει σὰ θνητοὶ οἱ θεοὶ νὰ ἀγριεύουν» (ὀργᾶς πρέπει θεοὺς οὒχ ὀµοιοῦσθαι βροτοῖς) (Εὐριπίδης, Βάκχαι, 1345).
Ὁ Διογένης Λαέρτιος ἀναφέρει, στὸ Β΄ βιβλίο, τοῦ ἔργου του ,,Βίοι Φιλοσόφων,, ὅτι ὁ Ἴωνας φιλόσοφος καὶ ἀστρονόμος Ἀναξαγόρας (500-427 π.Χ.) καταγγέλθηκε γιὰ ἀθεία, γιατί δίδασκε ὅτι ὁ ἥλιος, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ θεωρούταν ἀκόμη θεός, ἦταν διάπυρος μύδρος (πύρινος βράχος). Ὅταν ἀργότερα τοῦ ἀνήγγειλαν τὴν ἐρήμην καταδίκη του σὲ θάνατο, γιὰ τὴν θεωρία του γιὰ τὸν ἥλιο, εἶπε: «πρὸ πολλοῦ ἡ φύση ἔχει καταδικάσει σὲ θάνατο καὶ ἐμένα καὶ τοὺς δικαστές μου» (κακείνων καμοῦ πάλαι ἡ φύσις κατεψηφίσατο). Ἐνῷ ὅταν πληροφορήθηκε τὸν θάνατο τῶν παιδιῶν του εἶπε: ἤδειν αὐτοὺς θνητοὺς γεννήσας.
Ὁ ἱδρυτὴς τῆς σοφιστικῆς κίνησης Πρωταγόρας (490-420 π.Χ.), στὸ βιβλίο τοῦ ,,Περὶ Θεῶν,, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ὡς πρὸς τοὺς θεοὺς δὲν μπορῶ νὰ ξέρω οὔτε ἂν ὑπάρχουν οὔτε ἂν δὲν ὑπάρχουν. Γιατί πολλά μᾶς ἐμποδίζουν νὰ τὸ μάθουμε, τὸ σκοτεινό τοῦ ζητήματος καὶ ἡ σύντομη ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου». Γιὰ τὴ φράση αὐτή, ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Διογένης Λαέρτιος, οἱ Ἀθηναῖοι ἔστειλαν ἕνα κήρυκα νὰ μαζέψει τὰ βιβλία του ἀπὸ τοὺς κατόχους τους καὶ νὰ τὰ κάψουν στὴν ἀγορά. Στὴ συνέχεια τὸν ἔδιωξαν ἀπὸ τὴν πόλη.
Ὁ Ἡρόδοτος (485-421 π.Χ.) στὴ παγκόσμια Ἱστορία του δὲν δίστασε νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὸ μαντεῖο τῶν Δελφῶν γιὰ ψεύτικους χρησμοὺς ποὺ ἔδωσε στὸ βασιλιὰ τῆς Λυδίας, Κροῖσο, ἐνῷ στηλίτευσε τὴν ἀπαράδεκτη ἱερὴ πορνεία: «Καὶ τώρα νὰ ποιὸ εἶναι τὸ χειρότερο ἔθιμο τῶν Βαβυλωνίων: Κάθε ἐντόπια γυναίκα πρέπει μιὰ φορὰ στὴ ζωή της νὰ μείνει στὸ ἱερό τῆς Ἀφροδίτης καὶ νὰ σμίξει μ᾿ ἕναν ξένο ἄνδρα. Μιὰ φορὰ καὶ καθίσει ἐκεῖ κάποια γυναίκα, δὲν γίνεται νὰ φύγει γιὰ τὸ σπίτι της προηγουμένως, προτοῦ ἕνας ξένος βάλει στὰ γόνατά της χρήματα καὶ σμίξει μαζί της, ἔξω ἀπὸ τὸ ἱερό… Τὴν ὥρα ποὺ ἀφήνει τὰ λεφτά, πρέπει νὰ πεῖ αὐτὰ τὰ λόγια μόνο: ,,Στὸ ὄνομα τῆς θεᾶς Μύλιττας,,. Μύλιττα ὀνομάζουν οἱ Ἀσσύριοι τὴν Ἀφροδίτη. Τὸ ποσὸ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁσοδήποτε· δὲν πρόκειται ἡ γυναίκα νὰ τὸ ἀρνηθεῖ· δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα· γιατί τὰ χρήματα αὐτὰ εἶναι ἱερά. Ἀκολουθεῖ λοιπὸν τὸν πρῶτο ποὺ θὰ τῆς δώσει κάτι, καὶ δὲν ἀποδοκιμάζει κανέναν. Ἀφοῦ σμίξει μαζί του κι ἔχοντας ἐκπληρώσει τὸ χρέος της πρὸς τὴ θεά, φεύγει πιὰ γιὰ τὸ σπίτι της, καὶ στὸ ἑξῆς, ὅ,τι καὶ νὰ τῆς δώσει κάποιος, δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κάνει δική του… Παρόμοιο ἔθιμο ὑπάρχει καὶ σὲ μερικὰ μέρη τῆς Κύπρου» (Ἡρόδοτος, Ἱστορία, 1, 199.1-199.5).
Ἡ ,,Ἀπολογία,, τοῦ Σωκράτη (470-399 π.Χ.) ὑπῆρξε λαμπρὸ δεῖγμα τοῦ ,,σπερματικοῦ Λόγου,,. Ἀρκοῦν κάποιες φράσεις ἀπὸ τὴν ,,Ἀπολογία,, του γιὰ νὰ μᾶς δείξει πόσο κοντὰ βρέθηκε ὁ Σωκράτης στὶς ἀλήθειες τοῦ Εὐαγγελίου. «Πῶς ἐσύ, ἀγαπητέ μου, ὄντας Ἀθηναῖος πολίτης τῆς πιὸ μεγάλης καὶ τῆς πιὸ φημισμένης γιὰ τὴ σοφία της καὶ τὴ δύναμή της πόλης, δὲν ντρέπεσαι νὰ φροντίζεις γιὰ τὰ χρήματα, πὼς θὰ ἀποκτήσεις περισσότερα, καὶ γιὰ τὴ δόξα καὶ τὶς τιμές, καὶ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι οὔτε νὰ νοιάζεσαι γιὰ τὴ φρόνηση καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ ψυχή σου;» Στὴ συνέχεια ἀναφέρει: «Γιατί περιφέρομαι μὴ κάνοντας τίποτα ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ πείθω τοὺς νεότερους καὶ τοὺς πιὸ ἡλικιωμένους ἀνάμεσά σας νὰ μὴν φροντίζουν οὔτε γιὰ τὰ σώματά τους οὔτε γιὰ τὰ χρήματά τους μὲ τόσο πάθος, παρὰ μόνο γιὰ τὴν ψυχή τους, πὼς θὰ γίνει καλύτερη, λέγοντάς τους ὅτι ἡ ἀρετὴ δὲν γίνεται ἀπὸ τὰ χρήματα, ἀλλὰ τὰ χρήματα καὶ ὅλα τα ἄλλα ἀνθρώπινα ἀγαθά, καὶ τὰ ἰδιωτικὰ καὶ τὰ δημόσια, ἀπὸ τὴν ἀρετὴ» (Πλάτωνας, Ἀπολογία Σωκράτους, 29d-30b). Τὰ λόγια αὐτὰ μᾶς θυμίζουν τὴν εὐαγγελικὴ φράση τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; (Μάρκ. 8, 36-37). Στὴ συνέχεια μιλάει γιὰ ἀθανασία τῆς ψυχῆς «γιατί ἕνα ἀπὸ τὰ δύο εἶναι ὁ θάνατος: ἢ δὲν εἶναι τίποτα καὶ ὅποιος πεθαίνει δὲν ἔχει καμία συναίσθηση, ἤ, ὅπως λένε, συμβαίνει κάποια μεταβολὴ καὶ μετοίκηση τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν ἐδῶ τόπο σὲ ἕναν ἄλλο» (Πλάτωνας, Ἀπολογία Σωκράτους, 40c). Ὁ Σωκράτης ἀναφέρθηκε καὶ στὴ συνείδηση ποὺ ἔχει κάθε ἄνθρωπος λέγοντας: «ἡ συνηθισμένη μου μαντικὴ ἱκανότητα, τοῦ δαιμονίου, ἄλλοτε ἐμφανιζόταν πολὺ συχνά, καὶ ἀκόμα καὶ γιὰ μικρὰ πράγματα μὲ ἐμπόδιζε, ἂν ἐπρόκειτο νὰ πράξω κάτι ποὺ δὲν ἦταν σωστό».
Ὁ Δημόκριτος (460-370 π.Χ.) διακήρυττε ὅτι: «σκοπὸς τῆς ζωῆς εἶναι ἡ εὐθυμία, ὄχι ὅμως ἡ ταυτιζόμενη πρὸς τὴν ἡδονή…ἀλλὰ ἡ εὐθυμία στὴν ὁποία γενικῶς ἡ ψυχὴ εἶναι σὲ κατάσταση γαλήνης καὶ ἠρεμίας, ἐνῷ δὲν ταράσσεται ἀπὸ φόβο ἢ δεισιδαιμονία ἢ κάποιο ἄλλο πάθος» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, 9,45).
Ὁ Πλάτωνας (428-347 π.Χ.) φυγάδευσε κυριολεκτικὰ τὸν Ὅμηρο ἀπὸ τὴν ,,Πολιτεία,, του, διότι θεώρησε ὅτι οἱ ἀνήθικοι μύθοι γιὰ τοὺς θεοὺς ἀποτελοῦν ἐπιζήμια πρότυπα γιὰ τοὺς νέους. Τόνισε ἐμφατικὰ ὅτι ὁ Ὅμηρος καὶ ὁ Ἡσίοδος ἔπλασαν ψευδεῖς καὶ ἀνάξιους μύθους γιὰ τοὺς θεούς. Στὴν ,,Πολιτεία,, του ἀναφέρει: «Συμπεραίνουμε λοιπόν, πὼς ὁ Θεὸς εἶναι ἁπλὸς καὶ ἀληθινὸς καὶ στὰ ἔργα καὶ στὰ λόγια, καὶ οὔτε αὐτὸς ἀλλάζει μορφὴ οὔτε ἄλλους ἐξαπατᾶ, μὲ φαντάσματα ἢ μὲ λόγια ἢ στέλνοντας σημάδια, στὸν ὕπνο ἢ στὸν ξύπνιο… συμφωνεῖς λοιπὸν νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ δεύτερος νόμος καὶ σύμφωνα μὲ αὐτὸν νὰ πρέπει νὰ μιλᾶμε καὶ νὰ ἐνεργοῦμε γιὰ τοὺς Θεούς, πώς, δηλαδή, αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε μάγοι γιὰ νὰ μεταμορφώνονται οὔτε ἐμᾶς μᾶς κάνουν νὰ ψευστοῦμε μὲ λόγια ἢ μὲ πράξεις…ἂν καὶ παινεύουμε τὸν Ὅμηρο γιὰ πολλὰ ἄλλα, αὐτὸ δὲν θὰ τὸ παινέψουμε, τὸ ὄνειρο δηλαδὴ ποὺ ἔστειλε ὁ Δίας στὸν Ἀγαμέμνονα…ὅταν κάποιος (ἐννοεῖ τὸν Ὅμηρο) λέει γιὰ τοὺς θεοὺς τέτοια λόγια, θὰ γίνουμε σκληροὶ μαζί του καὶ δὲν θὰ τοῦ παραχωρήσουμε χορό, οὔτε στοὺς δασκάλους θὰ ἐπιτρέψουμε νὰ τὰ μεταχειρίζονται (τὰ λόγια αὐτὰ) γιὰ τὴν ἐκπαίδευση τῶν νέων, ἂν θέλουμε οἱ φύλακές μας νὰ γίνουν θεοσεβούμενοι καὶ θεϊκοί, κατὰ τὸ ὅσο μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ γίνει» (Πλάτωνας, Πολιτεία, 382e-383C). Σύμφωνα μάλιστα μὲ τὸν Πορφύριο τὸν Τύριο, ὁ Πλάτωνας προτίμησε νὰ ἱδρύσει τὴν Ἀκαδημία του σὲ ἔρημο τόπο, μακριὰ ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἀθήνας, γιὰ νὰ ἀποκλειστεῖ κάθε ἀταξία στὴ ζωὴ τὴ δικιά του καὶ τῶν μαθητῶν του (Πορφύριος, Περὶ Ἀποχῆς Ἐμψύχων, σ. 68). Ἐπιπλέον, «ὁ Πλάτωνας πίστε

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *