ΕΠΙΚΛΗΣΙΣ ΥΠΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Ἀποτελεῖ ἠθικὸν πένθος, ἕνα Ἵδρυμα ὡς τὸ ἡμέτερον,
νὰ ἀναγκάζεται διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ κοινωφελοῦς σκό-
ποῦ του νὰ προσφεὺγῃ εἰς τὴν προστασίαν τῶν Νόμων
τῆς Πολιτείας.
Ἐνδεικτικῶς ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν προκαλεῖ τὸ γεγονός,
ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ προβῶμεν εἰς τὰς κατωτέρω ἐνερ-
γείας.
Ἀπόσπασμα σχετικῶν ἐπιστολῶν μας:
«..”Ὡς γνωρίζετε:
α) Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ἐν ἰσχὺ Συντάγματος τῆς Χώρας
μᾶς ρητῶς ὁρίζει ὅτι :
«1. Καθένας ἢ πολλοὶ μὰζὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα, τηρῶ-
ντὰς τὸὺς νόμους τοῦ Κράτους, νὰ ἀναφέρωνται ἐγγρά-
φῶς στίς Ἀρχές, οἱ ὁποῖες εἶναι ὑποχρεωμένες νὰ ἐνερ-
γοῦν σύντομα κατὰ τὶς κείμενες διατάξεις καὶ νὰ ἀπα-
ντοῦν αἰτιολογημένα σὲ ἐκεῖνον ποῦ ὑπέβαλε τήν
ἀναφορᾶν σύμφωνα μὲ τὸν νόμο».
β) Τὸ ἄρθρον 5 – παράγρ. I τοῦ Νόμου 1943 τοῦ 1991
ρητῶς ἐπιτάσσει ὅτι :
«I… oι Δημόσιες Ὑπηρεσίες, τὰ Ν.Π.Δ.Δ., oι OTA καί
oι λοιποὶ φορεῖς τοῦ δημοσίου τομέως ὑποχρεοῦνται νά
ἀπαντοῦν ὁριστικὰ στὰ αἰτήματα τῶν πολιτῶν (φύ-
σικῶν ἢ νομικῶν προσώπων, ἡμεδαπῶν ἢ ἀλλοδαπῶν ) καί
νὰ διεκπεραιώνουν τὶς ὑποθέσεις τοὺς μέσα σέ
χρονικὸ διάστημα ἑξῆντα ἡμερῶν…»»
γ) Ἡ πὲρὶ αἰτιολογίας τῶν διοικητικῶν πράξεων Νο-
μολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι πλουσιω-
τάτη καὶ ἀξιοπρόσεκτος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δέον νά
ἐπισημανθῇ ὅτι διὰ μέσου τοῦ ἐλέγχου τῆς αἰτιολογίας
τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἔφθασε εἰς τὸ σύνορον τοῦ
οὐσιαστικοῦ ἐλέγχου τῶν διοικητικῶν πράξεων.
Εἶναι, ἑπομένως, φυσικόν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
τείας, κατὰ τὸν ἔλεγχον τῆς αἰτιολογίας, νὰ ἀποδὶδῃ μεί-
ζονα προσοχὴν εἰς τὴν περίπτωσιν, παρὰ εἰς τὴν διατύπω-
σὶν γενικῶν ἀρχῶν.
Ἡ βασικὴ γρὰμμὴ εἰς τὴν στάσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς
Ἐπικρατείας ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἡ αἰτιολογία δέον νὰ πά-
ρὲχῃ εἰς τὸν δικαστὴν πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀπαραίτητα
διὰ τὴν διακρίβωσιν τῆς νομιμότητος τῆς διοικητικῆς πρά-
ξεως. Ἡ σχετικὴ νομολογία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
τείας πασιφανῶς ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν διαπίστωσιν ὅτι ἡ δι-
οἰκητικὴ ἐνέργεια ἐγένετο :
α) πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας ἐν συνδυασμῷ καί
πρὸς τὴν διασφάλισιν τοῦ διοικουμένου.
β) πρὸς εὐχερῆ ἔλεγχον τῆς κρίσεως τῆς διοικήσεως.
Ἡ αἰτιολογία δέον:
α) νὰ ὑπάρχη ἐν αὐτῇ τὴ πράξει ἢ εἰς ἕτερον στοιχεῖον
ὑφιστάμενον κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς πράξεως καὶ ρητῶς
ἀναφερόμενον εἰς αὐτήν. Τουτέστι πρέπει νὰ ἀναφέρω-
ντὰὶ συγκεκριμένα τὰ νόμιμα στοιχεῖα οὐσιαστικῆς κρί-
σεως, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὕτη ἐβασίσθη.
β) νὰ εἶναι σαφής, εἰδικὴ καὶ συγκεκριμένη κατὰ τήν
πραγματικήν της βάσιν. Ὁ Ὑπουργός, ὁ Νομάρχης, ὁ Δῇ-
μαρχος ἢ τὸ Δήμ. Συμβούλιον κ.λ.π. ὑποχρεοῦται νά
αἰτιολογήση τὴν γνώμην του, ὅταν αὕτη εἶναι διάφορος
πρὸς τὴν ὑποβαλλομένην ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ πρᾶξιν.
γ) αὕτη δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται εἰς γενικοὺς χαρα-
κτήρισμούς, δυναμένους νὰ ἐφαρμοσθοῦν εἰς πᾶσαν περί-
πτωσιν, οὐδὲ νὰ ἐπαναλαμβάνη τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἤ
τῆς νομολογίας τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ νὰ ἐκτίθενται τα
πραγματικὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ἡ κρίσις
τοῦ διοικητικοῦ ὀργάνου. Οἴκοθεν νοεῖται, ὅτι παρίσταται
ἀναιτιολόγητος ἡ διοικητικὴ πρᾶξις, ἐὰν ἡ αἰτιολογία
εἶναι ἀόριστος, γενικὴ καὶ ἀφηρημένη, καθιστῶσα ἀδύνα-
τὸν τὸν δικαστικὸν αὐτῆς ἔλεγχον, ἐὰν αὐτὴ δὲν ἐκθέτη
συγκεκριμένα τὰ γεγονότα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμορφώθη ἡ
κρίσις τῆς Διοικήσεως.
Ἐπίσης ἀναιτιολόγητος εἶναι πᾶσα διοικητικὴ πρᾶξις,
ἐάν:
ἀα) ἐζήτησε κεφάλαιον τί μόνον τῆς προσφυγῆς καί
ἀφῆσε ἀνεξέλεγκτα ἕτερα.
ββ) δὲν κάμνη μνείαν τῆς σχετικῆς αἰτήσεως καὶ τοῦ
αἰτήματος.
γγ) σιωπηρῶς παρέρχεται προβληθέντας οὐσιώδεις
ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἐνδιαφερομένου.
Αἵ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι, τῶν ὁποίων προϊστασθε, παρέ-
βησαν τὰς προδιαληφθείσας
ἐπιταγὰς τοῦ Συντάγματος, τοῦ Νόμου καὶ τῆς Νομο-
λογίας τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου της Χώ-
ράς, τὰς ὁποίας τυγχάνουν τῶν ἀκολούθων αἰτήσεων μου.
Συμφώνως πρὸς πάντα τὰ προδιαληφθέντα σας παρα-
καλοῦμε, ὅπως προέλθητε εἰς τὰς ἐνδεδειγμένας ἐνεργεῖ-
ἂς διὰ τὴν ἄρσιν τῶν καταγγελλομένων ἐκκρεμοτήτων καί
θεραπείαν τῶν προγενομένων ἐκ τούτων ἀδικιῶν μέχρι
Παρερχομένης ἀπράκτου τῆς προθεσμίας ταύτης, θά
περιέλθωμεν εἰς τὴν δεῖνὴν θέσιν νὰ καταγγείλωμεν την
ἀδιαφορίαν σᾶς εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς σας καὶ εἰς
τὰ Μ.Μ.Ε. καὶ νὰ μετατραπῇ ἡ παροῦσα ἀπὸ τῆς ἐπομέ-
νὴς εἰς μήνυσιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως, σύν
τὴ ἐπιφυλάξει διεκδικήσεως πὰντὸς δικαιώματός μας,
τόσον διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προηγηθεισῶν ζημιῶν
εἰς τὸ ἐν λόγῳ «Ἵδρυμα Προασπίσεως Ἠθικῶν καὶ Πνευμα-
τικῶν Ἀξιῶν», ὅσον καὶ διὰ ἱκανοποίησίν μας λὸγῳ ἠθικῆς
βλάβης. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα, κατ’ οὐδένα λόγον δι-
καιούμεθα, νὰ πράξωμεν ἄλλως, διότι ἡ ὅλη ὑπόθεσις δέν
ἀφορᾶ ἡμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ «Ἵδρυμα Κοινωφελοῦς
σκοποῦ», τὸ «Ἵδρυμα Προασπίσεως Ἠθικῶν καὶ Πνευμα-
τικῶν Ἀξιῶν», τοῦ ὁποίου προϊστάμεθα.
Καὶ ὤς ἀσφαλῶς γνωρίζετε, ἐκτὸς τῆς ἠθικῆς εὐθύνης,
τὴν ὁποίαν ἔχει κάθε πολίτης καὶ ἄνθρωπος διὰ τὰς δημο-
σίας αὐτοῦ πράξεις ἢ παραλείψεις: ἔχει μεγαλοτέρας
εὐθύνας ὁ δημόσιος λειτουργὸς διά την καθόλου διαχεῖ-
ρισιν τῶν ἀνατεθέντων εἰς αὐτὸν καθηκόντων. Ἐν προκει-
μένω φρονοῦμεν, ὅτι δέον νὰ γίνη πλήρως ὑπὸ πάντων
ἀντιληπτόν, ὅτι, ἡμεῖς, ὤς Πρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Σύμ-
βουλίου τοῦ εἰρημένου Ἱδρύματος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι
κατά τε τὸ θὲτὸν καὶ φυσικὸν δίκαιον, νὰ δείξωμεν, ὄχι
ἁπλῶς ἐπιμέλειαν συνετοῦ οἰκογενειάρχου, τοὐτέστιν
ἀντίστοιχον πρὸς ἐκείνην ποῦ καταβάλλομεν εἰς τὴν διά-
χείρισιν τῶν ἰδίων ὑποθέσεων, ἀλλ’ ὅλως ἐξαιρετικήν, δι’ ὅ-
τί πρόκειται πὲρὶ πληγέντων συμφερόντων Κοινωφελοῦς
Ἱδρύματος.
Ἐπιτραπήτω νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλετε νά
παραδεχθῆτε ὅτι ἡ ὅλη ἀσύγγνωστη συμπεριφορά των
ὀργάνων σας, περιλαμβάνει ἔκτασιν, ἔντασιν καὶ ὀξύτητα,
ὄχι την τυχοῦσαν, δεδομένου, ὅτι ἦτο γνὼστὸν εἰς ταῦτα
ὅτι τὸ ἐν λὸγῳ ἀκίνητον εἶχε παραχωρηθῇ εἰς τὸ «Ἵδρυμα
Πνευματικῶν Ἀξιῶν» διά του ὑπ’ ἀριθμ. 853/25.9.1997
Φ.Ε.Κ. καί, κατὰ συνέπειαν, ὤφειλον νὰ ἐπιληφθοῦν των
αἰτήσεών μου ἀπὸ «πνευματικῆς» περιωπῆς ὀχι μέ
ἀψυχον διάθεσιν, μὲ γραφειοκρατικὴν «ἐλεφαντίασιν»
ἀποκαρδιωτικήν. Ἐκφράζομεν τὸ παράπονον τοῦτο οὐχί
ἁπλῶς ὤς φορολογούμενος πολίτης μίας δημοκρατικῶς
βιώσεως Πολιτείας, ἀλλ’ ὤς ἄνθρωπος, καί, κυρίως, ὤς
Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ «Ἕλλήν»!
Λυπούμεθα, διότι εἴμεθα ἀναγκασμένοι ἐξ ὑπαιτιότη-
τὸς ἄλλων νὰ περιαγάγωμεν εἰς τὸν χῶρον τοῦ ἄφρονος καί
ἀλαζόνος, βεβαιοῦντες, ὅτι τὸ ἐν λὸγῳ ἀκίνητον δὲν πέ-
ριῆλθεν εἰς τὴν κυριότητά μας κληρονομικῷ δικαιώματι ἤ
ἐκ λαχείου, ἢ ἐκ χρηματιστηριακῶν πράξεων εἰς τινα
χρηματιστήρια ἀξιῶν, ἀλλ’ εἶναι προϊὸν ἱδρῶτος ἐμοῦ καί
τῆς συζύγου μου Αἰκατερίνης.
Εὐελπιστοῦμεν ὅτι ἡ παροῦσα θὰ εὕρη εὐήκοον οὖς,
θὰ θεωρήσωμεν δὲ ἑαυτοὺς μᾶς εὐτυχεῖς νὰ σᾶς εὐχαρι-
στήσωμεν ἐκ τῶν προτέρων…»

Αφήστε μια απάντηση