ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ 42 – TΑ ΦΩΤΑ ΣΤ’ΑΪΒΑΛΙ

τοῦ Φώτη Κόντογλου
(ἀπὸ τὸ βιβλίον του «Τὸ Ἀϊβαλί ἡ πατρίδα μου»)

Στὰ θαλασσινὰ τὰ μέρη ρίχνουν τὸν Σταυρό, ὕστερ’ ἀπ᾿ τὴν Λειτουργία τῶν Θεοφανίων. Ἔτσι τὸν ἔρριχναν καὶ στὴν πατρίδα μου, κ’ ἦταν ἕνα θέαμα ἔμορφο καὶ παράξενο.

Ξεκινοῦσε ἡ συνοδεία ἀπὸ τὴ μητρόπολιν. Μπροστὰ ἐπήγαιναν τὰ ξαφτέρουγα καὶ τὰ μπαϊράκια, κ’ ὕστερα ἐπήγαιναν οἱ παπάδες μὲ τὸν δεσπότη, ντυμένοι μὲ τὰ χρυσὰ τὰ ἄμφια, παπάδες πολλοὶ κι ἀρχιμανδρίτες, γιατί ἡ πολιτεία εἶχε δώδεκα ἐκκλησίες, καὶ κατὰ τὶς ἐπίσημες ἡμέρες στὶς μικρὲς ἐνορίες ἐτελείωναν γλήγορα τὴν Λειτουργία καὶ ἐπήγαιναν οἱ παπάδες στὴν μητρόπολιν, γιὰ νὰ γίνεται ἡ ἑορτὴ πιὸ ἐπίσημη. Οἱ ψαλτάδες ἦταν καὶ ἐκεῖνοι κάμποσοι κ’ οἱ πιὸ καλλίφωνοι, καὶ ἔψελναν μὲ μεγαλοπρέπεια βυζαντινά, δηλαδὴ ἑλληνικά, κι ὄχι σὰν σήμερα ποὺ τρελλαθήκαμε καὶ ἐκάναμε τὴν ψαλμωδίαν μας σὰν ἀνάλατα καὶ ξενικὰ θεατρικὰ τραγούδια. Ἀπὸ πίσω ἀκολουθοῦσε λαὸς πολύς.

Σὰν ἔφθαναν στ’ Ἀγγελῆ τὸν Γιαλό, ὅπως ἔλεγαν ἐκείνη τὴν ἀκρογιαλιά, ὁ δεσπότης μὲ τοὺς παπάδες ἀνέβαιναν σὲ μία μεγάλη σανιδωτὴ σάγια ἐμορφοσκαρωμένη, γιὰ νὰ κάνουν τὸν Ἁγιασμό. Ὁ κόσμος ἔπιανε τὴν ἀκρογιαλιὰ κὶ ἀνέβαινε ὁ καθένας, ὅπου εὕρισκε, γιὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ βλέπῃ. Τὰ σπίτια, ποὺ ἦταν ἕνα γύρο ἐγέμιζαν κόσμο. Οἱ γυναῖκες ἐθύμιαζαν ἀπὸ τὰ παραθύρια. Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς θάλασσας ἦταν μαζεμένα ἴσαμε ἑκατὸ καΐκια καὶ βάρκες ἀμέτρητες, μὲ τὶς πλῶρες γυρισμένες κατὰ τὸ μέρος, ποὺ στεκόταν ὁ δεσπότης. Ἔτσι ποὺ ἦταν παραταγμένα τὰ καΐκια, ἐμοιάζαν σὰν ἁρμάδα ποὺ θὰ κάνῃ πόλεμον. Πιὸ ἀνοιχτά, κατὰ τὸ πέλαγος, ἔβλεπες φουνταρισμένα τὰ μεγάλα καΐκια, γεμᾶτα κόσμο καὶ ἐκεῖνα. Ἄλλα πάλι εἶχαν περιζωσμένες τὶς βάρκες, ποὺ βρισκόντανε γιαλό, κ’ ἦταν κὶ αὐτὰ γεμᾶτα κόσμον, πρὸ πάντων θαλασσινοὶ καὶ παιδομάνι.

Σ’αὐτὰ τὰ μέρη κάνει πολὺ κρύο, καὶ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς οἱ ἀντένες τῶν καραβιῶν ἦταν χιονισμένες, ἕνα θέαμα πολὺ ἔμορφο. Ἀπάνου στὰ ξάρτια καὶ στὶς σκαλιέρες, στὶς γάμπιες καὶ στὰ μπαστούνια τῶν καραβιῶν ἦταν σκαλωμένοι πλῆθος θαλασσινοί, μεγάλοι καὶ μικροί. Ἡ θάλασσα ἦταν κοιμισμένη, μπουνάτσα. Κρούσταλλα κρεμόνταν ἀπὸ τὰ ξάρτια σὲ πολλὰ καΐκια. Κρύο τάρταρος. Στὴν κάθε βάρκα, ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν κοντοζυγώσει στὴ στεριὰ καὶ περίμεναν νὰ πέσῃ ὁ Σταυρὸς στὴ θάλασσαν, ἐστέκονταν ἀπὸ ἕνα – δυὸ νοματέοι ἐπάνω στὴ πλώρη, ἐνῷ ἄλλοι δυὸ ἦταν στὰ κουπιά. Αὐτοὶ ποὺ ἐστέκονταν ὀρθοὶ στὴν πλώρη, ἦταν ὁλόγυμνοι, ἐξὸν ἕνα ἄσπρο βρακὶ ποὺ ἐφοροῦσαν σὰν πεστιμάλι. Οἱ πιὸ πολλοὶ ἦταν σὰν θεριά, χεροδύναμοι, πλαταράδες, χοντρολαίμηδες, μαλλιαρόστηθοι, τὰ κορμιὰ των ἦταν κόκκινα ἀπὸ τὸ κρύο. Τὰ ποδάρια τους ἦταν γερὰ καὶ φουσκωμένα σὰν ἀδράχτια, θαλασσάνθρωποι, γεμιτζῆδες, κοντραμπατζῆδες, ψημένοι μὲ τ’ ἁλάτι. Οἱ πιὸ πολλοὶ εἶχαν ριχμένες στὶς πλάτες τὶς γοῦνες τους, γιὰ νὰ μὴν παγώσουν. Ἕνα – δύο ὅμως ἐστέκονταν γυμνοὶ καὶ ἐκάναν κάπου – κάπου τὸν σταυρό τους. Μὰ τὸ μάτι τους ἦταν καρφωμένο στὸ μέρος ποὺ θὰ ‘ριχνε τὸν Σταυρὸ ὁ δεσπότης.

Ἀνάμεσα στοὺς γυμνοὺς ἦταν ὁ Κωστὴς ὁ Γιωργάρας, ὁ Στρατὴς ὁ Μπεκός, ὁ Γιωργὴς ὁ Σόνιος, ὁ Δημητρὸς ὁ Μπούμπας, ὁ Πέτρος ὁ Κλόκας, ὁ Βασίλης ὁ Ἀρναούτης, ὁ παλαβὸ – Παρασκευᾶς κὶ ἄλλοι. Σὰν νὰ τοὺς βλέπω μπροστά μου. Ὁ Γιωργάρας ἦταν μίαν ἀνθρωπάρα θηρίο, σὰν Κουταλιανός, μὲ μουστάκια μαῦρα, μ’ ἕνα λαιμὸν σὰν βαρέλι. Εἶχε δεμένο στὸ κεφάλι του ἕνα μαντίλι κ’ ἦταν ἴδιος κουρσάρος. Ἀκουμποῦσε ἐπάνω σ’ ἕνα κοντάρι, λὲς κ’ ἦταν ὁ Ποσειδώνας ζωντανός. Ὁ Δημητρὸς ὁ Μπούμπας ἦταν ἕνα ἄλλο θεριόψαρο, χονδρὸς καὶ κοντόφαρδος, μαυριδερὸς σὰν Σαρακηνός, καὶ ἐκάθονταν ἀνεκούρκουδος, σκεπασμένος μὲ τὴ γούνα του, μὲ τὸ μάτι του καρφωμένο στὸν δεσπότη. Ὁ Πατσὸς ὁ Ἀράπης, ὁ λεγόμενος παλαβὸ – Παρασκευᾶς, εἶχε γένεια κατσαρὰ καὶ κόκκινα καὶ τὸ πετσὶ του ἦταν ἀπὸ φυσικὸ του κόκκινο. Στὸ κορμὶ ἦταν ἀντρειωμένος καὶ σβέλτος σὰν τζαμπάζης καὶ δὲν χαμπάριζε ὁλότελα ἀπὸ κρύο. Στὸ σουλούπι ἦταν ἴδιος Ροῦσος. Αὐτὸς ἦταν ἀνεβασμένος ἐπάνω στὰ ξάρτια σὲ μία μπρατσέρα φουνταρισμένη, καὶ ἔστεκε δίχως νὰ σαλέψῃ, σὰν τ’ ἄγαλμα. Μυστήριο πὼς δὲν ἐπάγωνε! Ὁ Πέτρος ὁ Κλόκας ἦταν ὁ μονάχος, ποὺ δὲ φοροῦσε βρακιά. Αὐτὸς ἦταν εὐρωπαϊσμένος, φοροῦσε στενὸ πανταλόνι καὶ ναυτικὸ σκουφί. Στὸ κορμὶ ἦταν λιγνὸς καὶ μάγκας στὸ σχέδιο. Τὰ χέρια του τὰ ‘χε μπλεγμένα μπροστὰ στὸ στῆθος του καὶ σουλατσάριζε ἐπάνω στὴν βάρκα, ὁλοένα μιλοῦσε κ’ ἔκανε καὶ κάμποσα θεατρικά.

Σὰν σίμωνε, λοιπόν, ἡ συνοδεία στὴ θάλασσα, κὶ ἀκουγόταν ἀπὸ μακριὰ ἡ ψαλμωδία, γινόταν μεγάλος ἀλαλαγμὸς ἐπάνω στὶς βάρκες. Οἱ βουτηχτάδες πετοῦσαν τὶς γοῦνες τους κ’ οἱ ἄλλοι τραβούῦαν τὰ κουπιά, γιὰ νὰ ’ναι οἱ βάρκες τους κοντὰ στὸ μέρος, ποὺ θὰ ‘πεφτε ὁ Σταυρός. Ἄλλοι ἐφώναζαν ἀπὸ τὰ ξάρτια, ἄλλοι ἐμάλωναν, ἄλλοι ἀνέβαιναν στὶς κουπαστὲς διὰ νὰ δοῦν. Τέλος ἔφθαναν οἱ στρατιῶτες καὶ τακτοποιοῦσαν τὸν κόσμον. Μπροστὰ ἐπήγαινε ὁ ἀξιωματικὸς ὁ Τοῦρκος κὶ ἄνοιγε τὸν δρόμον νὰ περάσῃ ὁ δεσπότης, κ’ ἔλεγε: «Γιὸλ βέριν ἐφεντιά!» — δηλαδή: «Κάνετε δρόμο στὸν ἀφέντη!» Ὁ στρατὸς ἀραδιαζόταν σὲ παράταξιν κ’ οἱ ψαλτάδες ἔψελναν πολλὲς φορὲς «Ἐν Ἰορδάνῃ βαπτιζομένου σου, Κύριε». Στὸ τέλος τὸ ’ψελνε κὶ ὁ δεσπότης κ’ ἔρριχνε τὸν Σταυρὸ στὴ θάλασσαν. Ἀλαλαγμὸς ἐσηκωνόταν μέσα στὴ θάλασσα. Οἱ βάρκες καὶ τὰ καΐκια καργάραν τὰ κουπιὰ καὶ τρακάραν τὸ ‘να τ’ ἄλλο. Οἱ πλῶρες ἐκτυποῦσαν ἡ μιὰ τὴν ἄλλην. Κουπιά, κοντάρια, καμάκια, ἀπόχες ἐμπερδεύονταν μεταξύ τους. Οἱ βουτηχτάδες ἐπέφταν στὸ νερὸ κ’ ἡ θάλασσα ἄφριζε σὰν νὰ ἐπάλευαν σκυλόψαρα. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ἔκαναν ὥρα πολλὴ ν’ ἀνεβοῦν ἐπάνω, ἔπαιρναν μακροβούτι καὶ ἔψαχναν στὸν πάτο νὰ εὕρουν τὸν Σταυρό. Γιὰ μία στιγμὴ ἐφανερωνόταν κανένα κεφάλι καὶ ἐβουλίαζε γλήγορα πρὶν νὰ τὸ δῇς.

Ἄξαφνα ἐβγῆκε ἕνα κεφάλι μὲ κόκκινα γένεια κ’ ἕνα χέρι ξενέρισε καὶ ἐβαστοῦσε τὸν Σταυρό. Ἦταν ὁ παλαβὸ – Παρασκευᾶς. Μὲ δυὸ – τρεῖς χεροβολιὲς ἐκολύμβησε κατὰ τὸ μέρος τοῦ δεσπότη καὶ ἐσκάλωσε στὴν ἀραξιά. Ἔκανε μετάνοια καὶ ἐφίλησε τὸ χέρι του κ’ ἔδωσε τὸν Σταυρό. Ὁ δεσπότης τὸν ἐπῆρε, τὸν ἀσπάσθηκε καὶ τὸν ἔβαλε στὸν ἀσημένιο δίσκο κ’ ὕστερα ἔδωσε τὸν δίσκο στὸν Παρασκευά. Οἱ ψαλτάδες ἔπιασαν πάλι καὶ ἔψελναν κὶ ὁ κόσμος ἀλάλαζε. Ὕστερα ἡ συνοδεία ἐτράβηξε πάλιν γιὰ τὴν ἐκκλησιάν. Ὁ Παρασκευᾶς θεόγυμνος, μὲ τὸν δίσκο στὰ χέρια, ἐγύριζε στοὺς μεγάλους καφενέδες καὶ στὶς ταβέρνες κ’ ἔρριχνε ὁ κάθε ἕνας ὅ,τι ρεγάλο ἤθελε. Τόσες ὧρες ὁλόγυμνος καὶ βρεμένος, μὲ παγωμένο βρακί, μήτε κρύωνε, μήτε κάν τοὺς ὤμους του δὲν ἀνεσήκωνε. Ὅπως ἦταν κοκκινογένης ἀστακόχρωμος, ἔλεγε κανεὶς πὼς ἦταν ὁ Σκύθης Ἀνάχαρσις, ποὺ ἐγύριζε τὸν χειμῶνα γυμνὸς μέσα στὴν Ἀθήνα τὰ παλιὰ τὰ χρόνια, κ’ οἱ Ἀθηναῖοι τὸν ἐρωτοῦσαν, γιατί δὲν κρυώνει, κὶ αὐτὸς ἀποκρινόταν πὼς ὅλο τὸ κορμὶ του εἶναι σὰν τὸ κούτελο, ποὺ δὲν κρυώνει ποτές.

Τὴν ὥραν ποὺ ἔπεφτε ὁ Σταυρὸς στὴ θάλασσα, ὅλα τὰ καΐκια καὶ τὰ καράβια, ποὺ ἤτανε φουνταρισμένα ἀνοικτὰ στὸ πέλαγος, ἐγύριζαν τὴν πλώρην τους κατὰ τὴν Ἀνατολή, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *